25 Απριλίου - Ζωοδόχος Πηγή, Άγιος Μάρκος ο Απόστολος και Ευαγγελιστής, Άγιος Μακεδόνιος Β' Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης, Ανάμνηση των εγκαινίων του σεπτού Αποστολείου, Αγία Νίκη, Άγιοι Οκτώ Οσιομάρτυρες και Αναχωρητές, Άγιος Maughald (Ιρλανδός), Άγιος Αννιανός Επίσκοπος Αλεξανδρείας, Όσιος Σιλβέστρος της Ομπνόρα και Όσιος Βασίλειος ο Ησυχαστής

Ζωοδόχος Πηγή

Μάννα, Σιλωάμ, καὶ Στοὰν Σολομῶντος,
Πηγὴν Κόρη σήν, ἐμφανῶς πᾶς τις βλέπει.

Με το όνομα Ζωοδόχος Πηγή του Μπαλουκλί ή Παναγία η Μπαλουκλιώτισσα φέρεται ιερό χριστιανικό αγίασμα που βρίσκεται στη Κωνσταντινούπολη έξω από τη δυτική πύλη της Σηλυβρίας, όπου υπήρχαν τα λεγόμενα «παλάτια των πηγών» στα οποία οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες παραθέριζαν την Άνοιξη. Πήρε την ονομασία του από το τουρκικό όνομα Balık (που σημαίνει ψάρι) και περιλαμβάνει το μοναστήρι, την εκκλησία και το αγίασμα.

Για την αποκάλυψη του Αγιάσματος υπάρχουν δυο εκδοχές:

α) Η πρώτη, που εξιστορεί ο Νικηφόρος Κάλλιστος αναφέρει ότι: Ο μετέπειτα Αυτοκράτορας Λέων ο Θράξ ή Λέων ο Μέγας (457 - 474 μ.Χ.), όταν ερχόταν ως απλός στρατιώτης στην Κωνσταντινούπολη, συνάντησε στη Χρυσή Πύλη έναν τυφλό που του ζήτησε νερό. Ψάχνοντας γιά νερό, μιά φωνή του υπέδειξε την πηγή. Πίνοντας ο τυφλός και ερχόμενο το λασπώδες νερό στα μάτια του θεραπεύτηκε. Όταν αργότερα έγινε Αυτοκράτορας, του είπε η προφητική φωνή, πως θα έπρεπε να χτίσει δίπλα στην πηγή μια Εκκλησία. Πράγματι ο Λέων έκτισε μια μεγαλοπρεπή εκκλησία προς τιμή της Θεοτόκου στο χώρο εκείνο, τον οποίο και ονόμασε «Πηγή». Ο Κάλλιστος περιγράφει τη μεγάλη αυτή Εκκλησία με πολλές λεπτομέρειες, αν και η περιγραφή ταιριάζει περισσότερο στό οικοδόμημα του Ιουστινιανού. Ιστορικά πάντως είναι εξακριβωμένο, ότι το 536 μ.Χ. στη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, υπό τον Πατριάρχη Μηνά 536 - 552 μ.Χ.), λαμβάνει μέρος και ο Ζήνων, ηγούμενος «του Οίκου της αγίας ενδόξου Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας εν τη Πηγή».

β) Η δεύτερη, που εξιστορεί ο ιστορικός Προκόπιος, τοποθετείται στις αρχές του 6ου αιώνα και αναφέρεται στον Ιουστινιανό. Ο Ιουστινιανός κυνηγούσε σ' ένα θαυμάσιο τοπίο με πολύ πράσινο, νερά καί δένδρα. Εκεί, σαν σε όραμα, είδε ένα μικρό παρεκκλήσι, πλήθος λαού και έναν ιερέα μπροστά σέ μιά πηγή. «Είναι η πηγή των θαυμάτων» του είπαν. Και έχτισε εκεί μοναστήρι με υλικά που περίσσεψαν από την Αγιά Σοφιά. Ο Ι. Κεδρηνός αναφέρει ότι χτίστηκε το 560 μ.Χ.


