23 Μαΐου - Όσιος Μιχαήλ επίσκοπος Συνάδων ο Ομολογητής, Αγία Μαρία του Κλωπά η μυροφόρος, Όσιος Ευμένιος ο νέος ο Θεοφόρος (Σαριδάκης), Άγιος Σαλωνάς ο Ρωμαίος, Άγιος Σέλευκος, Ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων του Οσίου Ιωακείμ του Ιθακήσιου, Οσία Ευφροσύνη του Πολώκ, Εύρεση των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Λεοντίου, Επισκόπου Ροστώβ, του θαυματουργού, Σύναξη πάντων των εν Ροστώβ και Γιαροσλάβλ διαλαμψάντων Αγίων, Άγιος Μανήν ο Προφήτης, Άγιοι Επιτάκιος και Βασίλειος, Άγιοι Δονατιανός και Ρογατιανός οι αυτάδελφοι οι Μάρτυρες, Άγιος Μερκουλιάλιος ο Επίσκοπος, Άγιος Δεσιδέριος Επίσκοπος Λανγκρέ Γαλλίας, Άγιοι Κουϊντιανός, Λούκιος και Ιουλιανός και οι συν αυτούς δέκα εννέα Μάρτυρες, Άγιος Πατρίκιος ο Επίσκοπος, Όσιοι Ευτύχιος και Φλωρέντιος, Άγιος Δεσιδέριος ο Ιερομάρτυρας Επίσκοπος Βιέννης, Όσιος Συάγριος, Όσιος Δαμιανός εκ Γεωργίας, Άγιος Σίμων Επίσκοπος Σουζδαλίας και Όσιος Παΐσιος του Γκαλίτς

 Όσιος Μιχαήλ επίσκοπος Συνάδων ο Ομολογητής
Τῷ κυματώδει μικρὸν ἐμπρέψας βίῳ,
Λύῃ Μιχαήλ, οἷα κούφη πομφόλυξ.
Εἰκάδι ἐν τριτάτῃ Μιχαὴλ ἀναδέδραμεν ἐκ γῆς.

Ο Όσιος Μιχαήλ, έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Λέοντα του Αρμένιου και καταγόταν από πλούσια και αρχοντική οικογένεια, από τα Σύναδα της Φρυγίας. Σπούδασε με ζήλο τα ιερά γράμματα και στη συνέχεια έφθασε στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει τις σπουδές του.

Εκεί συνδέθηκε με ένα φημισμένο πνευματικό άνθρωπο το Θεοφύλακτο (βλέπε 8 Μαρτίου), και αποφάσισαν να αφοσιωθούν στην άσκηση της σάρκας και τη μελέτη των Θείων Γραφών. Αποσύρθηκαν σε κάποιο μοναστήρι στον Εύξεινο Πόντο το οποίο είχε ιδρύσει ο Πατριάρχης Ταράσιος, ο οποίος φωτισθείς από το Άγιο Πνεύμα, τους υποδέχθηκε εγκάρδια και πολύ γρήγορα τους χειροτόνησε πρεσβυτέρους.

Στη συνέχεια, ο μεν Θεοφύλακτος εξελέγη επίσκοπος Νικομήδειας, ο δε Μιχαήλ επίσκοπος Συνάδων.

Από τη θέση του Επισκόπου ο Μιχαήλ έλαμψε πνευματικά. Δυναμικός μαχητής της πίστης, δίδασκε καθημερινά το λόγο του Θεού, κήρυττε, νουθετούσε και βοηθούσε δυναμικά τους πτωχούς, τους πάσχοντες και τους αδυνάτους. Διακρίθηκε επίσης για την προσήλωσή του στα ορθόδοξα δόγματα και την σφοδρή καταπολέμηση των αιρετικών διδασκαλιών.

Όταν ο αυτοκράτορας Λέων ο Αρμένιος, κήρυξε διωγμό εναντίον όσων υπερασπιζόταν τις ιερές εικόνες, ο Μιχαήλ με γενναιότητα αντιτάχθηκε στη προκλητική αυτή ενέργεια του αυτοκράτορα. Εξοργισμένος ο Λέων έδωσε εντολή να φυλακισθεί σε ένα φρούριο, το οποίο ονομαζόταν Ευδοκιάς.

Ο Όσιος όμως συνέχιζε να διακηρύσσει την αλήθεια με αντίτιμο συνεχείς εξορίες κακουχίες και στερήσεις για να καταλήξει σε κάποια ανθυγιεινή περιοχή όπου από τις ταλαιπωρίες παρέδωσε την αγία ψυχή του ως καλός στρατιώτης Ιησού Χριστού.

Την κάρα του Αγίου Μιχαήλ αποθησαυρίζει η Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας στο Άγιον Όρος, που της παραχωρήθηκε με χρυσόβουλο από τους βασιλείς Βασίλειο και Κωνσταντίνο.

Αγία Μαρία του Κλωπά η μυροφόρος
Ψυχήν φέρει νυν ουκ άρωμα Mαρία,
Aρωμάτων σοι Σώτερ ευωδεστέραν.

Η Αγία Μαρία ήταν σύζυγος του Κλωπά και μια από τις γυναίκες, που ακολούθησαν τον Κύριο μας Ιησού Χριστό και υπηρετούσαν στο έργο Του. Όταν γινόταν η φρικτή θυσία του Γολγοθά και οι μαθητές κρύβονταν και διασκορπίζονταν, αυτή συμπαρακολουθούσε στον τόπο της καταδίκης και συμπαραστεκόταν στην σταυρική αγωνία και την ταφή έπειτα του Ιησού. Αλλά ήταν και μια από τις μυροφόρες, που ευτύχησε ν' ακούσει το πρωί της Κυριακής, το χαρμόσυνο άγγελμα της Ανάστασης.

Γιοι της Μαρίας αυτής, ήταν ο Ιωσής και ο Ιάκωβος. Ο τελευταίος συγκαταλέχθηκε μεταξύ των 12 αποστόλων, ονομαζόταν μάλιστα Μικρός για να διακρίνεται από τον άλλο Ιάκωβο τον αδελφό του Ιωάννη του Θεολόγου.

