Για τους "Θύμιους" (θύτες και θύματα) όλων των εποχών.
Όταν κατακάθεται ο κουρνιαχτός και σιωπά ο αλαλαγμός, όταν κοπάζει η οχλοβοή και καταλαγιάζει η "δικαιολογημένη οργή" και η "αγανάχτηση", τότε φαίνεται ξεκάθαρα τι έμεινε πίσω από τη μπόρα και την αντάρα.
Εκφοβισμός, απειλή, φόβος, βία, τρόμος, σιωπή, μοναξιά, ενοχή συνενοχή, φίμωση, απομόνωση, περιθωριοποίηση, αδιαφορία, ανθρωπιά, πλασματική πραγματικότητα, εκμετάλλευση, αλληλεγγύη, συμπόνια, έλεος, συγγνώμη, κατανόηση, Καιάδας, στήριξη, αποπροσανατολισμός, εξιλέωση, στοχοποίηση, φαίνεσθαι και φέρεσθαι, θύτης, θύμα, ειρωνεία, λησμονιά, επιφύλαξη, αυτοθυσία, αξιοπρέπεια, ιδιωτικότητα, δικαιώματα, ελευθερίες, αντικειμενικότητα, οντότητα, αδυναμία προσαρμογής, καταπάτηση ορίων, έλλειψη μέτρου, αντιστροφή όρων, απάθεια, απαξίωση.
Όλα τόσο μπερδεμένα, όλα τόσο συγκεχυμένα, όλα τόσο εκτός θέσης και τάξης. Το "δίκαιο της μάζας" και η "ψυχολογία του όχλου", ο " λίθος του αναμάρτητου", αν μου επιτρέπετε, ποτέ δεν λύνουν προβλήματα. Στην αγριότητα η αγριότητα δεν κάνει διαφορά.
"Με προκάλεσε"… "τον χτύπησα"… Πού είναι το θύμα; Πού ο θύτης; Πού σταματάει ο νόμος της ζούγκλας; Οι πληγές χρειάζονται επούλωση, όχι ξύσιμο. Η κοινωνία δεν πάσχει από δικαίωση ή έλλειψη δικαιοσύνης. Από κατανόηση πάσχει.
Μια αφρικάνικη παροιμία λέει: "Χρειάζεται ένα ολόκληρο χωριό για να ανατραφεί ένα παιδί."
Ένα χωριό, μια κοινωνία.
Και αν αυτό το παιδί βρεθεί δίπλα σου διψασμένο, δωσ' του εσύ πρώτα μια χούφτα νερό, αν μπορείς, και μετά χτύπα την καμπάνα του χωριού να μαζευτούν όλοι.
Κάτι τέτοιες ώρες έρχεται στο μυαλό μου "Το Κουτσό Παιδί" του μεγάλου Τάκη Δόξα.
Λόγια του 1949. Επίκαιρο κάθε εποχή.
Πήγαινε το παιδόπουλο κουτσαίνοντας στο δρόμο
κι ακολουθούσε πίσω του με χλευασμό τ΄αγέρι,
καθώς το βράδι μάζευε τ' αστέρια του με τρόμο
μήπως ο Μάρτης άξαφνα καλοκαιριά θα φέρει.
Περνάγαν κι αντιπέρναγαν ανέγνιαστοι διαβάτες
κι ούτε κανείς το κοίταξε, δε 'στάθη να ρωτήσει
πώς άργησε, πώς τάχατες θα κέρδιζε τις στράτες
κι ουτ' άπλωσε το χέρι του κανείς να το βοηθήσει.
Σε σκέφτουμαι, παιδόπουλο. Στο σπίτι νάχεις φτάξει;
Δεν είπα πως τ' αγερικό θα βγω να σταματήσω,
μήτε το βράδι τ' άστρα του νωρίς να μη συνάξει
κι ούτε να γίνει στοργικός ο κόσμος θα ζητήσω.
Ήθελα μόνο να μπορώ το πόδι μου το ένα
κρυφά-κρυφά να στόδινα, φτερό να σου κολλήσει.
Εγώ τα μονοπάτια μου πια τάχω τελειωμένα,
μα συ πώς τάχατες θα πας, που τώρα έχεις αρχίσει;
Δήμητρα Παν. Δημητρακοπούλου
Καθηγήτρια Αγγλικών, Ιδιοκτήτρια ΚΞΓ
σ.σ. Ευχαριστώ θερμότατα τον κ. Γιώργη Τάκη Δόξα για την άδεια αναδημοσίευσης του ποιήματος.








































