γράφει ο πρ. Νικόλαος Κατσηδήμας
Ο Ακάθιστος Ύμνος αγαπητοί μας Χριστιανοί, αποτελεί ένα από τα λαμπρότερα και Ιερότερα ποιητικά αριστουργήματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στο Πανσεβάσμιο Πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Είναι Ύμνος Δοξολογικός, Θεολογικός και συγχρόνως βαθύτατα Κατανυκτικός, ο οποίος εκφράζει με απαράμιλλη ομορφιά την πίστη, την ευγνωμοσύνη και την αγάπη του ορθοδόξου λαού προς την Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας.
Ονομάζεται Ακάθιστος διότι, κατά την Εκκλησιαστική παράδοση, ψάλλεται από τους πιστούς όρθιους, σε στάση τιμής, ευλαβείας και πνευματικής εγρηγόρσεως. Η ονομασία αυτή φανερώνει και το μεγαλείο του ύμνου, αλλά και την ιδιαίτερη θέση που κατέχει μέσα στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας.
Ο Ακάθιστος Ύμνος έχει ως κεντρικό του θέμα το μεγάλο μυστήριο της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Μέσα από τους στίχους του προβάλλεται ο αποφασιστικός ρόλος της Παναγίας στο σχέδιο της θείας Οικονομίας, αφού διά της ελευθέρας συγκαταθέσεώς της έγινε το δοχείον της Ασαρκου Θεότητος και η γέφυρα δια της οποίας ο Θεός κατήλθε προς τον άνθρωπο. Έτσι, η Θεοτόκος υμνείται ως η κεχαριτωμένη, η ευλογημένη μεταξύ των γυναικών, η Μητέρα του Φωτός, η προστασία των χριστιανών και η ελπίδα των απελπισμένων.
Το Ιερό αυτό ποίημα, αποτελείται από 24 οίκους, κατά την ακολουθία των 24 γραμμάτων του Ελληνικού Αλφαβήτου. Οι πρώτοι οίκοι αναφέρονται κυρίως στα Ιστορικά γεγονότα του Ευαγγελισμού, της Γεννήσεως του Χριστού, της Προσκυνήσεως των Ποιμένων και των Μάγων, ενώ οι επόμενοι αναπτύσσουν βαθύτερα τα Θεολογικά νοήματα του μυστηρίου της σωτηρίας. Ιδιαίτερο γνώρισμα του ύμνου είναι οι αλλεπάλληλοι χαιρετισμοί προς την Παναγία, που κορυφώνονται στην επαναλαμβανόμενη και συγκινητική προσφώνηση:
«Χαίρε, Νύμφη Ανύμφευτε».
Ως προς τον συγγραφέα του Ακαθίστου Ύμνου, η εκκλησιαστική και φιλολογική έρευνα δεν έχει καταλήξει με απόλυτη βεβαιότητα σε ένα πρόσωπο. Πολλοί τον αποδίδουν στον Ρωμανό τον Μελωδό, άλλοι στον Πατριάρχη Σέργιο, ενώ έχουν διατυπωθεί και άλλες απόψεις. Εκείνο όμως που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι το κείμενο αυτό αποτελεί αληθινό θησαυρό της βυζαντινής υμνογραφίας και ανεκτίμητη πνευματική παρακαταθήκη της Εκκλησίας.
Παράλληλα, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε και με ένα σπουδαίο ιστορικό γεγονός: την θαυμαστή σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως από εχθρική πολιορκία. Τότε ο ευσεβής λαός, συγκεντρωμένος στον ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, αγρύπνησε και απέδωσε τη λύτρωση της Βασιλευούσης στην προστασία της Υπεραγίας Θεοτόκου. Από τότε ο ύμνος αυτός έμεινε στη συνείδηση των πιστών όχι μόνον ως ύμνος δοξολογίας, αλλά και ως ύμνος ευχαριστίας προς τη Μεσίτρια και Προστάτιδα του χριστιανικού γένους.
Η Εκκλησία μας τον προβάλλει ιδιαιτέρως κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Τις τέσσερις πρώτες Παρασκευές ψάλλονται τμηματικά οι Χαιρετισμοί της Θεοτόκου, ενώ την πέμπτη Παρασκευή ψάλλεται ολόκληρος ο Ακάθιστος Ύμνος. Μέσα στο κατανυκτικό κλίμα της νηστείας, ο ύμνος αυτός γίνεται πηγή ενισχύσεως, παρακλήσεως και ελπίδος για κάθε χριστιανό, ο οποίος αναζητεί παρηγοριά, προστασία και πνευματική ανάταση.
Ο Ακάθιστος Ύμνος δεν είναι απλώς ένα ωραίο εκκλησιαστικό ποίημα. Είναι μια προσευχητική κραυγή της ψυχής, μια θεολογική ομολογία πίστεως, μια έκφραση της βεβαιότητος ότι η Παναγία παραμένει σκέπη, καταφυγή και μεσιτεία υπέρ του κόσμου. Σε εποχές δυσκολίας, δοκιμασιών και πνευματικής συγχύσεως, ο ύμνος αυτός υπενθυμίζει ότι η ελπίδα του πιστού δεν χάνεται, διότι η Μητέρα του Θεού στέκεται πάντοτε πλησίον των τέκνων της.
Ας είναι λοιπόν ο Ακάθιστος Ύμνος για όλους μας μια αφορμή όχι μόνο θαυμασμού για την ποιητική και θεολογική του αξία, αλλά κυρίως μια πρόσκληση σε βαθύτερη πίστη, ταπείνωση και εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού και στις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου!





































