Διαδρομή προς το Νοέμβρη του ΄73

Η ιστοσελίδα «Ημέρες 1972-1973» διατηρεί τη μνήμη του Πολυτεχνείου μέσα από μία βάση δεδομένων 3585 τίτλων, 4198 σελίδων και 6452 προσώπων που συνδέονται με τα γεγονότα της διετίας 1972-1973.
Για πρώτη φορά οι μέρες του Πολυτεχνείου ξεδιπλώνονται μέρα-μέρα, ώρα με την ώρα μπροστά στα μάτια της νεώτερης Ελλάδας. Για την νεώτερη Ελλάδα «η γενιά του Πολυτεχνείου είναι ο παππούς και η γιαγιά της διπλανής πόρτας». Μέσα από τις σελίδες και τα «μάτια» των «παιδιών του Πολυτεχνείου» ζωντανεύουν μνήμες, «χορεύουν» θύμησες, ξυπνάει η ιστορία, «μιλάνε» οι νεκροί.


Γιάννης Αλαβάνος

 Είτε από συγκυρία, είτε από ικανότητα, είτε από κακή εκτίμηση του σπουδαστικού της ασφάλειας, στη σχολή μας (Αγρονόμων Τοπογράφων Μηχανικών) στις 20 Νοεμβρίου 1972 εκλέχθηκε δημοκρατικό – αντιχουντικό συμβούλιο. Το ένα από τα δύο σε όλη την Ελλάδα, και τα δύο στο ΕΜΠ (το άλλο στην ενιαία τότε σχολή Χημικών και Μεταλλειολόγων Μεταλλουργών Μηχανικών).
 
Αυτή η ημέρα, όπου η αστυνομία μπούκαρε στο ΕΜΠ, διέλυσε τη συγκέντρωση των φοιτητών, χρησιμοποίησε βία και πίστεψε πως δημιούργησε τις συνθήκες για άνετη νόθευση των εκλογών, σημάδεψε τη σχολή, τα έτη και το πρόγραμμα σπουδών της, τις ζωές, την προσωπική, τη φοιτητική, την επαγγελματική των σπουδαστών της….
 
 
...σιγά-σιγά οι καταπιεσμένοι ξεκίνησαν. Πρώτα λεκτικά, με πράξεις (όχι βίαιης αντίστασης), αργότερα με το να εκφράζονται. Και τότε άρχισαν οι μοναδικές διαδρομές να συναντιόνται στα νοικιασμένα σε φοιτητές σπίτια, σε απόμερα ζαχαροπλαστεία, στην ανάγκη για ελευθερία και έναν άλλο κόσμο.
 
Στις φοιτητικές εκλογές ψήφισαν, κατά προσέγγιση, 70 τους δημοκράτες φοιτητές και 40 τους υποδεικνυόμενος από τη λεγόμενη «ένωση εθνικοφρόνων φοιτητών». Σαράντα μέρες μετά, σε μια από τις γενικές συνελεύσεις, που με ρυθμό εβδομάδας συγκαλούνταν, 290 φοιτητές, η συντριπτική πλειοψηφία του συνόλου των φοιτητών της σχολής, έναντι 15, ψήφισαν τη διαγραφή από τον φοιτητικό σύλλογο όσων δήλωναν ότι δεν θα πειθαρχήσουν στις αποφάσεις της (κατά βάση οι δηλωμένοι χουντικοί). Είχε προηγηθεί τη δεύτερη εβδομάδα, μετά την άρνηση του ΔΣ να αναγνωρίσει οποιονδήποτε ρόλο στον κυβερνητικό επίτροπο, την άρνηση της πρυτανείας να παραχωρήσει αίθουσα για ΓΣ και την άρνηση της ασφάλειας να δώσει άδεια να γίνει εκτός ΕΜΠ Γενική Συνέλευση, η κατάληψη του αίθριου στον τρίτο όροφο του Γκίνη, όπου εκατοντάδες συμφοιτητές υπέγραψαν, αλληλέγγυοι και συνυπεύθυνοι με τα μέλη του ΔΣ, για την παραβίαση των κανόνων της δικτατορίας και των εκτελεστικών οργάνων της, και πιστοί στις αρχές του δημοκρατικού συνδικαλισμού. Αυτή η μέρα για τη σχολή και τον καθένα μας καταγράφεται ως ιστορική…
…Όλες οι μοναδικές και μοναχικές διαδρομές για τους τρεις επόμενους μήνες (ως τη στράτευση των φοιτητών), αποτέλεσαν ένα καθημερινό φαινόμενο. Τρελάναμε τους χουντικούς στις διαδικασίες, στις δράσεις και στη διαφάνεια. …Βασάνισαν τον Ρεβελάκη, στείλανε στα δικαστήρια τον Κατωπόδη, αναλογικά από τη σχολή στρατεύσαν τους περισσότερους φοιτητές από κάθε άλλη σχολή. Τότε σήκωσαν το βάρος αυτοί που δεν μπορούσαν να στρατευθούν, ανάλαβαν τις «δημόσιες σχέσεις» οι φοιτήτριες της σχολής. Συνέχισαν αυτή τη διαδρομή…
 
