Ο Σίντνεϊ Πουατιέ, ένα σύμβολο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έσβησε. Ένα σύμβολο που μέσα από την τέχνη του κατάφερε να ενώσει μια διχασμένη Αμερική. Ένας εμβληματικός ηθοποιός, ένας αξιοπρεπής και ευφυής άνθρωπος που μέσα σε μια ταλανισμένη αμερικανική κοινωνία έδινε στο κοινό μια ουσιαστική διαβεβαίωση.
Οι φυλετικές διακρίσεις και η προπαγάνδα του κράτους κατά των αφρο-αμερικάνων, οι αγριότητες των λευκών κατά των μαύρων, η ειρηνική προσέγγιση του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, οι ακραίες απόψεις του Μάλκομ Χ, τα αντίποινα από τους Μαύρους Πάνθηρες και στη μέση ένας άνθρωπος που προτίμησε να γεφυρώσει τη άβυσσο που χώριζε τους αμερικάνους μέσα από τη δουλειά του.
Η τέχνη έγινε δίαυλος επικοινωνίας και σε ένα κοινό, που ούτε ομοιογένεια είχε αλλά αντιμετώπιζε και κάθε κίνηση συναίνεσης ως ύποπτη, ο Πουατιέ ενσάρκωσε τον εαυτό του σε κάθε ρόλο που του δίνονταν. Το χρώμα του δέρματός του ήταν το κεντρικό θέμα των μεγαλύτερων ταινιών του. Από το 1958 με το "The Defiant Ones" έως και το 1967 με το "Μάντεψε ποιος θα έρθει το βράδυ", η αμερικανική κοινωνία, που "διψάει" για ειρήνη, συσπειρώνεται γύρω από τον ηθοποιό με το ντροπαλό χαμόγελο. Στην αρχή της ανεκτικής κοινωνίας, ο Πουατιέ ήταν το συγκρατημένο, ευγενικό και αδιάφθορο αστέρι, ένας πραγματικός ήρωας. Η πραγματική του προσφορά, όμως, φάνηκε αργότερα. Η επαναλαμβανόμενη προσπάθειά του να εκφράσει την αξιοπρέπεια ενός ενήλικα άνδρα φανερώνει μια διεκδίκηση ενός βαθύτερου πολιτικού δικαιώματος. Ο Πουατιέ ήταν ο πρώτος μαύρος άνδρας σταρ που ασχολήθηκε με την αμερικανική εθνική συνείδηση σε μια εποχή που η κυρίαρχη εικόνα ενός αστέρα του κινηματογράφου ήταν ακόμα αυτή ενός λευκού. Σε μια συνέντευξή του το 1967, ο Πουατιέ δήλωσε ότι όταν άρχισε να εμφανίζεται για πρώτη φορά σε ταινίες, «το είδος του Νέγρου που έπαιζε στην οθόνη ήταν πάντα αρνητικό, ένας μπόυφος, κλόουν. Αυτό ήταν το υπόβαθρο όταν ήρθα πριν από 20 χρόνια και επέλεξα να μην συμμετάσχω στα στερεότυπα… Θέλω οι άνθρωποι να αισθάνονται όταν φεύγουν από το θέατρο ότι η ζωή και οι άνθρωποι αξίζουν τον κόπο. Αυτή είναι η μόνη μου φιλοσοφία για τις ταινίες που κάνω… Έχω τέσσερα παιδιά… Πηγαίνουν συνέχεια σινεμά αλλά σπάνια βλέπουν τον εαυτό τους να αντανακλάται εκεί».
Όλες οι ταινίες του σταθμοί. Όλοι οι ρόλοι του το σταθερό πρότυπο ανθρώπου που χρειάζονταν οι ταραγμένες δεκαετίες του 50, του 60 και του 70. Όλα τα σενάρια ένα σκηνικό μιας μπερδεμένης και σαγηνευτικής εγγύτητας μεταξύ ασπρόμαυρων χαρακτήρων.
Ωστόσο, ένας μόνο ρόλος θα ταυτιστεί απόλυτα μαζί του. Αυτός του Μάρκ Θάκερυ, ενός καθηγητή σε ένα άγριο και ρατσιστικό σχολείο της Αγγλίας, στο " Στον κύριό μας, με αγάπη". Μια ατάκα θα σβήσει ολόκληρο το υπόλοιπο σενάριο. " Είσαι σαν εμάς, αλλά δεν είσαι".
Ο Πουατιέ ήταν πάντα «όπως εμείς», ενώ ήταν με απροσδιόριστους τρόπους καλύτερος: πιο ευγενικός, πιο θαρραλέος.
Ο Σίντνεϊ Πουατιέ πρωταγωνίστησε σε περίπου πενήντα ταινίες και έχει κάνει την παραγωγή σε άλλες δέκα. Ήταν ο πρώτος μαύρος ηθοποιός που έλαβε το Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου, για τον ρόλο του στο Lily of the fields, του Ραλφ Νέλσον. Το 2002 έλαβε τιμητικό Όσκαρ για τις «εξαιρετικές του ερμηνείες, την αξιοπρέπειά του, το στυλ και την ευφυΐα του». Το 2009 ο Μπαράκ Ομπάμα του απένειμε την υψηλότερη αμερικάνικη πολιτική τιμή, αυτή του συμβόλου στον αγώνα για τα πολιτικά δικαιώματα. Γεννημένος στο Μαϊάμι (Φλόριντα) στις 20 Φεβρουαρίου 1927, γιος ενός αγρότη τομάτας, πολίτης των Μπαχάμες, το Σίντνεϊ Πουατιέ είχε διπλή υπηκοότητα. Το 1997, η πατρίδα του, όπου τον θαύμαζαν ως «Εθνικό θησαυρό», τον διόρισε πρεσβευτή στην Ιαπωνία και μετά στην Unesco.








