Η Αγία Μαρία, ήταν επίσης παρούσα και κατά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στο υπερώο. Όταν σχηματίστηκε η πρώτη Εκκλησία στην Ιερουσαλήμ, η Μαρία εξακολούθησε να προσφέρει σ' αυτή τις υπηρεσίες της, για την επέκταση της αληθινής πίστης και για κάθε καλό και φιλάνθρωπο έργο.

Όσιος Ευμένιος ο νέος ο Θεοφόρος (Σαριδάκης)
Λεπρῶν καὶ νοσούντων λοιμικῶς ἀκέστωρ
πιστῶν, Εὐμένιε, ποδηγέτα, ὤφθης.

Η Εθιά, η πατρίδα του Οσίου Ευμενίου, είναι ένα ορεινό χωριό στα νότια του νομού Ηρακλείου Κρήτης. Βρίσκεται σε υψόμετρο 740μ. και απέχει από το Ηράκλειο 38 χλμ. Είναι πολύ άγονο μέρος, γι’ αυτό και οι κάτοικοί του μετοίκησαν σ’ ένα χαμηλότερο μέρος, στο χωριό Ροτάσι.

Στην Εθιά υπάρχουν δύο εκκλησίες: Η κεντρική είναι αφιερωμένη στην Παναγία μας και φυλάσσει θαυματουργό εικόνα της. Εκεί η Παναγία είχε εμφανισθεί σαν γυναίκα ντυμένη στα μαύρα κάποια ημέρα, που ο Όσιος Ευμένιος, μικρό παιδί τότε, άναβε τα κανδήλια του ναού, και του είπε: «Εσύ μια μέρα θα γίνεις ιερεύς». Εκεί, στον αύλιο χώρο της, έμελλε να είναι και ο τάφος, όπου αναπαύεται το σεπτό σκήνωμα του Οσίου Γέροντος μας. Η άλλη είναι του Προφήτου Ηλιού. Εκεί κοντά υπάρχει και αγίασμα.

Υπάρχουν και πολλά μικρά εκκλησάκια, για την ανακαίνιση των οποίων ο Όσιος Ευμένιος έστελνε χρήματα.

Ο Όσιος Ευμένιος ήταν γόνος μιας πολυμελούς και πάμπτωχης οικογενείας. Γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου του έτους 1931 μ.Χ.

Οι γονείς του, Γεώργιος και Σοφία Σαριδάκη, ήταν άνθρωποι ευσεβείς και ενάρετοι. Είχαν οκτώ παιδιά. Το όγδοο και τελευταίο τους παιδί ήταν ο Όσιος Ευμένιος, που στην βάπτιση του πήρε το όνομα Κωνσταντίνος. Τα αδέλφια του, κατά σειρά ηλικίας, ήταν: Ελένη, Μιχαήλ, Αικατερίνη, Βασίλειος, Αμαλία, Μαρία και Ευγενία.

Ο μικρός Κωνσταντίνος ορφάνεψε από πατέρα σε ηλικία μόλις δύο ετών, δηλαδή η οικογένειά του έχασε τον προστάτη της πολύ νωρίς. Ήταν που ήταν φτωχή, χάνοντας και το στήριγμά της βρέθηκε σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Η χήρα μάνα του με τι δυνατότητες να θρέψη τόσα στόματα; Ξενοδούλευε για να τα φέρει κάπως βόλτα. Μετά ήρθε και η γερμανική κατοχή, η οποία χειροτέρευσε κατά πολύ τα πράγματα. Σ’ αυτό το περιβάλλον και με πολλές στερήσεις μεγάλωσε ο Όσιος. Παπούτσια φόρεσε στα δώδεκα του χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, δηλαδή τις στερήσεις, την πείνα και την ανέχεια, το ήθος και το φρόνημα του μικρού αυτού παιδιού δεν αλλοιώθηκαν.

Για παράδειγμα, ο Ιερεύς του χωριού τους ήθελε να του δίνει μια μικρή βοήθεια, επειδή πήγαινε και τον βοηθούσε στον ναό. Ο μικρός Κωνσταντίνος, όμως, του έλεγε: «Όχι, Παπα-Γιάννη, δεν παίρνουμε ποτέ χρήματα από την Εκκλησία». (Μαρτυρία Αριστέας Σαριδάκη).

Ή, όταν του έδιναν μισή κουλούρα ψωμί για κάποια δουλειά που έκανε, ποτέ δεν την έτρωγε μόνος του, αλλά την πήγαινε στο σπίτι του και την έτρωγε με τ’ αδέλφια του, όλοι μαζί.

Χαρισματικό παιδί

Η Εκκλησία αγάλλεται και καυχάται, διότι γέννησε και ανέδειξε ένα τέτοιο λαμπρό αστέρι και κόσμημα της και η Κρήτη πρέπει να σεμνύνεται για το ηγιασμένο τέκνο της. Ο Όσιος, από την νηπιακή του ηλικία, έδειχνε ότι ήταν σκεύος εκλεκτόν του Κυρίου μας. Από την βρεφική του ηλικία, όταν ακόμα δεν καταλάβαινε, προσπαθούσε να ευχαριστεί τον Κύριό μας, αφού δεν θήλαζε Τετάρτη και Παρασκευή, αλλά κοιμόταν όλη την ημέρα, σύμφωνα με την μαρτυρία της αδελφής του Ευγενίας, η οποία το είχε ακούσει από την μητέρα τους να το ομολογεί.

Οίνον και μεθύσματα ουδέποτε γεύθηκε ο Όσιος Ευμένιος, δηλαδή οινοπνευματώδη ποτά, μπύρα, κρασί και αλκοολούχα ποτά δεν ήπιε ποτέ στην ζωή του. Χαρακτηριστικό είναι ότι, όταν λειτούργησε για πρώτη φορά μόνος του ως Ιερεύς, ζαλίστηκε λίγο από την κατάλυση της Θείας Κοινωνίας και γι’ αυτό, μετά, έβαζε λιγότερο νάμα και περισσότερο ζέον.

Ο Κωστάκης, όπως τον έλεγαν, ήταν ένα χαριτωμένο και χαρισματικό παιδί, ακόμα και για τα κοσμικά δεδομένα, ενώ δεν είχε μάθει σχεδόν καθόλου γράμματα.