…Επειδή πολλοί, πια, χάνονται, καταγράφουμε αυτήν την περίοδο, τις μνήμες συμφοιτητών και διδασκόντων στη σχολή. Για όσους ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο, η συγκλονιστικότερη εμπειρία ήταν αυτή της 17ης Νοέμβρη:..
Όλοι σχεδόν, δεν είμαι από αυτούς αλλά συμμερίζομαι την αντίδραση τους, χρόνια πολλά δεν συμμετέχουν στις πορείες της 17ης Νοέμβρη και οι περισσότεροι δεν πιστεύουν ότι θα έρθουν άλλα «Πολυτεχνεία»….
 
 
…Αφετηρία όλων των γεγονότων είναι οι μοναδικές και μοναχικές, αρχικά, διαδρομές των ανθρώπων. Και στο τέλος έτσι είναι. Στη διπλανή ή την απέναντι πόρτα είναι πολύ πιθανό να βρούμε έναν παππού ή μια γιαγιά, που λόγω της δικής τους συμμετοχής (επειδή αναμίχθηκαν ή επειδή συμπαραστάθηκαν ή επειδή ευχήθηκαν) υπήρξε το Πολυτεχνείο. Γι’ αυτό οι ειδικοί πρέπει να τοποθετηθούν. 200 χρόνια από την κήρυξη της ανεξαρτησίας, 100 χρόνια από τη μικρασιατική καταστροφή, ας διασώσουμε στα 50 χρόνια ότι το «Πολυτεχνείο» είναι μήνυμα για τον κάθε ένα και την κάθε μία, που ακυρώνει μια από τις κυρίαρχες δοξασίες της κάθε εξουσίας. Αντιπαθούμε τους οπαδούς, δεν μας συγκινούν οι φίλαθλοι, στη δημοκρατία θέλουμε παίκτες.

