Στην έρημο, γύρω από το Μοναστήρι του Σινά, ζουν οι Βεδουίνοι της φυλής Γκεμπελία που σημαίνει ''ορεινοί". Ο Άγιος Παΐσιος παρατηρώντας την ζωή τους, θαύμαζε την αντοχή τους. ''Δύο χρόνια
στο Σινά", έλεγε, "δεν μπόρεσα να φθάσω στη σκληραγωγία έναν Βεδουίνο." Πονούσε, όμως, καθώς τους έβλεπε να στερούνται τα αναγκαία. Όταν είδε ότι έτρωγαν ψωμί από ακαθάριστο σιτάρι,
γεμάτο πέτρα και χώμα, ενήργησε ώστε το μοναστήρι να τους προμηθεύει ψωμί καλής ποιότητας, όπως και έγινε.

Ο Άγιος Παΐσιος με χρήματα από το εργόχειρο του, προμηθευόταν για τους Βεδουίνους τρόφιμα και ρούχα. Ούτε στους Αγίους τόπους πήγε, παρόλο που δεν ήταν μακριά, επειδή δεν ήθελε να κάνει έξοδα, τη στιγμή που τα Βεδουϊνάκια πεινούσαν και υπέφεραν. Και εκείνα, νοιώθοντας την αγάπη του, τον  ξεχώριζαν από δύο χιλιόμετρα μακριά και έτρεχαν να τον συναντήσουν. Τους μοίραζε καραμέλες, τους έδινε πάνινα καπελάκια, για να μην τα καίει ο ήλιος, καθώς και πέδιλα, για να μην σχίζονται τα ποδαράκια τους στα γρανιτένια βράχια. Τους έβαζε και κερί στις πληγές των ποδιών τους. Πολλές φορές ανέβαιναν μόνα τους στην Αγία Επιστήμη, για να τους   βάλει λίγο κεράκι.

Και όταν κατέβαινε στο Μοναστήρι, μαζεύονταν κάτω από το παράθυρο του και φώναζαν ''Αμπούνα Παΐζι!!!!!!". Εκείνος τότε τους έδινε ένα καλαθάκι με τρόφιμα και γλυκά.
Ο Άγιος Παΐσιος ιδιαίτερη στοργή έδειχνε σ' ένα καχεκτικό παιδάκι, ορφανό από πατέρα, τον μικρό Σουλεϊμάν. Μια μέρα γέμισε τον τορβά του με μπισκότα, ανέβηκε στην κορυφή του βουνού, της Αγίας Επιστήμης και κατέβηκε από τη άλλη πλευρά,αναζητώντας τον καταυλισμό των Βεδουίνων. Βάδισε έξι ώρες, βάζοντας σημάδια, για να μην χαθεί. Και τελικά βρέθηκε έξω από την καλύβα του Σουλεϊμάν! Μόλις τον είδε το παιδάκι, άρχισε να φωνάζει''Αμπούνα Παΐζι''. Από την χαρά του ήθελε να σφάξει την μοναδική τους κότα!
"Όχι Σουλείμαν", του είπε ο Άγιος… "Θα ξανάρθω και θα φέρω και λίγο ρύζι. Είναι άλλοι εδώ κοντά;"
"Εκεί" απάντησε το παιδάκι, δείχνοντας την έρημο.

Η ελεημοσύνη του Αγίου Παϊσίου ήταν μια μαρτυρία αγάπης Χριστού για τους ανθρώπους αυτούς που ενώ ήταν Χριστιανοί, αργότερα εξισλαμίσθηκαν και παρέμεναν Μουσουλμάνοι.
Ρωτούσαν τον Άγιο πώς συντηρείται. ''Δεν θέλω μέριμνες, για να μου μένει χρόνος για την προσευχή. γι' αυτό δεν κάνω και ποικιλία φαγητών. Βάζω στη φωτιά λίγο ρύζι και νερό και σε λίγη ώρα
το φαγητό μου είναι έτοιμο!'. Το νερό είναι δωρεάν, δροσερό από τη βροχή . Η Δ.Ε.Η. την νύχτα δεν χρειάζεται, φέγγουν τα αστέρια και το φεγγάρι. Τα λίγα χρήματα
που χρειάζομαι για το παξιμάδι της χρονιάς, τα εξοικονομώ από το εργόχειρο μου.

Όταν φουντώνει ο θείος έρωτας, ούτε κοιμάται κανείς, ούτε τρώει, κάνει διαρκώς προσευχή, άσκηση και μετάνοιες, και τρέφεται περισσότερο από την ουράνια θέρμη. Και αν τον ζητούν να πάει
κάπου, παλεύει, προσπαθεί να βγει από την κατάσταση αυτή, αλλά δεν μπορεί, πέφτει κάτω δηλαδή… Γι' αυτό πάει πιο βαθιά στην έρημο, για να μην τον διακόπτουν.

Για την Παναγία, έλεγε:"Την Παναγία τη νιώθω σαν μάνα μου.
Όταν διαβάζω: Το του Υψίστου ηγιασμένον  θείον σκήνωμα… η Μαρία, μήτερ Θεού, της ευωδίας το σεπτόν σκήνωμα'', η καρδιά μου σκιρτάει και πάει να σπάσει τους τσατμάδες, για να βγει, να πάει
να συναντήσει την Παναγία…"

Μαρία Δημητρακοπούλου
Δημοσιογράφος

nissan-tsioris-qashqai.png


 

Πρωτοσέλιδα