Χρονοδιάγραμμα κυριοτέρων γεγονότων και συμβάντων

626 μ.Χ. - Επιδρομή των Αβάρων, αλλά οι βυζαντινοί σώζουν το ιερό αγίασμα.

790 μ.Χ. - Ο Ψευδο-κωδινός αναφέρει ότι η αυτοκράτειρα Ειρήνη επισκεύασε την εκκλησία, που ειχε πάθει μεγάλη καταστροφή από σεισμό.

869 μ.Χ. - Νέα επισκευή, ύστερα από νέο σεισμό, από τον Βασίλειο Α' τον Μακεδόνα (867 - 886 μ.Χ.) κατα πληροφορία του Νικηφόρου Καλλίστου.

924 μ.Χ. - Σε επιδρομή των Βουλγάρων ο Συμεών καίει την εκκλησία, αλλά αναστηλώνεται αμέσως αφού το 927 μ.Χ. έγιναν εκεί οι γάμοι του ηγεμόνος των Ρώσων Πέτρου με τη Μαρία, εγγονή του Ρωμανού Λεκαπηνού.

966 μ.Χ. - Έχει διασωθεί η περιγραφή μιας επίσημης τελετής στη γιορτή της Αναλήψεως, στην οποία έλαβε μέρος ο Νικηφόρος Φωκάς (963 - 969 μ.Χ.) με όλη την αυλή. Η πομπή έφτανε με πλοίο και από τη Χρυσή Πύλη συνέχιζε με άλογα. Το συγκεντρωμένο πλήθος ζητωκραύγαζε και προσέφερε λουλούδια και σταυρούς. Όταν εμφανιζόταν ο αυτοκράτωρ ο Πατριάρχης τον ασπαζόταν και στη συνέχεια έμπαιναν μαζί στο ναό, όπου στο χώρο του ιερού είχε στηθεί εξέδρα, απ᾽ όπου ο αυτοκράτωρ παρακολουθούσε τη λειτουργία. Στο τέλος της γιορτής ο αυτοκράτωρ καλούσε τον Πατριάρχη σε επίσημο τραπέζι.

1078 μ.Χ. - Η μονή της Πηγής θεωρείται τόπος εξορίας, αφού εκεί απομονώνεται ο Γεώργιος Μονομάχος.

1084 μ.Χ. - Ο Αλέξιος Α' Κομνηνὸς (1081 - 1118 μ.Χ.) περιόρισε τον φιλόσοφο Ιωάννη Ιταλό στη μονή της Πηγής για να καταπαύση ο αναβρασμός που είχε δημιουργηθεί από τις ιδέες του.

1204 - 1261 μ.Χ. - Το ιερό της Πηγής περιέρχεται στους Λατίνους.

1328 μ.Χ. - Ο νεαρός Ανδρόνικος Γ' ο Παλαιολόγος (1328 - 1341 μ.Χ.) χρησιμοποιεί τη μονή ως ορμητήριο πριν καταλάβει την Κωνσταντινούπολη.

1330 μ.Χ. - Ο Ανδρόνικος Γ', που βρίσκεται ετοιμοθάνατος στο Διδυμότειχο, πίνει νερό από το αγίασμα της Πηγής που του έφεραν και γιατρεύεται.

1341 μ.Χ. - Ιερέας της Πηγής, ονόματι Γεώργιος, είναι μάρτυρας σε νοταριακή πράξη.

1347 μ.Χ. - Η Ελένη, κόρη του Ιωάννου Καντακουζηνού, παρουσιάζεται στο μέλλοντα σύζυγό της Ιωάννη Ε' Παλαιολόγο (1341 - 1391 μ.Χ.) ντυμένη με την επίσημη ενδυμασία της αυτοκράτειρας, μέσα στον ιερό χώρο της Πηγής. Σύμφωνά με παλαιό έθιμο η μέλλουσα αυτοκράτειρα όταν έφθανε στην Πόλη από τα μέρη της ξηράς έπρεπε να συναντηθεί με τον αυτοκράτορα στην Πηγή.

