Η Εκκλησία μας άνοιξε την Ωραία Πύλη της Μεγάλης Εβδομάδας,για να μας πεί: ’’εισέλθετε στη μυσταγωγία των Παθών’’!
Αισθανόμαστε δέος και ψυχική έξαρση οι πιστοί, γιατί δεν προσκαλούμαστε σαν απλοί θεατές αλλά σαν συμμέτοχοι του Θείου Πάθους!
ΑΥΤΟΣ, που θα δούμε τη Μεγάλη Πέμπτη κρεμασμένο επάνω στο Σταυρό,  ά μ ο ρ φ ο  από τα ραπίσματα, χωρίς είδος και κάλλος, προδομένο από όλους ,έρημο και εγκαταλελειμμένο, είναι ο  ΒΑΣΙΛΕΥΣ  μας, του Οποίου η Βασιλεία ’’ουκ εκ έστιν του κόσμου’’. Ο Βασιλεύς, που για χάρι μας, ανέβηκε στο Σταυρό.

Εκρέματο νεκρός από του Σταυρού όταν οι εχθροί Του πληροφορούσαν Τον Πιλάτο: ’’…ότι εκείνος ο πλάνος είπεν έτι ζών…’’
Αυτός ήταν ο επικήδειος που η Ιερουσαλήμ εξεφώνησε στο νεκρό Διδάσκαλο. Αυτός θα είναι ο αντίλαλος που θα αντηχήσει στα πέραν του Τάφου. Το ‘’εκείνος ο πλάνος’’, ήταν κακότης μικρών ανθρώπων. Το ‘’Εκείνος ο εγηγερμένος από των νεκρών’’, είναι η διακήρυξη των αιώνων.


Ίδε ο άνθρωπος! Πάτερ Ουράνιε, τούτος ο άνθρωπος, όπου δεν είχε ούτε είδος ούτε κάλλος, είναι ο Μονογενής Σου Υιός. Που είσαι Μήτηρ, Γλυκύτατη Μαρία, να ιδής τον Μακαριστόν Σου Υιόν;


        ‘’Αφέωνται αι αμαρτίες αυτής αι πολλαί, ό,τι ηγάπησε πολύ’’.
Το σπίτι του Σίμωνα του Φαρισαίου έχει αναστατωθεί. Ο Ιησούς βρισκόταν εκεί. Όλοι είχαν τρέξει να δουν και ν’ ακούσουν Εκείνον που έδινε την υγεία στους αρρώστους, την ανάσταση στους νεκρούς, τη συχώρεση στους αμαρτωλούς. Είχαν τελειώσει το φαγητό και μέσα σε εκείνη τη γαλήνια γωνιά δεν ακουγόταν παρά μόνο η υπερκόσμια φωνή του Ραβί. Ξαφνικά η εξώθυρα άνοιξε. Μια νέα γυναίκα, πολύ όμορφη, στάθηκε διστακτική… Στα χέρια της κρατούσε σφιχτά ένα αλαβάστρινο βάζο. Τα μεγάλα της μάτια έτρεξαν γοργά πάνω στα ξαφνιασμένα πρόσωπα των καλεσμένων, ώσπου συνάντησαν το γαλήνιο βλέμμα του Ιησού. Το πρόσωπο της χλωμό και ταραγμένο. Τα μάτια της χαμηλωμένα, ντροπαλά. Μια ανείπωτη συγκίνηση φουσκώνει τα στήθη της και μια ανατριχίλα περνάει το κορμί της…


Και η όμορφη γυναίκα… προχωρεί…
Ανάλαφρα ακούγονται τα σάνδαλά της στο αστραφτερό πλακόστρωτο.
Γονατίζει μπροστά στα Πόδια του Ιησού. Απιθώνει το γυαλιστερό βάζο, και ενώ οι λυγμοί τραντάζουν το κορμί της, αδειάζει το πολύτιμο νάρδο πάνω στα Πόδια Του. Μύρα χίλιων λουλουδιών ξεχύθηκαν γύρω!
Πλένει απαλά, γλυκά, στοργικά τα κουρασμένα Πόδια του Διδασκάλου. Βρύσες έχουν γίνει τα μάτια της. Δάκρυα… δάκρυα… δάκρυα πολλά! Πνιγμένα ακούγονται τα αναφιλητά της! Σκύβει ευλαβικά το κεφάλι και ακουμπά τα ξέθωρα χείλη στα μυρωμένα Πόδια. Ξεπλέκει τους βόστρυχους των πυκνών μαλλιών της και σπογγίζει τα Πόδια Εκείνα, που τα’ άκουσε η Εύα το δειλινό στον κήπο της Εδέμ και κρύφτηκε φοβισμένη. Και με αλάλητους στεναγμούς εκλιπαρεί την  ‘’ά φ ε σ η ‘’.


Δέξαι  μου…
Δέξου το μύρο τούτο, που άλλοτε το είχα δόλωμα για να ζαλίζω και να εμπλέκω στα δίχτυα της αμαρτίας τα θύματα μου.
Δέξου το σπόγγισμα από τα αμαρτωλά τούτα μαλλιά, που κάθε τους βόστρυχος  στάθηκε βρόχος για τόσες ψυχές.
Δέξου τα φιλήματα, που τα ωχρά μου χείλη θέτουν σαν σφραγίδα της βαθειάς  μ ε τ ά ν ο ι α ς.
Δέξου τα καυτά δάκρυα μου. Ρέουν από εκείνα τα μάτια, που παιχνίδιζαν σαγηνευτικά, φλογισμένα από ακολασία…


  ‘’Αφέωνται αι αμαρτίαι αυτής αι πολλαί, ό,τι ηγάπησεν πολύ.’’
Ανασηκώνεται η γυναίκα. Τα μαλλιά της μουσκεμένα από το πολύτιμο νάρδο, απλώνονται αστραφτερά στους ώμους της. Μια απέραντη γαλήνη απλώθηκε στην τρικυμισμένη της ψυχή. Πισωπατάει ευλαβικά και φεύγει…


‘’Πορεύου εις ειρήνην’’ ήσαν τα λόγια του Διδασκάλου, που την συντρόφεψαν…


 Μαρία  Δημητρακοπούλου
Δημοσιογράφος  Ρ.Σ.Ιεράς Μητρπόλεως  Ηλείας

nissan-tsioris-qashqai.png


 

Πρωτοσέλιδα