Μαρτυρίες: Τάκης Γεράρδης
…Πέρασαν πενήντα χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Σαν χτες ήταν που, πρωτοετής της Βιομηχανικής Πειραιά, έμαθα ένα απόγευμα για το Πολυτεχνείο. Και πήγα για συμπαράσταση. Και κλειστήκαμε μέσα και βρήκα κι άλλους φίλους από άλλες σχολές και συμμαθητές από το σχολείο και ενώσαμε τις φωνές μας να πέσει η Χούντα….
…Ένα βουητό στα αυτιά από τα συνθήματα που με ακολουθούσε για πολλές μέρες, ο κόσμος έξω από τα κάγκελα μια μήτρα προστασίας, ξενύχτι και βάρδια περιφρούρησης, ώσπου συναντώ στο προαύλιο τον Κ.Μ., τον συμφοιτητή με το κοντοκουρεμένο μαλλί από τη Βιομηχανική, που στις συνελεύσεις ζητούσε ηπιότητα και λέγαμε γι’  αυτόν πως είναι χαφιές. Ειδοποιώ τον Γιώργο Φιλιππάκη που ήταν στη Συντονιστική. …
…Παρασκευή, νύχτωσε πια. Ο κόσμος έξω από τα κάγκελα πολύς. Οι φωνές βραχνές, τώρα τραγουδάμε τον Εθνικό Ύμνο. Οι φαντάροι στημένοι μπροστά από τους χωροφύλακες και τους χαφιέδες. Η Πύλη πατήθηκε από το τανκ. Οι φοιτητές αραίωσαν. Μείναμε καμιά διακοσαριά μόνοι εκεί στην Τοσίτσα να φυλάμε μην μπούνε χαφιέδες. Κάνουμε έξοδο, οι στρατιώτες μας προστατεύουν απ’ τους τραμπούκους, στρίβουμε δεξιά και ξανά μετά στη Μπουμπουλίνας. Χαθήκαμε κατά ομάδες στα στενάκια του Στρέφη, χτυπούσαμε κουδούνια να ανοίξουν. Κάποιοι δεν άκουγαν, κάποιοι άνοιγαν. Ανεβαίνουμε τα σκαλιά με ταχύτητα, ο Χρήστος, εγώ, η Λίνα κι ο Αλέκος, συμμαθητές και φίλοι, και μερικοί άγνωστοί μας. Φτάνουμε στον τέταρτο. Ανοίγει μια πόρτα και βλέπω τον Κ.Μ., τον συμφοιτητή μου με το κοντοκουρεμένο μαλλί. Πάγωσα. Αυτό είναι, σκέφτηκα αμέσως. Ποιος θα ανοίξει και ποιος δεν θα ανοίξει ήταν προσχεδιασμένο απ’ τη Χούντα, να μας μαντρώσουν και να μας πετσοκόψουν. Μπαίνουμε στο διαμέρισμα. Η μάνα του στα μαύρα. Είχε πεθάνει πρόσφατα ο πατέρας του σπιτιού. Κατέβασε στρωσίδια από το πατάρι, μας έφτιαξε τσάγια να μαλακώσουν οι φωνές, μας τάισε σούπα και ό,τι άλλο είχε. Ήταν η μάνα του και ταυτόχρονα η μάνα όλων μας. Ντροπιασμένος απέφευγα να τον κοιτάξω. Τηλεφωνήσαμε στους δικούς μας, είμαστε σώοι, και είμαστε κατ’ εξακολούθηση αγωνιστές. …

