Η εμφάνιση του αστικού δράματος στην Ελλάδα στις αρχές του 20ου αιώνα:  Συγγραφείς, έργα, ιδέες, αισθητική, επιδράσεις, σκηνική δραστηριότητα.  Ένταξη και ανάλυση των έργων:  Κούρδοι του Γ. Καμπύση και το Μυστικό της κοντέσσας Βαλέραινας

του Γρ. Ξενόπουλου».                                                
Κατά τον 20ο αιώνα στο χώρο του θεάτρου σημειώνεται στροφή σε νέα είδη και ιδέες με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί το αστικό δράμα, είδος το οποίο εκφράζει σύγχρονους κοινωνικούς προβληματισμούς με κριτική και ρεαλιστική διάθεση.
Η στροφή αυτή δεν περιορίζεται σε επίπεδο ιδεολογικό και θεματικό μόνο αλλά επεκτείνεται και στο αισθητικό  ενώ παράλληλα συνδέεται με αντίστοιχα ευρωπαϊκά πρότυπα όπως μπορούμε να εντοπίσουμε στα έργα Κούρδοι του Γ. Καμπύση και το Μυστικό της κοντέσσας Βαλέραινας του Γρ. Ξενόπουλου.
Το κίνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού συνδέεται με την προσπάθεια των υπόδουλων Ελλήνων να αποκτήσουν αυτογνωσία ως έθνος και ως λαός και να οδηγηθούν στην αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Η παιδεία αποτελεί το πρώτο μέλημα των μεγάλων ανδρών της εποχής όπως του Αδαμάντιου Κοραή, που υποστηρίζει με πάθος τη «μετακένωση» των ιδεών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού στο υπόδουλο γένος.                  Το θέατρο συμβάλλει στο κίνημα του νεοελληνικού διαφωτισμού με μεταφράσεις και με πρωτότυπες δημιουργίες. Το διαφωτιστικό πνεύμα θα εμφανιστεί στη δραματουργία μετά την επανάσταση του 1821. Οι αλλαγές στο θέατρο και κυρίως στη δραματουργία, παρακολουθούν την άνοδο της αστικής τάξης στην Ευρώπη και τα συνεπακόλουθά της.
Το ευρωπαϊκό αστικό δράμα προήλθε από το Διαφωτισμό του 18ου αι.
Το αστικό δράμα είναι η προέκταση των δραματικών στοιχείων της ηθογραφίας μέσα στο αστικό περιβάλλον, χωρίς όμως να υπάρχουν οι δεσμεύσεις και οι περιορισμοί της.  Σύντομα διαμορφώθηκε σε ένα ξεχωριστό είδος και με τη βοήθεια του ρεαλισμού, του νατουραλισμού και του συμβολισμού, ολοκλήρωσε τη μορφή του στο θέατρο.
Ο ρεαλισμός απεικονίζει την κάθε στιγμή της κοινωνικής πραγματικότητας. Ο συγγραφέας μπορεί να εισχωρήσει σε όλους τους τομείς της ζωής, φθάνει να έχει την ικανότητα να μπορεί να συλλάβει τις ανθρώπινες καταστάσεις που δημιουργούνται από τις συγκρούσεις των ατόμων μέσα στα αντίθετα κοινωνικά ρεύματα, στα ταξικά συμφέροντα, στα κοινωνικά ήθη και σ'ένα πλήθος ψυχολογικών, βιολογικών, πολιτικών, φυλετικών, θρησκευτικών, κοινωνικών προβλημάτων που χωρίζουν τους ανθρώπους και τους σπρώχνουν σε έναν αγώνα αλληλοεξόντωσης.
Η ηθογραφία στη δραματουργία συνδέθηκε και με το νατουραλισμό που αποτελεί ακραία εκδήλωση του ρεαλισμού επειδή επικεντρώνεται και χρησιμοποιεί την προσεκτική παρατήρηση και την λεπτομερή περιγραφή. Θεματικά προβάλλει το κοινωνικό milieu με της κατώτερης ποιότητας εκδηλώσεις του, όπου συμπλέκεται με τις έννοιες της κληρονομικότητας ή του κοινωνικού ντετερμινισμού.