Οι δυσκολίες, η Κατοχή, κατά την διάρκεια της οποίας τα σχολεία υπολειτουργούσαν, δεν του επέτρεψαν να γευθεί το αγαθόν της μαθήσεως. Παρ’ όλα αυτά μπορούσε, όπως ο ίδιος έλεγε, να κάνη πράξεις μαθηματικές, λογαριασμούς δύσκολους, όλα από μνήμης, γι’ αυτό οι χωριανοί του, όταν ήθελαν κάτι σχετικό, τον φώναξαν: «Έλα, Κωστάκη, να μας πεις πόσο κάνει αυτό κι αυτό», η κάτι πιο δύσκολο. Κι όταν τους τα έκανε, μετά τον γέμιζαν λουκούμια.

Κάποια φορά, όταν ο Όσιος ήταν μικρό παιδί ακόμη, πέθανε στο χωριό τους ένα κοριτσάκι οκτώ-εννέα ετών. Οι γονείς και οι συγγενείς του κοριτσιού έκλαιγαν απαρηγόρητοι για τον χαμό του παιδιού τους. Ο Όσιος έλεγε σχετικά:

«Κάποτε, είχε πεθάνει ένα κοριτσάκι και περνούσε από μπροστά μας η νεκρώσιμη πομπή. Πέρασαν μπροστά κι από την δική μας αυλή. Έτσι έκαναν τότε. Έκαναν την βόλτα, για να γίνει πιο επίσημη η κηδεία. Έκλαιγαν όλοι κι εγώ έβλεπα τα στολίδια, πολλά στολίδια, που είχε το φέρετρο. Κι αυτοί έκλαιγαν. Κι εγώ έτρεχα κι έβλεπα τα στολίδια, που είχε το φέρετρο. Ήμουν έξι-επτά χρόνων τότε. Δεν είχα δει καλύτερα και ωραιότερα στολίδια. Οι άλλοι έκλαιγαν κι εγώ χαιρόμουν, που έβλεπα τα στολίδια. Έβλεπα τα στολίδια και χαιρόμουν. Μου άρεσαν. Δεν ήταν στολισμένα από τους ανθρώπους, όμως εγώ τα έβλεπα έτσι. Στολίδια.... στολίδια… όχι ότι τα έβαλαν οι άνθρωποι. Κι αυτοί έκλαιγαν, που έχασαν το παιδί, κι εγώ έβλεπα τα στολίδια, που είχε πάνω του, τα στολίδια του Θεού, και χαιρόμουν».

Ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος θυμάται, σχετικά με την Χάρη, που από νωρίς είχε δοθεί στον Όσιο: «Ο πατήρ Ευμένιος, όταν ήταν μικρός, είχε δει για πρώτη φορά την χάριν της αρχιεροσύνης. Την είχε δει στο πρόσωπο ενός Αρχιεπισκόπου, που είχε πάει στο χωριό του. "Έβλεπα", μου είπε, "το φως του Αγίου Πνεύματος πάνω στο πρόσωπό του. Το φως της αρχιεροσύνης, την χάρη της αρχιεροσύνης. Την έβλεπα και πήγαινα συνεχώς μπροστά του". Και είπε ο Αρχιεπίσκοπος: "Αυτό το παιδί τι βλέπει;". Εγώ δεν έλεγα τι έβλεπα, αλλά μου άρεσε να βλέπω την χάρι της αρχιεροσύνης».

Μοναχός Θεόκλητος δια φωτοφανείας

Ο Όσιος Ευμένιος ήταν θεόκλητος στον μοναχισμό. Ο ίδιος μας έλεγε: «Εγώ, δεκαεπτά χρόνων πήγα στο μοναστήρι. Ήμουν δεκαέξι χρόνια στο χωριό μου. Αγαπούσα τον Θεό, βέβαια, σκεπτόμουν πολλές φορές να γίνω καλόγερος. Μια μέρα μου λέει ο παπάς: "Έλα να σε κάνω νεωκόρο". Πήγα κι εγώ. Άναβα τα καντήλια πρωί-βράδυ, διάβαζα κιόλας, ό,τι βιβλία έβλεπα τα διάβαζα. Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς του 1944, το απόγευμα, πήγα, άναψα τα καντήλια στην εκκλησία και, μετά, πήγα στο σπίτι μας. Ήταν εκεί η αδελφή μου η Ευγενία. Φάγαμε ξεροτήγανα, τηγανίτες και μακαρόνες. Εκεί που τρώγαμε, ήρθε μια λάμψη και με τύφλωσε και μπήκε μέσα στα βάθη της ψυχής μου. Κι αμέσως, την ίδια στιγμή, φώναξα της Ευγενίας: "Ευγενία, θα γίνω καλόγερος". Την ίδια στιγμή. Εκείνη την στιγμή με φώτισε ο Θεός. Την είδα με τα μάτια μου εκείνη την λάμψη, που μπήκε μέσα μου. Μόλις είδα αυτή την λάμψη, είπα κατ’ ευθείαν: "Θα γίνω καλόγερος". Όταν ο άνθρωπος έχει την κλήση από τον Θεό για να κάνη κάτι καλό, ο Θεός ενεργεί και τον βοηθά».

Στο ίδιο θέμα αναφέρεται και ο Μιχαήλ Χατζηγεωργίου:

«Τόλμησα, κάποτε, να τον ρωτήσω: "Γέροντα, είχες δίλημμα για το ποιόν δρόμο θα ακολουθήσεις; Σκέφθηκες να γνωρίσεις κάποια γυναίκα, να την ερωτευθείς, να κάνεις οικογένεια"; Τότε μου αποκάλυψε την απόλυτη απόφασή του να ακολουθήσει την παρθενική ζωή, που την σηματοδότησε ένα εξαιρετικό γεγονός.

"Χειμώνας του 1944, Κωστής τότε, δεκατριών ετών", μου είπε. "Ήμουν στο πατρικό μου σπίτι. Ζεσταινόμαστε στο τζάκι. Τότε είδα μια τεράστια φωτιά, που μπήκε μέσα μου. Και από εκείνη την στιγμή, γεμάτος χαρά, έλεγα: Εγώ θα γίνω μοναχός. Θα γίνω μοναχός". Και μου συμπλήρωσε: "Αν με πίεζαν αργότερα να παντρευτώ, θα πέθαινα, θα πέθαινα"!».