Μαρτυρίες: Κώστας Βοσταντζόγλου
1949-2021,
Εκείνη την εποχή ήμουνα φαντάρος. 382 ΠΑΥΠ. Προκεχωρημένη Αποθήκη Υλικού Πολέμου. Στρατόπεδο ανεπιθυμήτων. Μεταξύ Κοζάνης και Φλώρινας, κοντά στο Αμύνταιο…
…είχα πάρει άδεια. Κατέβηκα Αθήνα, γιατί γιόρταζα (είχα τα γενέθλιά μου στις 16), κι είχα φροντίσει να πάρω την τελευταία μου άδεια πριν απολυθώ τον Γενάρη, ώστε να είμαι εδώ στη γιορτή μου. Ήρθα στις 15 από την Κοζάνη. Ήδη ήτανε κλεισμένοι οι φοιτητές στο Πολυτεχνείο. Στις 16 συναντήθηκα με έναν συγκολυμβητή, πήγαμε από το κολυμβητήριο στο Ζάππειο και μετά έριξα την ιδέα να περάσουμε να δούμε τι γίνεται στο Πολυτεχνείο. Την ώρα που φτάναμε, ήτανε μαζεμένος κόσμος και φώναζε συνθήματα και τα λοιπά. Και μέσα και έξω από το Πολυτεχνείο. Πολύς κόσμος. Το αδιαχώρητο, τουλάχιστον μπροστά. Αλλά κατέβαινε και συνέχεια κόσμος από τη Σόλωνος, από τη Σταδίου, από την Πανεπιστημίου, μπουλούκια… Κατά τις 19:30 με 20:00 περίπου, πέσανε τα πρώτα δακρυγόνα. Κι άρχισε ο κόσμος να φεύγει αλλόφρων δεξιά αριστερά. Εκεί χώρισα με τον Πέτρο τον Πομόνη, εγώ έμεινα, αυτός έφυγε. Αστυνομία δεν φαινόταν καθόλου, δεν ξέραμε καν από πού πέφτανε τα δακρυγόνα. Οι φοιτητές από μέσα μάς λέγανε: «Μη φεύγετε», οι περισσότεροι λακίσανε – εντάξει, λογικό είναι. Όσο πέρναγε η ώρα, πέφτανε ακόμα περισσότερα δακρυγόνα κι αρχίσανε πια και πέφτανε και σφαίρες. Δεν ξέραμε πάλι ούτε από πού, ούτε ποιος έριχνε, ούτε τίποτα. Απλώς είδαμε κάποιους τραυματίες. Κάποιος με σφαίρα στο πόδι, άλλος με σφαίρα στο χέρι. Αυτοί κοιτάξανε να αδειάσουνε το χώρο μπροστά απ’ το Πολυτεχνείο – οι μπάτσοι.
Εγώ έφυγα με μια ομάδα από δέκα δεκαπέντε άτομα και πήγαμε στην πλευρά του Αρχαιολογικού Μουσείου. Χτυπήσαμε καμιά δυο πόρτες σπιτιών, αλλά δεν άνοιγε κανένας, και πήγαμε και κάτσαμε στα σκαλάκια του «Αρχαιολογικού» περιμένοντας τι μέλλει γενέσθαι. Ακούγαμε τις εκπυρσοκροτήσεις, βλέπαμε τα καπνογόνα που σηκώνανε τα ντουμάνια… Κάποια στιγμή, σηκώθηκε μια κοπέλα μπροστά μου, [που] όπως αποδείχτηκε μετά ήταν Νορβηγίδα, και όπως σηκώθηκε, τη χτύπησε μια σφαίρα εδώ (δείχνει στη βάση του λαιμού) και βγήκε από πίσω, από την πλάτη. Τη σηκώσαμε εγώ μ’ άλλο ένα παιδί και την πήγαμε απέναντι, στο «Ακροπόλ». Το «Ακροπόλ» ήτανε κλειστό. Κλειστό αλλά φωτισμένο. Φτάσαμε στην πόρτα, εκεί στεκόταν ο μετρ ντ’ οτέλ, ο υπεύθυνος του ξενοδοχείου –κράταγε μια πετσέτα κι είχε κι ένα παπιγιόν–, και δεν μας άνοιγε. Τον παρακαλούσαμε, να τηλεφωνήσουμε έστω να έρθει ένα ασθενοφόρο να πάρει την κοπέλα. Δεν άνοιγε. Αποτέλεσμα, κάναμε μια έτσι στην πόρτα τη γυάλινη και τη χώσαμε μέσα. Μπήκαμε μέσα και είδαμε μια παρέα κυρίες να παίζουν κουμκάν. Αδιάφορες για το τι συνέβαινε έξω, τους πυροβολισμούς, τις χειροβομβίδες (γέλια), ο κακός χαμός γινότανε, αλλά εκείνες ήταν φοβερά απασχολημένες….