      Το κίνημα του Συμβολισμού επηρέασε και το χώρο της δραματουργίας όπως διαπιστώνεται από τη δεύτερη δραματουργική περίοδο του Καμπύση, αλλά και από τα έργα άλλων δραματουργών.
       Στα δραματουργικά έργα του Καζαντζάκη εντοπίζεται το νεωτερικό κίνημα του εξπρεσιονισμού που υποστηρίζει. ότι όλα είναι δημιουργήματα της συνείδησης και του νου του ανθρώπου, τίποτα δεν είναι πραγματικό.
       Ο ρεαλισμός, ο νατουραλισμός και ο συμβολισμός είναι οι κυριότερες σχολές, που βοήθησαν το αστικό δράμα να εξελιχθεί.
       Οι κοινωνικές προλήψεις, τα προβλήματα του γάμου, η πάλη για την ατομική ανεξαρτησία, οι θρησκευτικές επιρροές, η φυλετική διάκριση, οι αισθηματικοί δεσμοί, που συνθλίβονται από τις επιταγές της ανάγκης, η ανέχεια, οι οικονομικές εξαρτήσεις και άλλα παρόμοια θέματα, πρόσφεραν άφθονο υλικό στο αστικό δράμα.
      Ευρωπαίοι συγγραφείς που θα διαπρέψουν στο είδος και θα επηρεάσουν στη συνέχεια με τις θεατρικές τους επιτυχίες  τους νέους δραματογράφους του νέου αιώνα είναι οι: Ίψεν, Τολστόι, Τσέχοφ, Σούντερμαν κ.ά. Στα έργα τους δημιούργησαν ήρωες που ερχόντουσαν αντιμέτωποι με κοινωνικούς θεσμούς, ηθικές και θρησκευτικές αντιλήψεις, παραδοσιακές αξίες και τολμούσαν να προτείνουν καινούργιες ιδέες, να υποστηρίξουν νέες αξίες και να αμφισβητήσουν ή και να αναθεωρήσουν τις παλιές.
      Στην Ελλάδα προδρομική μορφή του αστικού δράματος συνιστά ο «Βασιλικός» (1829-30) του Αντωνίου Μάτεση.
      Η δεκαετία του 1900-1910 σηματοδοτείται από ουσιώδη προβλήματα όπως: πολιτική αστάθεια, οικονομικό αδιέξοδο, σταφιδικό, χρεωκοπία, το πρόβλημα της αναδιανομής της γης, το γλωσσικό ζήτημα και η εθνική ιδέα, τα οποία δίχαζαν και τους ιδίους θεατρικούς  συγγραφείς και τους προβλημάτιζαν σε διάφορα επίπεδα.
      Βασικοί εκπρόσωποι στην Ελλάδα υπήρξαν οι: Γ. Καμπύσης (Οι Κούρδοι, Οι Λεκαπηνοί), κοινωνικά δράματα στα οποία  μπαίνουν οι βάσεις για τη μετέπειτα καθιέρωση του Θεάτρου Ιδεών, ο Μ. Αυγέρης (Μπροστά στους ανθρώπους), και οι εκπρόσωποι του εργατικού δράματος, Γ. Σημηριώτης (Κόκκινη Πρωτομαγιά), Τ. Πίτσας (Για το ψωμί). Όλοι επιδιώκουν μέσα από την παράσταση να προβάλλουν τις ιδεολογικές τους θέσεις, ιδιαίτερα, στα έργα του εργατικού δράματος.
      Η θεματική του ευρωπαϊκού οικογενειακού και ψυχολογικού δράματος παρουσιάζεται στο Ελληνικό θέατρο με το τρίπρακτο δράμα  «Η φάρσα της ζωής» του Καμπύση. 
      Ο Δ. Ταγκόπουλος (Ζωντανοί πεθαμένοι, Στην οξώπορτα) στο πρώτο έργο εκφράζει τη κοινωνική κριτική και την άρνηση στις παραδοσιακές αξίες που κρατούν τον σύγχρονο ελληνισμό δέσμιο του παρελθόντος, ενώ στο δεύτερο παρουσιάζει την γυναικεία χειραφέτηση και τα δικαιώματα της γυναίκας.
      Τόσο ο Καμπύσης όσο και ο Ταγκόπουλος εκφράζουν προχωρημένες κοινωνικές απόψεις του αστικού δράματος.