1422 μ.Χ. - Κατα τη διάρκεια της πολιορκίας της Κωνσταντινουπόλεως ο σουλτάνος Μουράτ Β' εγκαταστάθηκε μέσα στην εκκλησία.

1547 μ.Χ. - Ο Pierre Gylles σημειώνει το 1547 μ.Χ. ότι η εκκλησία δεν υπάρχει πια, αλλά οι ασθενείς εξακολουθούν να επισκέπτονται την Πηγή.

1727 μ.Χ. - Ο μητροπολίτης Δέρκων Νικόδημος έχτισε ναΐσκο και ανανέωσε τη λατρεία. Οι Αρμένιοι ζητούσαν συμμετοχή στο ιερό της Πηγής, αλλά η μεγάλη παράδοση και τα σουλτανικά φιρμάνια αναγνώριζαν την κυριότητα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

1825 μ.Χ. - Καταστροφή της πηγής από τους γενίτσαρους.

1827 μ.Χ. - Ανεύρεση της Ιεράς εικόνας της Θεοτόκου εικονιζόμενη υπέρ της Ζωοδόχου Πηγής.

1833 μ.Χ. - Ο πατριάρχης Κωνστάντιος Α' (1830 - 1834 μ.Χ.), με άδεια του σουλτάνου, έχτισε τη σημερινή εκκλησία, της οποίας τα εγκαίνια έγιναν το 1835 μ.Χ. Σήμερα, εκτός από τη μεγάλη εκκλησία, λατρευτικό κέντρο του μεγάλου κτιριακού συγκροτήματος αποτελεί ο υπόγειος ναός της Ζωοδόχου Πηγής, όπου η δεξαμένη με το αγίασμα και τα ψάρια.

Γράφοντας τον 14ο αι. μ.Χ. για το αγίασμα της Πηγής ο Νικηφόρος Κάλλιστος παραθέτει, από διάφορες πηγές, ένα κατάλογο 63 θαυμάτων, από τα οποία τα 15 φθάνουν ως την εποχή του.

Σήμερα στην αυλή της Ζωοδόχου Πηγής βρίσκονται οι τάφοι των Οικουμενικών Πατριαρχών. Το δε αγίασμα βρίσκεται στον υπόγειο Ναό και αποτελείται από μαρμαρόκτιστη πηγή, το νερό της οποίας θεωρείται αγιασμένο. Απ' εδώ διαδόθηκε ο τύπος της Παναγίας Ζωοδόχου Πηγής σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο. Είναι αξιοσημείωτο ότι ψηφιδωτή παράσταση της εικόνας σώζεται στον εσωνάρθηκα της Μονής της Χώρας.

Σε ανάμνηση των εγκαινίων του Ναού από τον Αυτοκράτορα Λέοντα η Εκκλησία καθιέρωσε την κατ΄ έτος εορτή της Ζωοδόχου Πηγής, την Παρασκευή της Διακαινήσίμου Εβδομάδας.

Ο Ναός αυτός έμεινε γνωστός στην ιστορία ως το αγίασμα του «Μπαλουκλί». «Μπαλούκ» στα τουρκικά σημαίνει ψάρι και η παράδοση μας λέει πως εκεί δίπλα στο αγίασμα, στις 23 Μαΐου 1453 μ.Χ. ένας καλόγερος τηγάνιζε ψάρια, όταν κάποιος του έφερε την είδηση πως πήραν την Πόλη οι Τούρκοι. Ο καλόγερος απάντησε πως μόνο αν τα ψάρια που τηγάνιζε έφευγαν απ΄ το τηγάνι και έπεφταν μέσα στο αγίασμα θα πίστευε ότι έγινε κάτι τέτοιο. Και πραγματικά τα ψάρια ζωντάνεψαν και έπεσαν μέσα στην πηγή του αγιάσματος. Μέχρι σήμερα δε, μέσα στην δεξαμενή της Ζωοδόχου Πηγής διατηρούνται επτά ψάρια και μάλιστα σαν να είναι μισοτηγανισμένα απ΄ την μια πλευρά.