Βγήκα από κει όταν πήρανε την κοπέλα, και πήγα δίπλα, σε ένα ημιυπόγειο –επίσης με γυάλινη πόρτα που την είχανε σπάσει και βάζανε μέσα τραυματίες– δίπλα στο «Ακροπόλ». Εκεί είδα τον αδερφό ενός φίλου, του Λάμπρου του Ξενάριου, που κολύμπαγε και ήταν και πρωταθλητής. Είχε φάει μια σφαίρα στο πόδι. Και εκεί ήταν οι περισσότεροι που συλλάβανε και μετά τους έκανε την ανάκριση ο Μαστοράκης. Ήτανε χτυπημένοι οι περισσότεροι, λίγο πολύ, και κάποιοι που δεν φεύγανε γιατί προσέχανε κάποιους φίλους ή φίλες που είχανε χτυπηθεί και δεν θέλανε να τους αφήσουνε.
Από κει πήγα προς το Πολυτεχνείο ξανά. Ήτανε σταματημένο μπροστά στην πύλη ένα ασθενοφόρο και παλεύανε να κατεβάσουνε μια αμπούλα οξυγόνου. Μια οβίδα. Την έπιασα και ήμουνα τόσο σπινταρισμένος, που την πήγα μόνος μου μέσα, ανέβηκα όλα τα σκαλιά της Αρχιτεκτονικής τρέχοντας μέχρι τον όροφο όπου είχαν το ιατρείο. Ρώτησα τον γιατρό –ήταν ένα παιδί με γυαλιά– πού να την αφήσω, και με οδήγησε στη διπλανή αίθουσα στα δεξιά. Μέσα ήταν ήδη ένας νεκρός. Αυτός ήτανε μάλλον από δακρυγόνο, γιατί την είχε φάει στο κεφάλι ή στο στήθος και είχε σκάσει – δεν ήτανε από σφαίρα. Ο γιατρός μού είπε: «Μη μιλήσεις και πέσει πανικός…» Σηκώθηκα και κατέβηκα κάτω. Κάτω, στο προαύλιο, είχαν ανάψει φωτιές, εκεί όπου είναι τώρα το κεφάλι, για να σηκώνονται τα δακρυγόνα. Εγώ, ξέροντας τι θα επακολουθήσει, είχα πάρει κουτάκια με «Νιβέα» και τα μοίραζα στις κοπέλες… Όλοι με κοιτάγανε κάπως περίεργα γιατί ήμουνα κοντοκουρεμένος. Τους έλεγα: «Παιδιά, φαντάρος είμαι, κι αν με πιάσουνε, τη ***, αλλά δεν φεύγω…
…Στην πύλη απάνω ήτανε πάρα πολλά παιδιά, κοπέλες και αγόρια. Ένας ήταν ανεβασμένος απάνω στη στήλη και μια κοπέλα ήτανε στην άλλη πλευρά. Μετά έμαθα ότι ήταν η κοπέλα που, πέφτοντας, τη χτύπησε η πόρτα. Τα βλέπαμε από κάτω μας ακριβώς, από τον τέταρτο όροφο. Θυμάμαι ήταν ένα παιδί, ή του Ναυτικού ή του Λιμενικού (φόραγε άσπρα), μαζί με την κοπέλα του, και οι υπόλοιποι ήμασταν ξέμπαρκοι, ανεξάρτητοι-μεμονωμένοι που λένε…Κάποια στιγμή είδαμε το τανκ να κάνει ένα τίναγμα, να χτυπάει την πόρτα και να φεύγουνε τα παιδιά σαν κούκλες από πάνω. Πέσανε όλοι κάτω, ουρλιαχτά, φωνές…Κάποια στιγμή μού στείλανε κι έναν δίσκο απ’ το Παρίσι με τα ηχητικά, που μιλάει ο Παπαχρήστος: «Αδέρφια μας στρατιώτες, αδέρφια μας στρατιώτες», κι εγώ είχα πάθει την πλάκα της ζωής μου. Έφυγα απ’ το σπίτι και περπάταγα τρεις ώρες μέχρι να συνέλθω. Ήταν εγκληματίες… Και είναι εγκληματίες… Και δυστυχώς, δεν έχει τιμωρηθεί κανένας και για τίποτα. Κατόπιν εορτής έμαθα ότι ένας απ’ αυτούς που πυροβολούσε από την ταράτσα είχε διαφύγει κάπου στη Βραζιλία, μου φαίνεται…Όταν ξαναπήγα στη μονάδα, έκανα ότι δεν ξέρω τίποτα…