       Εκπρόσωποι του κοινωνικού και ψυχολογικού δράματος, είναι ο Π. Χόρν         (Πετροχάρηδες) καταγράφει με παραστατικό τρόπο σκηνές από την σύγχρονη ζωή, την αλλαγή των νοοτροπιών και εθίμων  που είχαν συντελεστεί στην Ελλάδα στις αρχές του 20ου αι. θίγοντας τα προβλήματα της αστικής ζωής με θεατρικό τρόπο, ο Σπ. Μελάς με το έργο του (Το άσπρο και το Μαύρο), καταγγέλει τη διαφθορά που χαρακτηρίζει την αστική τάξη και με τρόπο ρεαλιστικό ή συμβολιστικό ασκεί έντονη κριτική στην ελληνική πραγματικότητα της εποχής του. 
      Η ηθογραφική κωμωδία, το ηθογραφικό δράμα και η αισθηματική κομεντί αποτελούν άλλες μορφές θεάτρου τις όποιες συναντάμε σε άλλα έργα του Γρ.Ξενόπουλου (Φωτεινή Σάντρη, Το μυστικό της κοντέσσας Βαλέραινας).
Στην Ελλάδα του τέλους του 19ου αιώνα το αστικό δράμα θα ευνοηθεί από την πρόοδο της κοινωνίας χάρη στην πολιτική του Χαριλάου Τρικούπη αλλά και από το κίνημα του δημοτικισιμού. Τα θέματά τους οι συγγραφείς τα αντλούν από την πραγματικότητα της εποχής, τις κοινωνικές αλλαγές, τα προβλήματα του καθημερινού βίου. Οι συγκρούσεις των ηρώων, όπως και στα έργα των ευρωπαίων πρωτοπόρων, είναι ψυχολογικού,  κοινωνικού και ταξικού χαρακτήρα.
       Οι συγγραφείς του αστικού δράματος αρνούνται το διεφθαρμένο σύστημα, το καταγγέλλουν αλλά εξακολουθούν μέσα από τους ήρωες τους να παραμένουν εγκλωβισμένοι στα δεσμά του παρελθόντος.
       Τα «έργα με θέση», θίγουν:
Πολιτικά θέματα: η οικονομική ανισότητα (Ξενόπουλος: Πλούσιοι και Φτωχοί),  κοινωνική πρόνοια,  μετανάστευση,   εργατικά θέματα.
Κοινωνικά θέματα: οι καταρρέοντες κοινωνικοί θεσμοί, π.χ. οικογένεια (Χορν: Το φιντανάκι)  γάμος, κοινωνική ηθική  υποκριτική σε θέματα ερωτικών και οικογενειακών σχέσεων (Ξενόπουλος: Τρίτος, Μακαρίτη Μαύσωλος), η θέση και η χειραφέτηση της γυναίκας (Παλαμάς: Τρισεύγενη), η κοινωνική δικαιοσύνη, η αυτονομία και ελευθερία του ανθρώπου, η κοινωνική καταπίεση (Χορν: Σιγανοπαπαδιές), η αναγνώριση της αξίας του ατόμου.
      Οι αξίες που προβάλλονται μέσα από αυτά είναι η φιλεργατικότητα, η ειλικρίνεια, η ευρύτητα σκέψεως και ελευθερία γνώμης.
      Στις περισσότερες περιπτώσεις ωστόσο τα προβλήματα δεν προβάλλονται άμεσα αποτελούν μέρος του συνόλου της ελληνικής δραματουργίας, είναι στρατευμένα υπέρ κάποιων συγκεκριμένων σταθερών κοινωνικών θέσεων και εκφράζουν μέσω του raisonneur, τους προβληματισμούς του συγγραφέα.
      Ο Ξενόπουλος μιλούσε για το ιδεοθέατρο πού  «κάνει από τις ιδέες του ανθρώπους πού να τις ενσαρκώνουν, κάνει ανθρώπους- ιδέες», οι οποίοι όμως θα πρέπει να είναι «τόσο αληθινοί, τόσο ζωντανοί, ώστε να μη φαίνονται ιδεάνθρωποι, κατασκευασμένοι ξεπίτηδες...».