Το Μπαλουκλί (Τα ψάρια της Ζωοδόχου Πηγής),
ποίημα του Γεώργιου Βιζυηνού

Σαράντα μέρες πολεμά ο Μωχαμέτ να πάρη
την Πόλη την μεγάλη.

Σαράντα μέρες έκαμεν ο 'γούμενος το ψάρι
στα χείλη του να βάλη.

Απ' τες σαράντα κι ύστερα, πεθύμησε να φάγη
τηγανισμένο ψάρι.

– Αν μας φυλάγ' η Παναγιά καθώς μας'ε φυλάγει,
την Πόλη ποιος θα πάρη;

Ρίχτει τα δίχτυα στον γιαλό, τρία ψαράκια πιάνει,
– Θεός να τα βλογήση!

Το λάδι βάλλει στην φωτιά μες στ' αργυρό τηγάνι,
για να τα τηγανίση.

Τα τηγανίζ' από την μια, και πά' να τα γυρίση
κι από το άλλο μέρος.

Ο παραγιός του βιαστικά πετά να του μιλήση,
και τάχασεν ο γέρος!

– Μην τηγανίζης, γέροντα, και μόσχισε το ψάρι
στην Πόλη την μεγάλη!

Την Πόλη την εξακουστή οι Τούρκοι έχουν πάρει,
μας κόβουν το κεφάλι!

– Στην Πόλη Τούρκου δεν πατούν κι Αγαρηνού ποδάρια!
Με φαίνεται σαν ψεύμα!

Μ' αν είν' αλήθεια το κακό, να σηκωθούν τα ψάρια
να πέσουν μες στο ρεύμα!

Ακόμ' ο λόγος βάσταγε, τα ψάρι' απ' το τηγάνι,
την μια μεριά ψημένα,

πηδήξανε κι επέσανε στης λίμνης την λεκάνη,
γερά, ζωντανεμένα.

Ακόμ' ώς τώρα πλέουνε, κόκκιν' από το μέρος,
όπου τα είχε ψήσει.

Φυλάγουν το Βυζάντιο ν' αναστηθή κι ο γέρος
να τ' αποτηγανίση.

Άγιος Μάρκος ο Απόστολος και Ευαγγελιστής


Σύροντες εἰς γὴν Μᾶρκον οἱ μιαιφόνοι,
Πρὸς οὐρανοὺς πέμποντες αὐτὸν ἠγνόουν.
Εἰκάδι πέμπτῃ Μᾶρκον ἑνὶ χθονὶ ἄφρονες εἷλκον.

Ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Μάρκος ήταν ανεψιός του Αποστόλου Βαρνάβα και η μητέρα του ονομαζόταν Μαρία. Η καταγωγή του ήταν μάλλον από την Κύπρο, αργότερα όμως εγκαταστάθηκε στα Ιεροσόλυμα. Το ιουδαϊκό όνομα του ευαγγελιστού ήταν Ιωάννης. Μάρκος ήταν το Ρωμαϊκό του επώνυμο, που πήρε κατά τη συνήθεια που υπήρχε τότε. Και μ' αυτό έμεινε γνωστός στον χριστιανικό κόσμο.

Ο Μάρκος από πολύ νωρίς μπήκε στην υπηρεσία της Εκκλησίας, συνοδεύοντας το θείο του Βαρνάβα και τον Απ. Παύλο στις διάφορες περιοδείες τους. Επίσης, εργάσθηκε για πολύ καιρό κοντά στον Απ. Πέτρο. Κατά την παράδοση, ο Μάρκος κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Αίγυπτο, τη Λιβύη, τη Βαρβαρία, και είχε χρηματίσει πρώτος επίσκοπος Αλεξανδρείας. Ο ευαγγελιστής Μάρκος πιστεύεται ακόμη ότι είναι εκείνος ο νεανίσκος, που, όπως αναφέρει ο ίδιος στο Ευαγγέλιο του (Μαρ. ιδ', 51-52), ακολούθησε τον Ιησού μετά τον Μυστικό Δείπνο στον κήπο της Γεθσημανής τυλιγμένος σ' ένα σινδόνι, Μετά τη σύλληψη του θείου Διδασκάλου οι υπηρέτες όρμισαν και προς αυτόν. Μα ο νεανίσκος, για να γλιτώσει, αφήκε το σινδόνι κι έφυγε γυμνός.

