γράφει ο πρ. Νικόλαος Κατσηδήμας
«Ὅσιε πάτερ Ἀντώνιε, σύ τόν ζυγόν τοῦ Χριστοῦ ἐπί ὤμων ἀράμενος, τῷ Σταυρῷ τήν ἔπαρσιν τοῦ Σατάν καταβέβληκας, καί τάς ἐρήμους, πόλεις ἀνέδειξας, διά τοῦ τρόπου τῆς πολιτείας σου».  (Όσιε πάτερ Αντώνιε, εσύ σήκωσες τον ζυγό του Χριστού στους ώμους σου φέροντας τον Σταυρό, και κατατρόπωσες την υπερηφάνεια του Σατανά, και ανέδειξες τις ερήμους πόλεις, με τον τρόπο που έζησες).

Αγαπητοί μας Χριστιανοί και φίλοι, με περισσή ευλάβεια και ιεροπρέπεια, τιμούμε κάθε χρόνο στις 17 Ιανουαρίου, όπου γης οι Χριστιανοί «τὸν φωτισθέντα ταῖς τοῦ Πνεύματος ἀκτῖσιν, τὸν χαρισμάτων ἐνθέων πεπλησμένον, τὸν καθαρὸν τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν, τὸν Ἄγγελον τὸν ἐπίγειον, τὸν βροτὸν τὸν οὐράνιον, τὸν τῆς παρθενίας διδάσκαλον καὶ τῶν ἀσκητῶν τὸν ἀρχηγόν», τον όσιο  Αντώνιο! Αγαπητοί μας σε κανέναν Άγιο της Εκκλησίας μας δεν έκανε τόσες και τέτοιες άγριες επιθέσεις πειρασμών ο διάβολος, όσες στον Μέγα Αντώνιο, ένα μεγάλο και φωτεινό αστέρι της Χριστιανοσύνης!  
Ο Μέγας Αντώνιος πάμπλουτος αλλά αγράμματος, γεννήθηκε στην Αίγυπτο. Ιδιαίτερη Πατρίδα του ήτανε ένα μικρό χωριό, Κόμα ονομαζόμενο, που βρισκόταν ανατολικά της όχθης του ποταμού Νείλου, στην Νότιο Μέμφιδα. Οι Γονείς του ήταν πλούσιοι και ευσεβείς Xριστιανοί. Μπορούσαν να δώσουμε μεγάλη μόρφωση στον μικρό τους Αντώνιο και να τον αναδείξουν μεγάλο επιστήμονα, αλλά τους φόβιζε η συναναστροφή στο Σχολείο με τα παιδιά των ειδωλολατρών. Δεν ήθελαν να χάσει την πίστη του, από την πλάνη της ειδωλολατρίας. Προτίμησαν να δούνε το παιδί του στον Παράδεισο αγράμματο, παρά γραμματισμένο στην Κόλαση. Έμεινε, λοιπόν, εξαιτίας αυτού, τελείως αγράμματος ο Αντώνιος. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να αναδειχθεί Μέγας! Οι Γονείς του, όμως, φροντίσανε πολύ για την Χριστιανική ανατροφή του. Τον μεγαλώσανε με τις αρχές του Ευαγγελίου και του δείξανε τους δύο δρόμους, που θα τον γλύτωναν από τις παγίδες του διαβόλου: Tον δρόμο του σπιτιού και τον δρόμο της Εκκλησίας.
Σε ηλικία 18 ετών, έμεινε ορφανός με μια αδελφή. Ο θάνατος των γονέων του, τον έβαλε στην αρχή σε λύπη και σε βαθύ συλλογισμό. Κατάλαβε τότε, πόσο μάταιος είναι τούτος ο κόσμος και πόσο γρήγορα είναι το πέρασμα του άνθρωπου από την προσωρινή αυτή ζωή. Μια Κυριακή ακούει στην Εκκλησία την Ευαγγελική περικοπή, στην οποία συζητάει ο Χριστός μ’ ένα πλούσιο νεαρό και του δείχνει, τον δρόμο της τελειότητας και της σωτηρίας της ψυχής του. Ο Χριστός, αφού ακούει τον νεαρό πλούσιο, να του λέγει, ότι έχει ζήσει σύμφωνα με τις εντολές του Θεού, του υπογραμμίζει: «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, πώλησόν σου τά ὑπάρχοντα καί διάδος πτωχοῖς καί δεῦρο ἀκολουθεῖ μοί καί ἕξεις θησαυρόν ἐν οὐρανῶ». Τα λόγια αυτά του Ευαγγελίου, κάνουν βαθειά εντύπωση στην ψυχή του Αντωνίου. Γυρίζει στο σπίτι του σκεφτικός και κυριευμένος από αγωνία. Νομίζει, ότι η φωνή του Κυρίου τον καλεί κι αυτόν, όπως εκείνον τον νέον, να τον ακούσει και να τον ακολουθήσει. Υπακούει αμέσως και χωρίς αναβολή.