Μαρτυρίες: Γιάννης Ευλογημένος
…Αργά το βράδυ έκλεισαν οι πόρτες, αλλά όποιος ήθελε μπορούσε να φύγει όπως και να μπει μέσα στο Πολυτεχνείο. Από τα κάγκελα της Πατησίων έρχονταν γυναίκες και άνδρες μεγαλύτερες ηλικίας και έφερναν πακέτα με τσιγάρα και φαγητά σε ταψιά και κούτες. Με την έλευση των τελευταίων κρίθηκε αναγκαία η λειτουργία του εστιατορίου στον πέμπτο όροφο της σχολής των μηχανολόγων.
Κάποια στιγμή, μέσα στη νύχτα, εμφανίστηκαν κάποιοι νέοι και ζήτησαν επαφή με τους χειριστές του ραδιοσταθμού. Τότε πληροφορηθήκαμε το σπουδαίο νέο. Αυτός ο ερασιτεχνικός σταθμός του Πολυτεχνείου ακουγόταν ως την περιοχή των Εξαρχείων και λίγο μακρύτερα. Οι νεαροί επισκέπτες ήταν ερασιτέχνες στο είδος, αλλά διέθεταν κάποιο σοβαρό εξοπλισμό και μας τον πρόσφεραν ανιδιοτελώς. Με την καινούρια ενίσχυση, ο σταθμός του Πολυτεχνείου επέκτεινε την εμβέλειά του σε πολλές περιοχές της Αθήνας. Αργότερα μάθαμε ότι και άλλοι μικροί ερασιτεχνικοί ραδιοφωνικοί πομποί αναμετέδιδαν τις εκπομπές του Πολυτεχνείου στη δική τους συχνότητα. Χωρίς να το έχει σχεδιάσει κανείς, μια ευρηματική πρωτοβουλία των φοιτητών μηχανολόγων ανέβασε στα ύψη την αντίσταση κατά της χούντας μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού «ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ – ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ», που ακουγόταν πια σε όλη την Αθήνα…Όρισαν υπεύθυνους του σταθμού και συγκεκριμένους εκφωνητές, οι οποίοι ήταν άτομα εμπιστοσύνης, κοινά αποδεκτά και πειθαρχημένα, που δεν αποζητούσαν καμιά προσωπική προβολή (Παπαχρήστου, Δαμανάκη).
Η Πέμπτη 15 του Νοέμβρη ήταν μια καθοριστική ημέρα. Θα έκρινε το μέλλον της κατάληψης. Μια στασιμότητα της μαζικότητας θα οδηγούσε σε εκφυλισμό της και νομοτελειακά στην ολοκλήρωση της. Η εξέλιξη των γεγονότων πέρασε τα όρια κάθε φαντασίας. Χιλιάδες άνθρωποι είχαν αρχίσει από νωρίς να μαζεύονται, και μέσα στην αυλή και στα πεζοδρόμια της Πατησίων. Διαδηλωτές είχαν διεισδύσει στις λωρίδες κυκλοφορίας και καλούσαν τους επιβάτες να ενωθούν μαζί μας. Κοιτώντας δεξιά και αριστερά μου, δύσκολα συναντούσα γνωστά πρόσωπα. Οι νέοι, και ιδιαίτερα οι μαθητές, ήταν οι πιο εκδηλωτικοί. Τη συγκίνηση όμως την προκάλεσαν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι. Εργαζόμενοι με υποχρεώσεις και καθήκοντα στη δουλειά και στα σπίτια, έρχονταν για λίγο και έφερναν τσιγάρα, γλυκά, φαγητά και «μπράβο». Δεν περνούσαν απλά από το Πολυτεχνείο, αλλά δήλωναν με κάθε τρόπο ότι ήταν μαζί μας με όλο τους το είναι. Σαν να μας έλεγαν «δεν μπορούμε να μείνουμε, αλλά είμαστε μαζί σας με την ψυχή και το σώμα μας». …
…Την Παρασκευή στις 16 του Νοέμβρη, φθάσαμε σε μια κορύφωση. Δεν ήμασταν πια μια ομάδα αντίστασης κατά της τυραννίας της χούντας. Φοιτητές και λαός ήμασταν ένα, ενωμένοι με την ίδια άποψη, τους ίδιους στόχους και ακατάβλητη θέληση. …