Για τον τρόπο του θανάτου του οι γνώμες διίστανται. Η μία αναφέρει ότι πέθανε ειρηνικά στην Αλεξάνδρεια, ενώ η άλλη, ότι πέθανε δια λιθοβολισμού από τους ειδωλολάτρες. Σύμφωνα με την δεύτερη εκδοχή, ο Απόστολος Μάρκος, κάποια μέρα που κήρυττε, τον άρπαξαν οι εχθροί της πίστεως, οι εθνικοί κι οι ειδωλολάτρες, κι αφού τον έδεσαν με σχοινιά, τον έσυραν στους δρόμους της Αλεξανδρείας, όπου και πέθανε από τα τραύματα του στις πέτρες. Το άγιο λείψανο του το περιμάζεψαν με πόνο οι χριστιανοί και το έθαψαν σ' ένα γειτονικό χωριό.

Το σπουδαίο είναι ότι ο Μακρός έγραψε το δεύτερο κατά σειρά στην Καινή Διαθήκη Ευαγγέλιο περί το 65 μ.Χ. και είναι και το συντομότερο από τα τέσσερα κι είναι γνωστό σαν το Ευαγγέλιο των θαυμάτων του Ιησού. Μέσα σ' αυτό ο ιερός ευαγγελιστής, παρόλο που δεν ήταν από τον κύκλο των δώδεκα αποστόλων, έχει περιλάβει αρκετά από τα γεγονότα της ζωής του Κυρίου μας. Ολίγα από τη διδασκαλία Του, τα θαύματα Του, τα Πάθη και την Ανάσταση Του. Παραλείπει την επί του όρους Ομιλία και τις πιο πολλές από τις μακρές ομιλίες του Ιησού Χριστού. Πιο πολύ ο ευαγγελιστής διηγείται αυτά που έκανε ο θείος Διδάσκαλος κι όχι αυτά που είπε. Και τούτο, γιατί κύριος σκοπός της συγγραφής του ήταν με την έκθεση αυτή των θαυμάτων να αποδείξει τη θεϊκή του Ιησού καταγωγή και τη δύναμη Του, ιδιαίτερα δια των θαυμάτων. Γι΄ αυτό και οι αγιογράφοι τοποθετούν δίπλα στον ευαγγελιστή Μάρκο ένα λιοντάρι, που είναι σύμβολο της δύναμης.

Κατά τον 9ο αιώνα έμποροι Ενετοί μετέφεραν τα άγια λείψανα στη Βενετία και τα τοποθέτησαν σ' ένα πολύ μεγάλο και ωραιότατο ναό, που έκτισαν προς τιμή του.

Άγιος Μακεδόνιος Β' Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης
Ἐκστάς, Μακεδόνιε, τοῦ φθαρτοῦ θρόνου,
Ὑμνεῖς τὸ Θεῖον σὺν Σεραφὶμ καὶ θρόνοις.