      Το θέατρο Ιδεών ή το κοινωνιστικό δράμα αποτελεί την ειδοποιό διαφορά του είδους αφού η θεματολογία του είναι ανατρεπτική: χειραφέτηση γυναικών, κοινωνική κριτική και άρνηση των παραδοσιακών αξιών, συμβολισμός και  αλληγορία όπως φαίνεται από τους τίτλους των έργων χωρίς όμως ιδεολογικές εξάρσεις. Γυναίκα χωρίς εξάρτηση, συμφέρον, εύκολος πλουτισμός, ηθική κατάπτωση ατόμων, ανάπτυξη ψυχολογίας και επιστήμης (ανάλυση των ατόμων με βάση τον κοινωνικό τους περίγυρο), κοινωνικές και ερωτικές σχέσεις ως κοινωνικό φαινόμενο.
     Αισθητικά κυριαρχεί ο ρεαλισμός και ο νατουραλισμός.
       Οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ή η δράση των εργατικών ενώσεων και οι μάχες της πολιτικής δεν αφήνουν αδιάφορους τους θεατρικούς συγγραφείς. Ανάλογα με την ιδεολογική του τοποθέτηση ο καθένας καυτηριάζει την κοινωνική πραγματικότητα. Οι σοσιαλιστικές και μαρξιστικές ιδέες έχουν κάνει ήδη την πρώτη εμφάνισή τους .
      Βασική θεματική στα έργα των γνήσιων σοσιαλιστών συγγραφέων: Ταγκόπουλος, Καμπύσης, Γκόλφης, Σημηριώτης είναι η ταξική εξάρτηση και η εκμετάλλευση των μικροαστών από τους προλετάριους και μεγαλοαστούς. 
       Οι συγγραφείς του εργατικού ή προλεταριακού δράματος το οποίο κατέχει καινούρια θέση στο θέατρο Ιδεών,  παρουσιάζουν ολοκληρωμένες μαρξιστικές θέσεις.
      Οι ήρωες  των έργων αυτού του είδους είναι εργάτες σε εργοστάσια που αγωνίζονται σκληρά για να καλυτερέψουν τη θέση τους. (οι Εργάται του Υφαντουργείου)του Χρ. Καλογερίκου, οι προλετάριοι μετατρέπονται σε περιθωριακούς τύπους (λούμπεν) και για όλα ευθύνεται το κοινωνικό σύστημα. (Για το ψωμί) του Τ.Πίτσα.
Μέχρι την μικρασιατική καταστροφή του 1922, καλλιεργούνται διάφορα είδη θεάτρου όπως η επιθεώρηση, το πατριωτικό δράμα, το παραμυθόδραμα κ.ά. παρόλα αυτά όμως το αστικό δράμα  μονοπωλεί το καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, καθώς ευνοείται από τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής, το βενιζελισμό και την αστική ανάπτυξη.
    Ο 20ος αιώνας αρχίζει με τη δημιουργία της "Νέας Σκηνής" από τον Κ. Χρηστομάνο και την ίδρυση του Βασιλικού θεάτρου με τη σημαντική παρουσία του Θωμά Οικονόμου και τη στροφή στη δομή και οργάνωση της θεατρικής ζωής. Το ρεπερτόριο της "Νέας Σκηνής" περιελάμβανε έργα του Ίψεν, του Τολστόι, του Τουργκένιεφ, του Σνίστλερ, του Σαίξπηρ και του Γκολντόνι.  Το ελληνικό ρεπερτόριο περιελάμβανε έργα με κοινωνικό προβληματισμό ή ψυχολογικά δράματα που παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό όπως «Οι Κούρδοι» του Γ. Καμπύση, «Το μυστικό της Κοντέσας Βαλέρενας» του Ξενόπουλου, το «Μπροστά στους ανθρώπους» του Μ. Αυγέρη χωρίς να λείπουν και παραστάσεις παλαιότερων έργων  όπως «Η κυρία Βεράντη» του Κορομηλά και η «Νίκη του Λεωνίδα» του Χ. Αννίνου.  Αργότερα σε μια προσπάθεια προσέλκυσης του ευρύτερου κοινού προστέθηκαν και λιγότερο ποιοτικά έργα, επιτυχίες των παρισινών σκηνών αλλά χωρίς μεγάλη επιτυχία.