Από το 1944 μ.Χ. η ψυχή του νεαρού Κωστή είχε ένα μόνο προσανατολισμό: την αφιέρωσή στον Χριστό. Η κλήση υπήρχε. Η κλήση με εμφατικό τρόπο συντελέστηκε και ο μικρός Κωστής βιαζόταν να ενηλικιωθεί, να λάβει ζωή η επιθυμία της καρδιάς του.

Με ζήλο στον μοναχικό αγώνα

Σε ηλικία δεκαεπτά ετών ο Κωνσταντίνος αφήνει τα εγκόσμια και οδεύει εκεί, που τον οδηγεί η καρδιά του, η ψυχή του και όλο του το είναι. Εκεί, που το Άγιο Πνεύμα, εν είδει λαμπρού φωτός, τον φωτίζει, στην πλήρη αφιέρωσή του στον Χριστό, στον αγαπημένο του Ιησού, Τον οποίο από μικρός λατρεύει και υπηρετεί, είτε στα εξωκλήσια του χωριού του, είτε κατά μόνας.

Τα βήματά του τον οδηγούν στην Ιερά Μονή Αγίου Νικήτα, στα νότια της Κρήτης, κάπως κοντά στο χωριό του, αφού απέχει μόνο δύο-δυόμισυ ώρες με τα πόδια.

Ο Κωνσταντίνος έγινε δεκτός από τον Ηγούμενο π. Ιερόθεο (Κωστομανωλάκη), στον οποίο έβαλε μετάνοια και άρχισε η δοκιμή του.

Στην Μονή τότε υπήρχαν, εκτός του Ηγουμένου, και δύο υπερήλικες και τυφλοί μοναχοί, τους οποίους ο Κωνσταντίνος φρόντιζε παντοιοτρόπως και ποικιλοτρόπως, λόγω του νεαρού της ηλικίας του, αλλά, κυρίως και πρωτίστως, λόγω της υπέρμετρου αγάπης που είχε.

Ως νέος, δόκιμος μοναχός, έκανε σχεδόν όλα τα διακονήματα της Μονής, ήταν πρόθυμος και φιλότιμος.

Μετά την τριετή του δοκιμασία, το 1951 μ.Χ., εκάρη μοναχός, μετονομασθείς Σωφρόνιος. Ως μοναχός, ο Σωφρόνιος έβαλε θεμέλιο της μοναχικής του ζωής την ταπεινοφροσύνη, την υπακοή και την εργατικότητα. Επιδόθηκε σε νέους αγώνες. Τις ημέρες κοπίαζε σωματικά και τις νύκτες παρέμενε άϋπνος και προσευχόμενος. Αυτό το τυπικό το κράτησε μέχρι τέλους της ζωής του.

Καθημερινά ο πατήρ Σωφρόνιος έδινε αγώνα σε όλα τα διακονήματα, σε όλες τις εργασίες, στο ν’ ανοίξουν καλύτερους δρόμους για να διευκολυνθεί η έλευση των προσκυνητών, στους κήπους, στο να καλλιεργούν τα κτήματα, στο να φέρνουν νερό από μακριά, γιατί δεν επαρκούσε το υπάρχον.

Αυτά έβλεπε ο διάβολος και εμηχανεύετο τρόπους για να ρίξει τον αγωνιστή. Δεν αρκείτο μόνον στον πόλεμο των λογισμών, αφού μόνον με αυτούς δεν μπορούσε να ανακόψει την αγωνιστικότητα του πατρός Σωφρονίου. Γι’ αυτό του παρουσιαζόταν, και αισθητώς και οφθαλμοφανώς, και του μιλούσε. Κάποια μέρα, μάλιστα, καθώς ο ίδιος ο Όσιος μας έλεγε, ο διάβολος εμφανίσθηκε μπροστά του και του είπε: «Εγώ είμαι άγγελος και πέσε κάτω να με προσκύνησης». Όταν, όμως, εκείνος τα έλεγε αυτά, ο πατήρ Σωφρόνιος πρόσεξε ότι του έλειπε ένα δόντι και του λέει γελώντας και κοροϊδευτικά: «Δεν είσαι άγγελος, δεν είσαι άγγελος, γιατί σου λείπει ένα δόντι!». Τότε ο διάβολος γυρίζει εξαγριωμένος και του δίνει ένα δυνατό χαστούκι και αμέσως εξαφανίζεται από μπροστά του.

Κάποια άλλη μέρα, ο πατήρ Σωφρόνιος κατέβηκε κοντά στην θάλασσα, όπως ο ίδιος έλεγε, και άκουσε μέσα από την θάλασσα την Παναγία μας να του μιλάει και να του λέει, με την γλυκιά φωνή της: «Παιδί μου, μη φοβάσαι κι εγώ δεν θα σε αφήσω να χαθείς». Σε ερώτηση, πως κατάλαβε ότι ήταν η Παναγία μας, απάντησε πολύ φυσικά: «Ε, την Παναγία μας δεν γνωρίζω;».

Και άλλοτε πάλι, έλεγε ότι η Παναγία μας τον αγκάλιασε. «Η Παναγία μου έκανε μια αγκαλιά», μας έλεγε.

Είδε την Αγία Μαρίνα

Ο Όσιος, επεδίωκε να μην ξενυχτάει ποτέ έξω από το μοναστήρι. Όταν, κάποια φορά, αυτό στάθηκε αδύνατο και αναγκάσθηκε να παραμείνει στο πατρικό του σπίτι, είδε στο εικονοστάσι να βγαίνει η Αγία Μαρίνα από την εικόνα της, κρατώντας τον πειρασμό από τα κέρατα και δείχνοντάς του τον, του είπε: «Αυτός σας βάζει τους λογισμούς, να μην τον ακούτε και να νυστάζετε στις Ακολουθίες».

Στρατιωτική θητεία

Ο πατήρ Σωφρόνιος, όταν έφθασε την ηλικία των εικοσιτριών ετών, έπρεπε να πάει στρατιώτης, διότι τότε οι μοναχοί δεν απαλλάσσονταν των στρατιωτικών τους υποχρεώσεων.