Ο Άγιος Μακεδόνιος Β' από προσβύτερος και σκευοφύλακας της Αγίας Σοφίας, για την ευσέβεια του, στην οποία τον παιδαγώγησε ο θείος του Πατριάρχης Γεννάδιος, κλήθηκε να διοικήσει τον Οικουμενικό θρόνο (496-511), αντί του Πατριάρχη Ευφημίου, που εξορίστηκε στα Ευχάϊτα. Ο λαός έτρεφε μεγάλη αγάπη στο πρόσωπο του. Ο αιρετικός όμως αυτοκράτορας Αναστάσιος ο Δίκορος (491-518), ζήτησε από το Μακεδόνιο ένα γράμμα - που ο Αναστάσιος είχε δώσει στον προκάτοχο του Μακεδονίου, Ευφήμιο, και κατόπιν αυτός το είχε δώσει στον Μακεδόνιο - με το όποιο διαβεβαίωνε ίδιογράφως, ότι θα τηρήσει απαραχάρακτα τα δόγματα της Εκκλησίας. Διαβεβαίωση που καταπάτησε βάναυσα. Ο Μακεδόνιος αρνήθηκε να του το δώσει και ο Αναστάσιος εξοργισμένος τον κατέβασε από το θρόνο, και τον εξόρισε πρώτα στη Χαλκηδόνα και έπειτα στα Ευχάΐτα. Αλλά λόγο των επιδρομών των Ούννων στον Πόντο, κατέφυγε στη Γάγγρα, όπου και πέθανε το 517 μ.Χ. Αναδείχτηκε αληθινός επίσκοπος, υπέρμαχος της Ορθοδοξίας και της Εκκλησίας απέναντι στις αυτοκρατορικές αυθαιρεσίες.

Ανάμνηση των εγκαινίων του σεπτού Αποστολείου
Ανάμνηση των εγκαινίων του Ναού του Αγίου ενδόξου και πανευφήμου Κορυφαίου των Αποστόλων Πέτρου, που βρίσκεται κοντά στην Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη.

Αγία Νίκη
Νίκης βραβεῖα τῇ τετμημένῃ Νίκῃ,
Νίκης βραβεὺς δίδωσιν, ὡς νικηφόρῳ.

Η Αγία αυτή ήταν μεταξύ αυτών που πίστεψαν στον Χριστό από τα θαύματα που έκανε ο Άγιος Γεώργιος ο μεγαλομάρτυς, κατά τη διάρκεια του ενδόξου μαρτυρίου του, επί Διοκλητιανού (284 - 304 μ.Χ.). Στη συνέχεια υπέστη μαζί με άλλους, θάνατο δια αποκεφαλισμού το 303 μ.Χ.

Άγιοι Οκτώ Οσιομάρτυρες και Αναχωρητές
Ὀκτὼ συνεκκόπτουσιν ἀνδρῶν αὐχένας,
Ὑπὸ ζυγὸν τὸν σὸν δαμασθέντων, Λόγε.

Οι Άγιοι αυτοί Οκτώ Οσιομάρτυρες ήταν μοναχοί και τελειώθηκαν διά ξίφους.

Άγιος Maughald (Ιρλανδός)
Ο Άγιος Maughald (Μαουγάλδιος) καταγόταν από την Ιρλανδία και ήταν στον πρότερό του βίο, ληστής. Στην ορθόδοξη πίστη τον οδήγησε ο Άγιος Πατρίκιος. Διά του βαπτίσματος έγινε νέος άνθρωπος εν Χριστώ και για να αποφύγει τους κινδύνους από τις κακές συναναστροφές και τους πειρασμούς, εγκατέλειψε τα εγκόσμια και εγκαταστάθηκε στη νήσο του Ανθρώπου. Στο νησί αυτό ο Άγιος Πατρίκιος είχε αποστείλει τον Άγιο Γερμανό, όταν τον χειροτόνησε Επίσκοπο. Ο Άγιος Maughald έφθασε στο νησί μετά την κοίμηση του Αγίου Γερμανού. Το έτος 498 μ.Χ. εξελέγη από τους Χριστιανούς, Επίσκοπος της εκεί τοπικής Εκκλησίας και ανάλωσε τον εαυτό του στο ιεραποστολικό έργο της διαδόσεως της πίστεως. Ο Άγιος Μαουγάλδιος κοιμήθηκε με ειρήνη.