….Μέσα στο Πολυτεχνείο ήταν το αδιαχώρητο. Έξω όμως στους δρόμους, μας έρχονταν πληροφορίες για διαδηλώσεις και γενικό ξεσηκωμό. Μέχρι νωρίς το απόγευμα. Οι πληροφορίες μιλούσαν για οπλισμένο στρατό μαζί με την αστυνομία. Τώρα στις διαδηλώσεις μακριά από το Πολυτεχνείο, οι δυνάμεις καταστολής διέλυαν βίαια τις συγκεντρώσεις. Υπήρχαν τραυματίες, μερικοί από αυτούς βρήκαν καταφύγιο μέσα στο Πολυτεχνείο. Από ανάγκη στήθηκε και χώρος ιατρείου για περίθαλψη. Ο σταθμός ζητούσε επιτακτικά είδη πρώτων βοηθειών και φάρμακα. Υπήρχαν και ακραίες φήμες. Ότι έχουν κατέβει στους δρόμους τα τανκς και πέφτουν και πυροβολισμοί. Τι να πιστέψουμε άραγε; Πάντως, τραυματίες με αίματα είδαμε να φέρνουν μέσα στο Πολυτεχνείο.
Ώσπου η κατάσταση έξω στην Πατησίων άρχισε να αλλάζει ριζικά. Οι σύντροφοι διαδηλωτές άρχισαν να αραιώνουν, κάποια στιγμή άρχισαν να τρέχουν όσο πιο μακριά μπορούσαν. Σε λίγο αντικρίσαμε την ωμή πραγματικότητα. Οπλισμένοι στρατιώτες και αστυνομικοί περικύκλωσαν το Πολυτεχνείο. Κάποιοι δικοί μας βγήκαν έξω για να διαπραγματευτούν.
Ήταν αργά το βράδυ της Παρασκευής. Τότε που είδαμε τα τανκς. Το ένα από αυτά ήρθε και στάθηκε μπροστά στην κεντρική πύλη της Πατησίων. Φωνάζαμε το σύνθημα «Είμαστε αδέλφια σας».
Στεκόμουν στο ύψος της αρχιτεκτονικής σχολής αρκετά μακριά από την πύλη. Πάνω στα κάγκελα ήταν διαδηλωτές σκαρφαλωμένοι και φώναζαν. Ξαφνικά ακούστηκε φωνή τρόμου και η μια κολώνα της καγκελόπορτας γκρεμίστηκε από την έφοδο του τεθωρακισμένου. Οι διαδηλωτές έτρεχαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Εγώ αναφώνησα μέσα μου «τετέλεσται» και επέλεξα τη φυγή στην πίσω αυλή του Πολυτεχνείου, μπροστά στο κτίριο των μηχανολόγων. Πέρασε αρκετή ώρα και δεν ξέραμε τι ακριβώς είχε γίνει στην Πατησίων. Είχαμε μείνει λίγοι στην πίσω αυλή και μάλλον και οι τελευταίοι. Από μακριά διέκρινα μεταξύ άλλων και την Ιωάννα την Καρυστιάνη. Ξαφνικά εμφανίστηκαν λοκατζήδες με όπλα και μας είπανε να μην τους φοβηθούμε. Ήταν γύρω στις μία και μισή ξημερώματα Σαββάτου. «Ακολουθήστε μας ανάμεσα μας, να σας βγάλουμε έξω» μας είπαν.
Στοιχηθήκαμε κοντά ο ένας στον άλλον και οι λοκατζήδες στάθηκαν δεξιά και αριστερά μας με τα όπλα τεταμένα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μας οδήγησαν στην πύλη της οδού Στουρνάρη και μας πέρασαν μέσα από παρατεταγμένους αστυνομικούς και από ένα έξαλλο πλήθος εγκάθετων που μας έβριζαν και προσπαθούσαν να μας χτυπήσουν. Μας οδήγησαν με ασφάλεια μέχρι την πλατεία των Εξαρχείων και μετά μας παρότρυναν να εξαφανιστούμε όσο πιο μακριά γίνεται.
Τρέχοντας μαζί με μερικούς άλλους προς τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, μας σταμάτησε μια γυναίκα (η κυρία Μαμαλάκη;) και μας κάλεσε να ανέβουμε στο διαμέρισμά της. Πώς χωρέσαμε σε ένα σπίτι όλοι μαζί δεν μπορώ να το διανοηθώ. Εγώ έπεσα από την κούραση σε μια γωνιά κάτω στο πάτωμα και κοιμήθηκα. Το πρωί τηλεφώνησα στους γονείς μου που είχαν μείνει άγρυπνοι μέσα στην αγωνία του τρόμου που είχε σπείρει η κρατική προπαγάνδα. Ο άνδρας της αδελφής μου πέρασε με αυτοκίνητο και με πήγε σώο στην ασφάλεια του πατρικού καταφύγιου.
Πίστευα ότι το έπος του Πολυτεχνείου είχε τελειώσει. Δεν ήξερα όμως ότι εκείνο το Σάββατο στις 17 του Νοέμβρη, χιλιάδες κόσμου διαδήλωναν σε διάφορους δρόμους. Η φωτιά που είχαμε ανάψει ήταν τεράστια. Την κατέστειλαν όμως με βία, με πυροβολισμούς και δεκάδες νεκρούς.
Η αρχή του τέλους για τη φασιστική λαίλαπα είχε ήδη ξεκινήσει. Είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρησή της.