Η Μονή τον ετοίμασε σχετικά, τον κούρεψε, του έκοψε δηλαδή τα μαλλιά και τα γένια, και του τα φύλαξε, γιατί έτσι γινόταν τότε.

Παρουσιάσθηκε στο Μεγάλο Πεύκο, στις 24 Ιανουαρίου του 1954 μ.Χ. Υπηρέτησε στο Μηχανικό και ήταν βοηθός μαγείρου. Κατόπιν, πήρε μετάθεση για την Θεσσαλονίκη.

Στον στρατό ο Γέροντας ήταν υπόδειγμα υπακοής και εργατικότατος, γι’ αυτό τον αγαπούσαν όλοι, από τον Διοικητή έως τον πιο απλό στρατιώτη. Ποτέ δεν θεώρησε αγγαρεία οποιαδήποτε εργασία του ανέθεταν, αλλά την έκανε με αγάπη, σωστά και καλά. Ο αξιωματικός υπηρεσίας τον σταματούσε πολλές φορές με το ζόρι, για να ξεκουρασθεί.

Το ήθος και ο ακέραιος χαρακτήρας του πατρός Σωφρονίου έκανε ακόμη και τα πειραχτήρια του στρατού να αργούν, παρ’ όλο που ξέρανε ότι είναι καλόγερος.

Τις νηστείες τις κρατούσε όλες: Πάσχα, Χριστούγεννα, 15 Αυγούστου, Αγίων Αποστόλων και, φυσικά, Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή. Πώς τα κατάφερνε; Ένας συνάδελφός του, μάγειρας, έλεγε σχετικά: «Μέχρι και ελιές, ψωμί και κρεμμύδι έτρωγε μόνον, αρκεί να μη χαλούσε τις διατεταγμένες νηστείες της Εκκλησίας μας».

Κάθε ημέρα, ο Διοικητής του επέτρεπε να αποσύρεται για λίγο να προσεύχεται, πέραν της γενικής Προσευχής, επειδή γνώριζε ότι ήταν καλόγερος. Τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές του έδινε άδεια να πηγαίνει στον Ιερό Ναό του Αγίου Ελευθερίου Θεσσαλονίκης, να εκκλησιάζεται και να ψέλνει.

Το επίδομα των στρατιωτών, τότε, ήταν 53 δραχμές τον μήνα. Φυσικά, του Οσίου αυτό το ελάχιστο ποσό όχι μόνο του έφθανε, αλλά με αυτό έκανε ελεημοσύνες, «δάνειζε» τους συναδέλφους του, έδινε σ’ όποιον του ζητούσε.

Στον στρατό ο πατήρ Σωφρόνιος αρρώστησε βαριά. Έκανε υψηλό πυρετό 40°-41°, που δεν έπεφτε. Η κατάσταση του ήταν απελπιστική. Τότε του έκαναν έφοδο χιλιάδες δαίμονες, για να τον τρομάξουν και να τον τρομοκρατήσουν. Όμως, μόνο μέχρι γύρω-γύρω στο κρεββάτι μπορούσαν να φθάσουν. «Αγγίζανε το κρεββάτι», όπως έλεγε ο ίδιος, «αλλά επάνω δεν μπορούσαν να ανέβουν. Γύρω-γύρω μόνο».

Οι γιατροί δεν μπορούσαν να βρουν την αιτία. Νοσηλεύθηκε στο 424 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Η κατάσταση του, αντί να βελτιώνεται, χειροτέρευε. Τον έφεραν στην Αθήνα και νοσηλεύθηκε σε διάφορα νοσοκομεία. Τελικά, βρέθηκε ότι πάσχει από την νόσο του Χάνσεν, την γνωστή λέπρα, και μεταφέρθηκε στον Αντιλεπρικό Σταθμό Αθηνών.

Ο πατήρ Ευάγγελος Παπανικολάου, ο και ιατρός, θυμάται που του έλεγε ο Όσιος μας:

«Με παίρνουν φαντάρο και με στέλνουν στην Θεσσαλονίκη. Εκεί αρρώστησα κι άλλο. Με πάνε στον στρατιωτικό γιατρό, μου λέει: "Έχεις αφροδίσια". "Τί έχω;". "Αφροδίσια, τα κόλλησες από γυναίκα". Γελώ, Βαγγέλη μου, γελώ. "Γιατρέ μου, άλλο πράγμα έχω", του λέω. "Δεν έχω αφροδίσια". Ακούς, Βαγγέλη, αφροδίσια», και γέλαγε, γέλαγε. «Και τι έγινε, Γέροντα;», ρώτησα. «Είμαι στο λεωφορείο και έλεγα: "Παναγία μου, Καλυβιανή, τι αρρώστια έχω εγώ;". Με πλησιάζει ένας άνθρωπος και μου λέει: "Πάτερ, να σου πω, είσαι άρρωστος από λέπρα, να πας στο νοσοκομείο, στην Αθήνα. Είμαι κι εγώ άρρωστος απ’ αυτό. Να πας στο νοσοκομείο στην Αγία Βαρβάρα"». Πήγε ο Όσιος Ευμένιος στο νοσοκομείο, τον είδαν και του άρχισαν την θεραπεία. Εκεί συνάντησε τον Όσιο Νικηφόρο (βλέπε 4 Ιανουαρίου), που ευωδιάζουν τα λείψανά του».

Και ο Μόρφου Νεόφυτος μας έλεγε:

«Υπήρχε τότε ένας νόμος, που έλεγε ότι έπρεπε οι καλόγεροι, όταν ήταν σε νεανική ηλικία, να πάνε στρατιωτικό. Και τον ξύρισαν. Φανταστείτε τώρα, τον κούρεψαν. Κι αυτός πήγε. Πήγε στον στρατό, στην Θεσσαλονίκη, κι εκεί, για πρώτη φορά, φάνηκε το πρόβλημα της ασθένειας του Χάνσεν, της λέπρας.