Το ρεπερτόριο του Βασιλικού θεάτρου αντλήθηκε από αυτό του 19ου αιώνα ενώ οι ευρωπαϊκές επιρροές περιορίστηκαν σε ανώδυνα έργα ψυχαγωγικού χαρακτήρα από τις γαλλικές και ευρωπαϊκές σκηνές ενώ αργότερα προστέθηκαν και έργα του κλασικού ευρωπαϊκού ρεπερτορίου όπως ο «Φάουστ» του Γκαίτε κ.α.  Στα τελευταία αναδείχθηκε η σκηνοθετική δεινότητα του Θ. Οικονόμου.  Παρά τις επιτυχίες του, το Βασιλικό θέατρο δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει την απαραίτητη συσπείρωση και να εκπληρώσει τον παιδευτικό του ρόλο.
       Με τους δύο αυτούς φορείς καθιερώνεται και η σκηνοθεσία στο νεοελληνικό θέατρο και εισάγονται συστηματικά οι νέες ευρωπαϊκές τάσεις.
       Πέρα από τη συνεργασία με νέους ηθοποιούς και συγγραφείς, δόθηκε βαρύνουσα σημασία στα σκηνικά, τη μουσική, την ενδυματολογία, στοιχεία που βοηθούν να αποδοθεί καλύτερα το νόημα του έργου.
       Πριν από το τέλος της πρώτης δεκαετίας του αιώνα η πρωτοβουλία των παραστάσεων περνάει στους θιασάρχες. Δημιουργούνται γνωστοί θίασοι: του Βεάκη, του Φυρστ και του Οικονόμου και υπάρχει ανανέωση του δραματολογίου η οποία για πρώτη φορά εντοπίζεται στο θίασο του Λεκατσά.
       Ο Ευτ. Βονασέρας ανεβάζει Ίψεν, Σούντερμαν, κ.α.  Η Μ. Κοτοπούλη, ιδρύει το θίασό της το1906 και ανεβάζει μεταξύ άλλων Ίψεν, Νιρβάνα, Μελά, Ξενόπουλο, και η Κυβέλη Αδριανού ιδρύει το θίασό της το 1908 και ανεβάζει Ξενόπουλο, Μελά, Νιρβάνα, Ταγκόπουλο, Χορν,  Ίψεν, Στρίνμπεργκ, κ.ά.
                                               «Οι Κούρδοι» του Καμπύση»
      «Οι Κούρδοι» του Καμπύση γράφτηκαν το 1896 και πρωτοπαίχτηκαν από τη Νέα Σκηνή του Κ.Χρηστομάνου. Τοποθετούνται στην πρώτη δραματουργική περίοδο του συγγραφέα, αυτή των αστικών δραμάτων, όπου ακολουθεί το ιψενικό πρότυπο. Το έργο αυτό θεωρείται ότι θέτει τις βάσεις για τη μετέπειτα καθιέρωση του Θεάτρου Ιδεών .
      Η υπόθεση του έργου περιληπτικά έχει ως εξής:
      Ο Πέτρος, επηρεασμένος από τις σοσιαλιστικές του ιδέες αρνείται να ενταχθεί στο σύστημα. Σύντομα αναθεωρεί τις απόψεις του όταν ερωτεύεται την Αννέτα. Είναι όμως αργά γιατί ο Βάσος την έχει αποπλανήσει. Προκειμένου να αποφασίσει για την στάση που πρέπει να κρατήσει απέναντι στην Αννέτα, ζητά τη γνώμη της Σόνιας και του Αντζανιάν, που λόγω της επαναστατικής τους δράσης απελαύνονται από τη χώρα.
      Ο Καμπύσης γράφοντας το έργο αυτό είχε σαφή πρόθεση να αναγάγει του Κούρδους σε σύμβολο κοινωνικό.