Άγιος Αννιανός Επίσκοπος Αλεξανδρείας
Ο Άγιος Αννιανός, μαθητής του Αγίου Μάρκου του Ευαγγελιστή, Επίσκοπος και διάδοχός του στον επισκοπικό θρόνο της Αλεξάνδρειας, υπήρξε κατά τον ιστορικό Ευσέβιο Καισαρείας «ανήρ θεοφιλής και κατά πάντα θαυμάσιος». Σύμφωνα με τις αγιολογικές ειδήσεις εξασκούσε ως ειδωλολάτρης το επάγγελμα του υποδηματοποιού στην Αλεξάνδρεια. Όταν ο Άγιος Μάρκος αποβιβάσθηκε από το πλοίο στην πόλη αυτή, απευθύνθηκε στην Αννιανό για να του επιδιορθώσει τα χαλασμένα του υποδήματα. Ο τελευταίος, επάνω στην εργασία του, τραυμάτισε με το εργαλείο το αριστερό του χέρι. Μετά από αυτό το συμβάν ο Απόστολος Μάρκος του ζήτησε να πιστέψει στον Θεό για να θεραπευθεί. Και αμέσως έκανε πηλό από το πτύσμα του και με αυτό επάλειψε το χέρι του Αννιανού, επικαλούμενος το Όνομα του Κυρίου και το χέρι του υποδηματοποιού έγινε καλά. Ο Αννιανός μετά το θαύμα, βαπτίσθηκε από τον Απόστολο Μάρκο και τον διαδέχθηκε στον Αλεξανδρινό θρόνο. Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 82 μ.Χ. Κατά άλλη μαρτυρία τελεύτησε κατά την εποχή του αυτοκράτορα Δομετιανού, δηλαδή το έτος 85 μ.Χ. Άλλη όμως παράδοση Ανατολικής προελεύσεως αναφέρει ότι ποίμανε την Εκκλησία της Αλεξάνδρειας επί δέκα οκτώ έτη και κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 86 μ.Χ.

Όσιος Σιλβέστρος της Ομπνόρα
Ο Όσιος Σιλβέστρος της Ομπνόρα, γεννήθηκε τον 15ο αιώνα μ.Χ. στη Ρωσία. Από νεαρή ηλικία είχε εσωτερικά τον πόθο να μονάσει. Έτσι εγκατέλειψε τον κόσμο και κατάφυγε στη μονή της Αγίας Τριάδος, όπου υπήρξε δόκιμος και υποτακτικός του Αγίου Σεργίου του Ραντονέζ (τιμάται 5 Ιουλίου). Αφού παρέμεινε εκεί για ένα χρονικό διάστημα και πρόκοψε στην υπακοή, ο Όσιος Σιλβέστρος έλαβε την ευλογία για να μείνει μόνος στην έρημο και να συνεχίσει εκεί τον ασκητικό του αγώνα.

Μέσα στο πυκνό δάσος, δίπλα στον ποταμό Ομπνόρα ο οποίος συνεχίζει την ροή του στον ποταμό Κοστρομά, έστησε ένα σταυρό στο σημείο όπου διάλεξε και ξεκίνησε από εκεί τον πνευματικό του αγώνα. Για μια μεγάλη χρονική περίοδο κανείς δεν ήξερε τίποτα για τον Άγιο ερημίτη. Το κελλί του αποκαλύφθηκε τυχαία από έναν χωρικό, ο οποίος είχε χάσει τον δρόμο του. Αυτός είπε στον ενοχλημένο ερημίτη ότι οι άνθρωποι είχαν δει λαμπρές ακτίνες και ένα στρώμα νεφέλης επάνω από την κατοικία του. Ο Όσιος Σιλβέστρος ξέσπασε τότε σε δάκρυα πικρίας, επειδή το μέρος της απομονώσεώς του είχε ανακαλυφθεί. Ο προσκυνητής παρακάλεσε επίμονα τον Όσιο να του μιλήσει για τον εαυτό του. Ο Όσιος Σιλβέστρος είπε ότι εκεί έμενε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, τρώγοντας φλοιούς δένδρων και ρίζες. Στην αρχή ήταν αδύναμος χωρίς ψωμί και μια φορά έπεσε στο έδαφος από την αδυναμία του. Τότε, ένας Άγγελος με τη μορφή ενός θαυμάσιου άνδρα εμφανίσθηκε μπροστά του και τον άγγιξε στο χέρι. Από εκείνη την στιγμή ο Όσιος δεν ένιωσε ξανά αδυναμία.