«Και ήμουν», λέει, «ξαπλωμένος σ’ ένα κρεββάτι και είχα πάρα πολύ πυρετό. Κι εκείνη την ώρα μου είπαν: «Άκουσε, πάτερ Σωφρόνιε, είσαι άρρωστος, πολύ βαριά άρρωστος, και δεν μπορείς πια να επιστρέψεις στο μοναστήρι σου. Αν πας, θα πρέπει να πας για λίγο και μετά θα πρέπει να σε πάνε στο Νοσοκομείο».

Όταν έμαθε ότι έπασχε από λέπρα, έλεγε: «Χάρηκα πάρα πολύ». «Χάρηκες;», του λέω. «Ναι, με γέμισε απέραντη χαρά. Όσο πιο μεγάλη ασθένεια, τόσο πιο μεγάλος σταυρός, τόσο πιο μεγάλη Ανάσταση. Και είπα: Πώ, πώ, πώ, μεγάλο δώρο μου έδωσες, Θεέ μου. Σ’ ευχαριστώ, Χριστέ μου, που μου έδωσες μεγάλο σταυρό. Θα έχω μαζί Σου μεγαλύτερη συμμετοχή στα πάθη Σου, αλλά και μεγαλύτερη συμμετοχή στην Ανάσταση Σου". Άκου ο άνθρωπος! Και ήταν μόλις 20 χρόνων».

Αδιάλειπτος αγώνας

Στον αντιλεπρικό Σταθμό Αθηνών, ο Όσιος νοσηλεύτηκε επιτυχώς και θεραπεύτηκε τελείως. Η ασθένεια δεν του άφησε καμία παραμόρφωση, ούτε το παραμικρό σημάδι.

Μετά την θεραπεία του από αυτή τη σοβαρή ασθένεια, παρέμεινε μέσα στον Αντιλεπρικό Σταθμό, από αγάπη για τους πάσχοντας αδελφούς του. Η Διεύθυνση του Σταθμού, επειδή ήταν μοναχός, του παρεχώρησε ατομικό κελλάκι, δίπλα στο εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων. Στο κελλάκι αυτό ο Όσιος πέρασε όλη την υπόλοιπη ζωή του.

Εκεί ξανάρχισε τους πνευματικούς αγώνες, που είχε στερηθεί λόγω του στρατού και της ασθενείας του.

Καθημερινές ασχολίες του πατρός Σωφρονίου ήταν η φροντίδα για την ευπρέπεια του Ναού, στον οποίο ανέλαβε και καθήκοντα ιεροψάλτου, και η περιποίηση ασθενών, που ήταν παράλυτοι και δεν είχαν κανένα να τους φροντίσει.

Ακόμη, έφτιαχνε λιβάνι και το μοίραζε σε μοναστήρια και ναούς, και γέμισε τους θαλάμους με ιερές εικόνες και πνευματικά βιβλία.

Τα καλοκαίρια πήγαινε για μήνες στο Άγιο Όρος, στο οποίο αναπαυόταν πολύ.

Πήγαινε επίσης στην Κρήτη, στην Μονή της μετανοίας του και στην Ιερά Μονή Καλυβιανής, όπου συνδέθηκε με τον ιδρυτή της Μητροπολίτη Τιμόθεο, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Κρήτης.

Όταν έκλεισε το Λωβοκομείο της Χίου, του έστειλε ο Άγιος Άνθιμος (βλέπε 15 Φεβρουαρίου) τον Οσιότατο μοναχό Νικηφόρο, τυφλό και παράλυτο. Ο πατήρ Σωφρόνιος τον υπηρέτησε με όλη του την ψυχή και καρδιά και τον είχε πνευματικό πατέρα και οδηγό.

Ο αντίδικος, όμως, διάβολος φθόνησε την καλή πολιτεία του αγωνιστού Σωφρονίου και τον πολέμησε με σφοδρότητα και τον ταλαιπώρησε πολύ. Τον απάλλαξε διά παντός απ’ αυτόν η Χάρις του Θεού και της Κυρίας Θεοτόκου.

Το 1975 μ.Χ., σε ηλικία σαραντατεσσάρων ετών, ο μοναχός Σωφρόνιος χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και πήρε το όνομα Ευμένιος. Ο Όσιος Ευμένιος συνέχισε τη ζωή του στο Λοιμωδών ως Ιερέας, διακρίθηκε δε και ως άριστος πνευματικός.

Μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Ρωσία, πήγε Προσκυνηματικό ταξίδι στη Μόσχα, στην Πετρούπολη και στο Κίεβο.

Με την επιστροφή από εκεί, άρχισαν τα άλλα μεγάλα προβλήματα υγείας: σάκχαρο, ανεπάρκεια νεφρών, προβλήματα οράσεως και τα πόδια του, που έλεγαν οι γιατροί να του τα κόψουν. Έμπαινε και έβγαινε συνεχώς σε νοσοκομεία.

Παρ’ όλα αυτά, όμως, έκανε ακόμη μερικά ταξίδια και συνέχιζε τα ιερατικά του καθήκοντα εις το ακέραιον: Ιερές Ακολουθίες και ατελείωτες επισκέψεις σε σπίτια πνευματικών του παιδιών για αγιασμούς, ευχέλαια και εξορκισμούς.

Αυτό κράτησε πάνω από οκτώ-δέκα χρόνια, οπότε μπήκε για τελευταία φορά στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπου, στις 23 Μαΐου 1999 μ.Χ., απεδήμησε εις Κύριον σε ηλικία εξηνταοκτώ ετών.

Ακολουθούν κάποιες μαρτυρίες από τις τελευταίες εκείνες ώρες.

Στην ημέρα της εορτής τους....

Τον Όσιος Ευμένιο, κάλεσε ο Κύριός μας κοντά του στις 23 Μαΐου του έτους 1999 μ.Χ., ημέρα Κυριακή, στην μνήμη των Αγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων, της εν Νικαία Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, γύρω στις τέσσερεις το απόγευμα, ενώ βρισκόταν στο θεραπευτήριο Ευαγγελισμός.

Ας σημειωθεί, ότι ο Πατήρ Ευμένιος ανήκε στην Μητρόπολη Νικαίας και είναι άξιον θαυμασμού το ότι εφάνη ωσάν να ήλθαν οι Άγιοι προστάτες της μητροπολιτικής του περιφέρειας να παραλάβουν το εκλεκτό και υπερευλογημένο τέκνο τους, την ημέρα της εορτής τους.