Πουλάει όλα τα κτήματα. Από την πώληση πήρε πολλά χρήματα. Το χρυσάφι όμως, δεν του τράβηξε την καρδιά. Το έδωσε στην Εκκλησία, το μοίρασε στους φτωχούς και στους δυστυχισμένους. Αυτός κράτησε μόνο για την αδελφή του ελάχιστα χρήματα. Έπειτα εμπιστεύεται την αδελφή του σ’ ένα Κοινόβιο παρθένων, σ’ έναν παρθενώνα. Εκεί, ζούσανε ενάρετες γυναίκες μαζί και επεδίδοντο σε έργα αγάπης. Φεύγει κι’ αυτός, όχι πολύ μακριά από το σπίτι του κι’ άρχισε την ασκητική ζωή. Δεν υπάρχουν βέβαια ακόμη μοναστήρια την εποχή εκείνη συγκροτημένα, όπως είναι σήμερα. Γι’ αυτό καταφεύγει σ’ ένα ερημητήριο των περιχώρων. Εκεί, βρίσκει, ένα Γέροντα ασκητή, ο όποιος αναλαμβάνει να τον καθοδηγήσει στην αρετή.
Στην έρημο παίδευσε την ψυχή του και τιθάσευσε τα πάθη του φθάνοντας στα ανώτατα όρια της άσκησης ώστε η ψυχή του αγίου μπορούσε να εξέρχεται του σώματός του ενώ βρισκόταν ακόμη εν ζωή. Γίνεται το πρότυπο των ασκητών. Πολλοί εξ αυτών έφθαναν στην έρημο για να τον ακούσουν και να τον συμβουλευθούν. Ο Άγιος έδινε λύσεις σε σοβαρά προβλήματα πολλών μεγάλων ανδρών, όταν του ζητούσαν την συμβουλή του. Και δεν ήτανε λίγοι εκείνοι, που του έγραφαν… Τις απαντήσεις βέβαια δεν τις έγραφε μόνος του, γιατί δεν ήξερε, όπως είπαμε γράμματα. Έλεγε όμως σε κάποιον άλλο ασκητή, που ήξερε να γράφει, λέξη προς λέξη την απάντηση ή την συμβουλή και εκείνος την έγραφε. Τα γράμματά του γραφτήκανε όλα στην κοπτική γλώσσα. Αυτή τη γλώσσα ήξερε ο Άγιος. Έπειτα δε γίνανε και μεταφράσεις τους στην Ελληνική!
Λίγο προτού κλείσει τα μάτια του, λέγει στους μοναχούς, που βρίσκονται κοντά του, ότι αφήνει την μηλωτή δηλαδή τον μανδύα του, για τον Μέγα Αθανάσιο, ο όποιος του τον είχε χαρίσει κάποτε καινούργιο. Κατόπιν ο Μ. Αθανάσιος τον φορούσε πάντοτε ως φυλαχτό. Τους προβάτινους χιτώνες τους, τους άφησε στο μοναχό Σεραπίωνα. Έπειτα, αφού τους κοίταξε κατάματα τους είπε: Ο Αντώνιος σας αποχαιρετά και φεύγει. Και με τα λόγια αυτά παρέδωσε την αμόλυντη ψυχή του στον Θεό. Τον έθαψαν κατά την επιθυμία του, σε άγνωστο μέρος. Ο τάφος του έμεινε, πράγματι, άγνωστος. Ουδείς ξέρει, που τάφηκε. Ήταν 17 Ιανουαρίου του 356 μ.Χ. όταν παρέδωσε την μακάρια ψυχή του στον μισθαποδότη Θεό σε ηλικία 105 ετών.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΤΙΣ ΕΟΡΤΑΖΟΥΣΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΕΟΡΤΑΖΟΝΤΕΣ ΜΕ ΥΓΕΙΑ ΨΥΧΙΚΗ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΛΑΜΒΑΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΧΑΡΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ. ΑΜΗΝ!
ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΜΑΣ ΘΑ ΤΕΛΕΣΘΕΙ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΠΟ ΩΡΑ 7:00 ΕΩΣ 9:30 (ΚΑΤΑΛΥΣΗ ΟΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΑΙΟΥ).

nissan-tsioris-qashqai.png


 

Πρωτοσέλιδα