      Είναι τρίπρακτο κοινωνικό δράμα ,  και τα πρόσωπα που παρουσιάζονται είναι πέντε.: η κυρά Σταυρόπλενα, ο γιός της ο Πέτρος, η κόρη της Σμαράγδα, ο Βάσος ανεψιός της πλουσιόπαιδο της Αθήνας και η φτωχή μοδιστρούλα Αννέτα. Ο σκηνικός χώρος αποδίδει ένα φτωχικό σπίτι με θέα στο δρόμο και εσωτερική αυλή κάποιας λαϊκής γειτονιάς της Αθήνας.Η πλοκή της υπόθεσης είναι λιτή και αναπτύσσεται κλιμακωτά, ακολουθώντας το ιψενικό πρότυπο. Στην πρώτη πράξη δίνει βαρύτητα στην ψυχογραφία των ηρώων και την περιγραφή του κοινωνικού περίγυρου, στη δεύτερη στη διαπλοκή του μύθου και στην τρίτη επέρχεται η δραματική κορύφωση.
      Ο συγγραφέας διηγείται ταυτόχρονα δύο ιστορίες: τη καθημερινή ιστορία των βασανισμένων ανθρώπων της αυλής και ένα ιστορικό κομμάτι, την σφαγή των Αρμενίων, το αναρχικό σύστημα κ.λ.π.
       Προβάλλει την πολιτική του ιδεολογία, τις σοσιαλιστικές του ιδέες στηλιτεύοντας την κοινωνική αδικία, την ιδεολογική χειραγώγηση και την εκμετάλλευση του λαού από την άρχουσα τάξη. Παρουσιάζει  με ρεαλιστικό τρόπο τις κοινωνικές σχέσεις που είχαν διαμορφωθεί στα πλαίσια της αστικής τάξης της εποχής του.
      Το έργο έχει επίσης και συμβολικό χαρακτήρα: ο Πέτρος αντιπροσωπεύει τις σοσιαλιστικές ιδέες, έρχεται σε ρήξη με την συντηρητική νοοτροπία, ο Βάσος  το επικρατούν σύστημα, την κοινωνική τάξη, η Αννέτα, τα θύματα της ταξικής εξάρτησης, το δε ζεύγος των Αρμενίων τον μηδενισμό. Κούρδους θεωρεί όλους εκείνους, που με τη δύναμη του χρήματος κατευθύνουν και εκμεταλλεύονται τους άλλους. Είναι σχεδόν ασύδοτοι, γιατί προστατεύονται πίσω από την ηθικότητα και την νομιμοφροσύνή  τους.
 

                        «Το Μυστικό της Κοντέσσας Βαλέραινας» του Ξενόπουλου.

      «Το Μυστικό της Κοντέσσας Βαλέραινας» του Ξενόπουλου, ανέβηκε το 1904 από τη Νέα Σκηνή του Κ. Χρηστομάνου, και βασίζεται στο ομώνυμο διήγημα(1897). Το έργο αυτό με τη θεματική του απεικονίζει μια οικογενειακή και κοινωνική πραγματικότητα, προβάλλει αξίες ιδεολογικές και ταξικές ταυτόχρονα όμως, τονίζει και την αξία της γυναικείας παρουσίας αλλά και την αποδοχή της γυναικείας ισότητας.   Eίναι ολιγοπρόσωπο και συμπεριλαμβάνει μια οικογένεια. Αποτελείται από τρεις πράξεις :στην 1η πράξη γίνεται η εισαγωγή και η πληροφόρηση, στη 2η σημειώνεται η κλιμάκωση της δράσης και στην 3η έρχεται η λύση του δράματος. Η πληροφόρηση του θεατή είναι σταδιακή, χωρίς να ξεχωρίζει κάποια «έκθεση».
      Η υπόθεση του έργου περιληπτικά έχει ως εξής:
      Πρόκειται για μια οικογένεια ξεπεσμένων αριστοκρατών. Η ηλικιωμένη πια κοντέσα Βαλέραινα κατέχει μια συνταγή που πηγαίνει από θηλυκό σε θηλυκό μέλος της οικογένειας και θεραπεύει τη «θέλλα» των ματιών.  Έχει περιπέσει σε τέτοια κατάντια που τα νεότερα μέλη, την πιέζουν να ομολογήσει το μυστικό της σκόνης, να πουλήσει την συνταγή, σε κάποιον τυχοδιώκτη και να μην ξεπέσουν.  Αποκαλύπτει το μυστικό η κοντέσα  στη νύφη της αφού πρώτα παίρνει το φαρμάκι για να ξεπλύνει την «ατιμία». Τη στιγμή που ψυχομαχά, η οικογένεια μαθαίνει ότι ο Πάπιζας που ενδιαφερόταν να αγοράσει τη συνταγή, έχει μόλις συλληφθεί για σειρά από απάτες. Το μυστικό σώζεται με τη θυσία της κοντέσας, πρότυπο ευγένειας και αρχοντιάς σε έναν αιώνα που χαρακτηρίζεται από την ευτελή κερδοσκοπία και τις σχέσεις συναλλαγής.