Άλλη μια φορά ο χωρικός πήγε πάλι στον Όσιο και του έφερε ψωμί και αλεύρι, για να έχει προμήθειες. Αυτή η μοναδική συνάντηση ήταν αρκετή, ώστε να μαθευτούν σε πολλούς τα πνευματικά κατορθώματα του Οσίου. Σύντομα, χωρικοί ξεκίνησαν να έρχονται σε αυτόν από τους γύρω οικισμούς. Ο Όσιος Σιλβέστρος τους επέτρεψε να χτίσουν κελλιά κοντά στο δικό του κελλί.

Όταν πλέον είχαν συγκεντρωθεί αρκετοί αδελφοί στη σκήτη, ο Όσιος Σιλβέστρος πήγε στη Μόσχα και ζήτησε την ευλογία του Αγίου Αλεξίου (τιμάται 12 Φεβρουαρίου), για να κατασκευάσει ένα ναό αφιερωμένο στην Ανάσταση του Χριστού. Ο Άγιος Ιεράρχης έδωσε στον Όσιο Σιλβέστρο ένα αντιμήνσιο για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και τον έκανε ηγούμενο της νέας μονής.

Με την κατασκευή της εκκλησίας ο αριθμός των αδελφών αυξήθηκε γρήγορα και ο Όσιος πολύ συχνά αποσυρόταν στο κοντινό δάσος, ώστε να απομονώνεται και να προσεύχεται. Αυτός ο τόπος έλαβε το όνομα «απαγορευμένο άλσος», επειδή ο Όσιος Σιλβέστρος διέταξε να μην κοπεί από εκεί κανένα δένδρο. Σε αυτό το άλσος ο Όσιος έσκαψε τρία πηγάδια, ενώ ένα τέταρτο πηγάδι έσκαψε στην πλευρά ενός λόφου στον ποταμό Ομπνόρα. Όταν ο Όσιος επέστρεφε από την απομόνωσή του, τον περίμεναν πολλοί άνθρωποι στο μοναστήρι και ο καθένας ήθελε να λάβει την ευλογία του και να ακούσει τις συμβουλές του.

Κάποια ημέρα ο Όσιος αρρώστησε από μια ανίατη ασθένεια και οι αδελφοί της μονής, που στεναχωρούνταν όταν έφευγε από το μοναστήρι για απομόνωση, τώρα ήταν ακόμη πιο θλιμμένοι αναλογιζόμενοι τον επικείμενο θάνατό του. «Μη στενοχωρείσθε με αυτό, αδελφοί», έλεγε ο Όσιος για να τους παρηγορήσει, «γιατί τα πάντα είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Ακολουθήστε τα εντολές του Κυρίου και μη φοβηθείτε να υποφέρετε από δοκιμασίες σε αυτή τη ζωή. Έτσι θα λάβετε ανταμοιβή στον Ουρανό. Εάν εύρω παρρησία ενώπιον του Κυρίου και αν η ζωή μου Τον ευχαρίστησε, τότε αυτός ο άγιος τόπος δεν θα διαλυθεί μετά την αποχώρησή μου. Προσευχηθείτε στον φιλάνθρωπο Θεό και στην πάναγνη Μητέρα Του, ώστε να ελευθερωθείτε από τον πειρασμό».

Ο Όσιος Σιλβέστρος κοιμήθηκε το έτος 1479 και ενταφιάσθηκε στην δεξιά πλευρά του ναού της Αναστάσεως.

Όσιος Βασίλειος ο Ησυχαστής
Ο Όσιος Βασίλειος, ο Ησυχαστής, γεννήθηκε το έτος 1692 στη Ρουμανία. Ασκήτεψε θεοφιλώς στο Άγιον Όρος και στην περιοχή Ποϊάνα Μαρουλούι της Ρουμανίας. Υπήρξε διδάσκαλος του Οσίου Παϊσίου (Βελιτσκόφσκιυ) και κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1767.
saint.gr

nissan_tsioris_micra.png


 

Πρωτοσέλιδα