Η εξόδιος Ακολουθία εψάλη εις τον Ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων, τον οποίο διακόνησε η αγιότητά του με περίσσια αυταπάρνηση.

Ο ενταφιασμός του έγινε την επομένη ημέρα στην ιδιαιτέρα του πατρίδα, το χωριό Εθιά, του νομού Ηρακλείου.

Αποχαιρετισμός

«Δεν μπορώ να περιγράψω την θλίψη, που είχε στο πρόσωπό του, όταν για τελευταία φορά κλείδωνε την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, των γλυκύτατων και αγαπημένων του Αγίων, όπως συνήθιζε να λέει, και αποχαιρετούσε το άγιο κελλί του. Και τις τελευταίες ευχές για το Ίδρυμα: «Την ευχή μου να έχετε όλοι, την ευχή μου να έχετε όλοι», επαναλάμβανε, ενώ τον έπνιγε ένα βουβό κλάμα, καθώς περνούσαμε για τελευταία φορά τους δρόμους της αγαπημένης του Αθήνας.

Ευλογούσε συνέχεια και έλεγε: "Ωραία που είναι η Αθήνα! Ωραία Αθήνα, ευλογημένη Αθήνα! Τίποτε άλλο δεν υπάρχει πιο ωραίο από την Αθήνα". Ευλογούσε τους δρόμους, την Ομόνοια, την Αγορά, την Μητρόπολη, την Βουλή των Ελλήνων, τους πάντες και τα πάντα.

Ανεξίτηλα έχουν μείνει στην μνήμη μου τα λόγια, που είπε την Πέμπτη 29 Απριλίου του 1999 μ.Χ., τα μεσάνυκτα: "Σήμερα ήθελαν πάλι να μου κάνουν αιμοκάθαρση δύο ώρες. Με τρύπησαν επτά-οκτώ φορές. Με τρύπαγαν αυτές, με τρύπαγαν σαν τον Δεσπότη Χριστό. Μαρτύρησα, μαρτύρησα σαν τον Δεσπότη Χριστό. Γιατί το κάνουν αυτές αυτό"; "Γέροντα", του απαντώ, "δεν θα ήξεραν οι νοσοκόμες". "Θέλετε να αλλάξουμε γιατρούς και νοσοκομείο", του πρότεινα. "Μπά, δεν χρειάζεται", μου απαντάει. "Μου αρέσει πολύ ο Ευαγγελισμός....".».

Ο τελευταίος Εσπερινός

«Για τελευταία φορά ο Γέροντας εισήχθη στον Ευαγγελισμό στις 17 Δεκεμβρίου του 1997 μ.Χ. (εορτή του Αγίου Διονυσίου).

1η Μαΐου του 1999 μ.Χ. Δεν αισθάνεται καθόλου καλά.

2α Μαΐου. Τον θυμάμαι το βράδυ εκείνο της Κυριακής, με το ραδιοφωνάκι στα χέρια, να παρακολουθεί τον Εσπερινό του Αγίου Πέτρου, πολιούχου Άργους. Ήταν ο τελευταίος Εσπερινός, που άκουγε.

3η Μαΐου, 4η Μαΐου, ο Γέροντας χειροτέρευε. Από τους γιατρούς καμία βοήθεια. Έλεγε συνέχεια: "Ελάτε, πεθαίνω, πεθαίνω, πεθαίνω....".

5η Μαΐου έως 23η Μαΐου, πονούσε φοβερά όλες αυτές τις ημέρες.

Στις 23 Μαΐου του 1999 μ.Χ., την Κυριακή των Αγίων Θεοφόρων Πατέρων, στις 4:10 μ.μ., εκοιμήθη».

Μετά την κοίμησή του επιτελεί πολλά και μεγάλα θαύματα, όπως το ομολογούν άνθρωποι που ευεργετήθηκαν. Ο βίος του υπήρξε αρετή και η αρετή βίος.

Η αγιοκατάταξη

Η διαδικασία για την αγιοκατάταξη του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός Ευμενίου του νέου (Σαριδάκη), ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2021 μ.Χ., όταν η Ι. Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας Κρήτης αποδέχθηκε το αίτημα του Μητροπολίτη Γορτύνης και Αρκαδίας Μακαρίου, για την εγγραφή στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Αρχιμανδρίτου Ευμενίου Σαριδάκη, με καταγωγή από την Εθιά και το προώθησε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για τις περαιτέρω Εκκλησιαστικές ενέργειες. Στις 14 Απριλίου 2022 μ.Χ. το Οικουμενικό Πατριαρχείο έκανε δεκτό το αίτημα:

«Συνῆλθε σήμερον, 14ην τ.μ. Ἀπριλίου 2022, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν τακτικήν συνεδρίαν τοῦ μηνός Ἀπριλίου, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, καθ᾿ ἥν:

α) εἰσηγήσει τῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς, προέβη ὁμοφώνως εἰς τήν ἀναγραφήν εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς κατ᾿ Ἀνατολάς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Ὁσίου καί Θεοφόρου Πατρός ἡμῶν Εὐμενίου τοῦ νέου (Σαριδάκη),

β) ἐθεωρήθησαν ἅπαντα τά ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένα θέματα, ἐφ᾿ ὧν καί ἐλήφθησαν αἱ προσήκουσαι ἀποφάσεις.

Ἐν τέλει, ἐπί ταῖς ἐγγιζούσαις ἁγίαις ἡμέραις τῶν Παθῶν καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἀντηλλάγησαν μεταξύ τῆς Α. Θ. Παναγιότητος καί τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Γέροντος Πριγκηποννήσων κ. Δημητρίου, ἐκ μέρους τῶν μελῶν τοῦ ἱεροῦ Σώματος, αἱ προσήκουσαι τῇ περιστάσει εὐχαί.

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας
τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου».

Άγιος Σαλωνάς ο Ρωμαίος
Σπονδάς απειθών προσφέρειν ειδωλίοις,
Tέμνη Σαλωνά, και Θεώ σπονδή γίνη.

Ο Άγιος Σαλωνάς μαρτύρησε δια ξίφους.