      Ο Ξενόπουλος είναι ο σημαντικότερος εισηγητής του αστικού δράματος στην Ελλάδακαι ένας από τους σημαντικότερους εκφραστές του θεάτρου ιδεών.    Επηρεάστηκε από το ιψενικό θέατρο. Στοιχεία που αποδεικνύουν αυτήν την επιρροή είναι: η πλοκή, η ψυχογραφία των προσώπων, η ποιότητα του διαλόγου, η συνοχή, η αυστηρή ενότητα χώρου, χρόνου και υπόθεσης (το έργο αρχίζει το πρωί και τελειώνει το βράδυ στον ίδιο χώρο),η σκηνική οικονομία, η ποιότητα του διαλόγου (δεν υπάρχει λέξη παραπάνω η οποία δεν χρειάζεται). Η ιψενική επίδραση φαίνεται και από την αλλαγή του τέλους, ο ιψενικός ήρωας είναι προσηλωμένος σε ένα ιδανικό, πιέζεται αλλά δεν συμβιβάζεται.
       Η Βαλέραινα στο συγκεκριμένο έργο όταν διαπιστώνει ότι άλλαξαν οι καιροί και ότι δεν μπορεί να πείσει κανένα για την ιερότητα του μυστικού αυτοκτονεί.  Με αυτό τον τρόπο διαφυλάττει τον όρκο της και τη συνείδησή της.     
      Με την προσθήκη του  τραγικού τέλους ο Ξενόπουλος αντιπαραβάλλει την παλαιά ρομαντική εποχή, τον ιδανικό κόσμο με τις παραδοσιακές αξίες, τιμή και υπόληψη, σε αντιδιαστολή με την καπιταλιστική ωφελιμότητα, το κέρδος, την εκβιομηχανισμένη Ευρωπαϊκή κοινωνία  και τις αστικές διασκεδάσεις.
Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι το θέατρο σχετίζεται με την κοινωνική και ιστορική πραγματικότητα  μιας εποχής. Με την άνοδο της αστικής τάξης στην Ευρώπη επέρχεται αλλαγή στο θέατρο και κυρίως στη δραματουργία που παρακολουθεί αυτήν την άνοδο. Η δημιουργία του αστικού δράματος κατά τον 20ο αιώνα συνδέεται με μια γενική ανανέωση του θεάτρου τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα. Το νέο αστικό δράμα αντλεί τα θέματά του από την καθημερινή πραγματικότητα, (νέες συνθήκες ζωής στα αστικά κέντρα, προβλήματα οικονομικά και πολιτικά τα οποία καλείται να αντιμετωπίσει). Γι' αυτό και η  αισθητική του κινείται από το ρεαλισμό στον νατουραλισμό και ενίοτε ως το συμβολισμό. Ιδεολογικά αγγίζει τον σοσιαλισμό και τον μαρξισμό.
     Παράλληλα με το αστικό δράμα δημιουργούνται και άλλα είδη όπως το θέατρο Σκιών, έργα με θέση, το εργατικό δράμα κ.ά. Δημιουργοί όπως ο Ξενόπουλος, και ο Καμπύσης, δραματοποιούν σύγχρονους κοινωνικούς προβληματισμούς, ενώ σκηνοθέτες όπως ο Χρηστομάνος και ο Οικονόμου καθώς και  ηθοποιοί όπως η  Κοτοπούλη και η Κυβέλη, πιστοποιούν με τις επιλογές τους την ελληνική θεατρική αναγέννηση της εποχής.-
Βιβλιογραφία στο αρχείο της συγγραφέως.

ΦΩΤΕΙΝΗ Π. ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ
ΠΤΥΧΙΟΥΧΟΣ ΣΧΟΛΗΣ
ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΕΑΠ ΠΑΤΡΩΝ

nissan_tsioris_note.png


 

Πρωτοσέλιδα