Μαρτυρίες: Γεράσιμος Δουβίτσας

Για τον πρώτο νέο που ξεψύχησε “μέσα” στο Πολυτεχνείο
Την τελευταία μέρα, όταν άρχισαν να πέφτουν τα δακρυγόνα και οι σφαίρες όσοι είχαν γνώσεις ιατρικής χρησιμοποιήθηκαν για την περίθαλψη των τραυματισμένων. Εμείς πηγαίναμε στην πύλη, όπου άλλα παιδιά μας φέρναν τους τραυματίες. Τους παίρναμε πάνω σε κάτι τάβλες που είχαμε ξηλώσει από τα τραπέζια και τους πηγαίναμε μέσα. Ήταν ένα φοβερό θέαμα. Έβλεπες παιδιά με σπασμένα πόδια. Υπήρχαν κρίσεις υστερίας. Τους δίναμε στεντόν και βάλιουμ, ηρεμιστικά δηλαδή.
Γύρω στις 9.00 η ώρα το βράδυ της Παρασκευής ανεβάσαμε επάνω ένα παιδί. Ήταν πνιγμένος στο αίμα, άλλα παρόλα αυτά ανάσαινε. Ζούσε. Το ιατρείο ήταν ένα πρόχειρα στημένο ιατρείο με αρκετά φάρμακα ανακατεμένα εδώ κι εκεί. Δεν υπήρχε καθόλου σοβαρή ιατρική δουλειά για να τον βοηθήσουμε. Αυτός ο νεολαίος απ’ ό,τι είδα είχε μια σφαίρα στην καρωτίδα που την βρήκαμε μετά στο στόμα του. Είχε δηλαδή κατεύθυνση από την καρωτίδα στο στόμα. Προσπαθήσαμε να χρησιμοποιήσουμε μια σακούλα για να του δώσουμε αέρα, γιατί δεν υπήρχαν φιάλες οξυγόνου. Τον σηκώσαμε στα χέρια μας και εκείνη την ώρα έμεινε. Ήταν, θυμάμαι, 9 η ώρα, 9 παρά 10 και ήταν ο πρώτος νεκρός του Πολυτεχνείου. Μέσα στο ιατρείο έπεσε αρχικά μια νεκρική σιγή. Δεν μπορούσε να μιλήσει κανένας. Είχαν όλοι βουρκώσει και κοίταζε ο ένας τον άλλο. Τελικά μια κοπέλα έβαλε κάτι κραυγές.
Και είδαμε μια μεγάλη προδοσία από τη μεριά της επιτροπής, όπου είχανε κυριαρχήσει την τελευταία ημέρα οι σταλινικοί, όπου μας πιάσανε έναν έναν από μας προσωπικά και με πολύ επιβλητικό και άγριο τόνο μας είπαν ότι τώρα που θα βγείτε έξω απαγορεύεται να πείτε ότι έχουμε νεκρούς. Θα πείτε ότι οι σφαίρες είναι λαστιχένιες και από αλάτι. Τη στιγμή που άκουσα αυτό το πράγμα, σκέφτηκα ότι αυτό το λέγαμε για να μην πανικοβάλουμε τον κόσμο. Όταν βγήκα έξω στο προαύλιο, ήμουνα αρκετά σκεφτικός και στενοχωρημένος. Με πλησίασε ένας παλιός συμμαθητής μου, με είδε έτσι που ήμουνα και μου είπε να μη στεναχωριέμαι και να μη φοβάμαι, οι σφαίρες ήταν λαστιχένιες. Είδα ανθρώπους να έχουνε 3 σφαίρες καρφωμένες στο πρόσωπο. Ένας μάλιστα είχε μια στο σαγόνι και από μια κάτω από τα μάτια και μιλούσε. Δεν ξέρω για πόση ώρα θα μιλούσε, άλλα ρωτούσε τι είχε. Είδα παιδιά με σφαίρες στην κοιλιά, στα χέρια, στα πόδια, οπουδήποτε. Ήταν φοβερό να βλέπεις μια τέτοια κατάσταση και να βγαίνεις έξω και να κοροϊδεύεις τον κόσμο αντί να τον προειδοποιείς…


https://polytexneio73pedia.gr/default.cshtml


Οι μαρτυρίες πολλές. Άλλες γνωστές, άλλες όχι τόσο. Πολλές κλεισμένες, σφραγισμένες σε ψυχές και μυαλό. Περιουσία αναφαίρετη. Ταυτότητα αναπόσπαστη. Δεύτερο δέρμα.

Είμαστε δυο, είμαστε τρεις,
είμαστε χίλιοι δεκατρείς
καβάλα πάμε στον καιρό,
με τον καιρό, με τη βροχή
το αίμα πήζει στην πληγή
κι ο πόνος γίνεται καρφί.
Ο εκδικητής, ο λυτρωτής, είμαστε δυο, είμαστε τρεις
είμαστε χίλιοι δεκατρείς …

Το Πολυτεχνείο ΖΕΙ!

nissan_tsioris_micra.png


 

Πρωτοσέλιδα