Τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα είναι από εκείνα τα έθιμα που δεν χρειάζονται εξήγηση για να τα νιώσεις. Αρκεί να ακούσεις ένα τρίγωνο να αντηχεί στο πρωινό κρύο του Δεκέμβρη και κάτι μέσα σου μαλακώνει. Είναι ο ήχος της προσμονής, της παιδικής χαράς, της συλλογικής μνήμης. Τα κάλαντα δεν ανήκουν σε μια εποχή· ανήκουν σε όλους όσους μεγάλωσαν ανοίγοντας μια πόρτα και λέγοντας «περάστε».

Η ρίζα τους φτάνει πολύ πίσω στον χρόνο. Η ίδια η λέξη προέρχεται από τις Καλένδες, τις πρώτες ημέρες του μήνα στη ρωμαϊκή αρχαιότητα, όταν οι άνθρωποι έβγαιναν στους δρόμους τραγουδώντας ευχές για τον νέο κύκλο που άρχιζε. Όταν ο Χριστιανισμός απλώθηκε στον ελληνορωμαϊκό κόσμο, αυτό το παλιό έθιμο δεν εξαφανίστηκε· μεταμορφώθηκε. Οι ευχές απέκτησαν νέο περιεχόμενο και τα τραγούδια άρχισαν να μιλούν για τη Γέννηση του Χριστού, για το φως που έρχεται στον κόσμο, για την ελπίδα που ξαναγεννιέται.

Στους βυζαντινούς χρόνους τα κάλαντα παγιώθηκαν ως χριστιανικό λαϊκό έθιμο. Δεν ανήκαν στη λατρεία της Εκκλησίας, αλλά στη ζωή των ανθρώπων. Ήταν ο τρόπος του λαού να συμμετέχει στη γιορτή, να αναγγέλλει το χαρμόσυνο μήνυμα με τη φωνή του. Από τότε μέχρι σήμερα, ο πυρήνας τους παραμένει ίδιος: χαρά, ευχή, κοινότητα.

Στην Ελλάδα τα κάλαντα λέγονται κυρίως την παραμονή των Χριστουγέννων, αλλά και την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και των Θεοφανίων. Τα παιδιά συγκεντρώνονται από νωρίς, κρατώντας τρίγωνα ή αυτοσχέδια όργανα, και ξεκινούν τη διαδρομή τους από σπίτι σε σπίτι. Το «να τα πούμε;» δεν είναι τυπικό· είναι αίτημα επικοινωνίας. Και το άνοιγμα της πόρτας δεν είναι απλώς φιλοξενία· είναι αποδοχή της ευχής.

Κάθε τόπος στην Ελλάδα έδωσε στα κάλαντα τη δική του φωνή. Στη Μακεδονία ακούγονται πιο ρυθμικά και δυναμικά, συχνά με τη συνοδεία νταουλιών και χάλκινων, σαν μικρές πομπές χαράς. Οι στίχοι μπορεί να είναι απλοί και γεμάτοι ευχές, όπως:

«Καλήν εσπέραν άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού τη θεία γέννηση, να πω και να κερδίσω.»

Στη Θράκη διατηρούν αρχαϊκές λέξεις και ξεκινούν με το ιδιαίτερο «κόλιντα μπάμπω», κουβαλώντας μέσα τους στρώματα αιώνων. Ένα παράδειγμα στίχων:

«Κόλιντα μπάμπω, κόλιντα κυρ-Νίκο,
Χριστούγεννα ήρθαν κι ο κόσμος χαίρεται.»

Στην Ήπειρο είναι πιο λιτά, σχεδόν κατανυκτικά, μελωδίες που μοιάζουν να γεννιούνται μέσα από τη σιωπή του χειμώνα:

«Αρχίσαν τα Χριστούγεννα, ξεκινά η χαρά,
Χριστός γεννάται σήμερο, αγαλλιά η καρδιά.»

Στη Θεσσαλία και στη Στερεά Ελλάδα οι στίχοι είναι κοντά στα «πανελλήνια» κάλαντα, με έμφαση στη Γέννηση και στις ευχές για το σπίτι. Στην Πελοπόννησο, τα λόγια απλώνονται σαν μικρή αφήγηση:

«Καλήν εσπέραν, καλήν αυγήν,
Σ’ όποιον ανοιχτεί η πόρτα του, ευτυχία μεγάλη.»

Στα νησιά του Αιγαίου τα κάλαντα παίρνουν μυρωδιά θάλασσας, μιλώντας για καράβια και καλούς ανέμους. Στην Κρήτη ξεχωρίζουν για τον ποιητικό τους λόγο και τη συνοδεία της λύρας, όπως σε αυτούς τους στίχους:

«Χριστός γεννιέται σήμερο, χαρά στον κόσμο πλατειά,
Η Κρήτη χορεύει, ας πούμε κι εμείς τα κάλαντα πάλι.»

Στα Επτάνησα, με τη δυτική μουσική επιρροή, τα κάλαντα γίνονται πολυφωνικά, σχεδόν σαν μικρές καντάδες, και γεμίζουν τους δρόμους με αρμονία:

«Σήμερα χαρά μεγάλη, Χριστός μας γεννιέται,
Μικροί και μεγάλοι μαζί, η χαρά μας ενώνεται.»

Κι όμως, παρά τις διαφορές τους, όλα τα κάλαντα έχουν κάτι κοινό. Δεν ζητούν πολλά. Λίγο χρόνο, λίγη προσοχή, λίγη ζεστασιά. Αντέχουν γιατί είναι απλά και ανθρώπινα. Γιατί δίνουν ρόλο στα παιδιά, φέρνουν τους γείτονες πιο κοντά και θυμίζουν ότι η χαρά μεγαλώνει όταν μοιράζεται.

Σε έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα, τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα παραμένουν μια ήσυχη σταθερά. Κάθε φορά που ακούγονται, δεν αναγγέλλουν μόνο τη Γέννηση του Χριστού· αναγγέλλουν ότι η παράδοση ζει ακόμα, μέσα στις φωνές των παιδιών και στις ανοιχτές πόρτες των σπιτιών.

nissan_tsioris_qashqai.png


 

Πρωτοσέλιδα