Άγιος Σέλευκος
Φέρει Σέλευκος αστενακτί την πρίσιν,
Kαι τον πολυστένακτον εκλείπει βίον.

Ο Άγιος Σέλευκος μαρτύρησε αφού τον θανάτωσαν με πριόνισμα.

Ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων του Οσίου Ιωακείμ του Ιθακήσιου
Ο Όσιος Ιωακείμ εκοιμήθη στις 2 Μαρτίου 1868 μ.Χ. και ετάφη πίσω από τον Ι. Ν. Αγίας Βαρβάρας, στον Σταυρό Ιθάκης. Η ανακομιδή των λειψάνων του πραγματοποιήθηκε στις 10 (23 με το Νέο Ημερολολόγιο) Μαίου 1992 μ.Χ. και η αγιότητά του διακηρύχθηκε επίσημα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1998 μ.Χ.

Περισσότερα για τον Όσιο Ιωακείμ μπορείτε να διαβάσατε στις 2 Μαρτίου.

Οσία Ευφροσύνη του Πολώκ
Η Οσία Ευφροσύνη, κατά κόσμον Πρεντισλάβα, γεννήθηκε περί το 1105 μ.Χ. στη Ρωσία. Ήταν θυγατέρα του πρίγκιπα του Πολώκ Σβιατοσλάβου Γεωργίου Βσελόντοβιτς, ανιψιά του βασιλικού πρίγκιπα Βσέσλαν Μπραγιασλάβιτς και εξαδέλφη του Βυζαντινού αυτοκράτορα Εμμανουήλ του Κομνηνού.

Ζούσε με τον πατέρα της στην αυλή του πατρογονικού της θείου Μπόρις Βσεσλάβιτς, στο Πολώκ. Ήδη από νηπιακή ηλικία η Πρεντισλάβα άκουσε την κλήση του Κυρίου. Έτσι, όταν έφθασε στην ηλικία που οι πριγκίπισσες συνήθιζαν να παντρεύονται (12 χρονών), άρχισε να αρνείται όλους όσοι της προτείνονταν και αποφάσισε να εγκαταβιώσει σ' ένα μοναστήρι που ίδρυσε η θεία της, μέχρι να πάρει την άδεια από τον Επίσκοπο να μείνει στον καθεδρικό ναό της Αγίας Σοφίας.

Επειδή ήταν πολύ μορφωμένη, αφιερώθηκε στην αντιγραφή βιβλίων και με τα έσοδα βοηθούσε τους αναξιοπαθούντες και τους φτωχούς. Ο Επίσκοπος Ηλίας της εμπιστεύθηκε το ναό του Σωτήρος μαζί με την γειτονική περιοχή, γνωστή με το όνομα Σέλκο. Στην πράξη της παραδόσεως ήταν επίσης παρών και ο Μπόρις, ο μεγαλύτερος αδελφός του πατέρα της, που πέθανε το 1128 μ.Χ.

Αμέσως ο Οσία άρχισε την ανοικοδόμηση γυναικείας μονής στην οποία έμελλε να μονάσουν και η αδελφή της Γκορισλάβα ή Γκραντισλάβα, που έλαβε το όνομα Ευδοξία και μία εξαδέλφη της. Ο παλαιός βιογράφος διέδωσε την πνευματική της συνομιλία μαζί τους και μαζί με άλλες που είχαν τη μοναχική κλήση. Αργότερα, έβαλε τις βάσεις για την κατασκευή μιας ανδρικής μονής αφιερωμένης στη Θεοτόκο.

Την ίδια περίοδο, όμως, η οικογένεια περνούσε μία δραματική στιγμή. Αφού δέχθηκε επίθεση από τους Πολόφσκυ, φανατικούς εχθρούς των Ρώσων, ο μεγάλος πρίγκιπας Μστισλάβ ζήτησε βοήθεια από τους πρίγκιπες του Πολώκ, οι οποίοι, όμως, προτιμούσαν να ασκήσουν μία πολιτική παρελκυστική. Αφού βγήκε αβλαβής από την σύγκρουση, ο Μστισλάβ τιμώρησε την οικογένεια της Ευφροσύνης εξορίζοντάς την στην Κωνσταντινούπολη το 1130 μ.Χ. Μία αδελφή της, όμως, νυμφεύθηκε τον υιό του αυτοκράτορα και έτσι οι Ρώσοι πρίγκιπες έγιναν δεκτοί με εύνοια στην πρωτεύουσα. και για να αντικρούσουν τις φήμες περί ανανδρίας που τους αποδόθηκε από τον Μστισλάβ, συμμετείχαν με ανδρεία σε ορισμένες μάχες κατά των Αράβων. Μετά τον θάνατο του Μστισλάβ, ο αδελφός της Ευφροσύνης Δαβίδ και ο πατέρας της Σβιατοσλάβος επέστρεψαν στο Πολώκ φέρνοντας μάλιστα και δώρα εκ μέρους του αυτοκράτορα Μανουήλ του Κομνηνού.

Ο πατέρας της, από την πλευρά του, συνεισέφερε στην υλοποίηση του ονείρου του, να μεταμορφώσει την ξύλινη εκκλησία που η Ευφροσύνη είχε κτίσει για το μοναστήρι της σε πέτρινη. Ο ναός ονομάστηκε Σπασγιούρεβιτς Μστισλάβ και αφιερώθηκε στον Σωτήρα Χριστό. Οι εργασίες, υπό την επίβλεψη του αρχιτέκτονα Ιβάν, ολοκληρώθηκαν το 1160 μ.Χ., έτος το οποίο αφιερώθηκε στην Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Μιας επιγραφή που τοποθετήθηκε σκόπιμα εκεί δήλωνε με αρκετά λεπτομερειακό τρόπο τα έξοδα που χρειάστηκαν. Τον επόμενο χρόνο καθαγιάσθηκαν ένας Σταυρός με έξι πλευρές, έργο του δασκάλου Λάζαρου Μπογκός.

Η Οσία Ευφροσύνη έφερε πάντα μαζί της αυτό τον Σταυρό που περιείχε λείψανα Ελλήνων Αγίων, όπως επίσης και μία εικόνα της Εφέσου, που αποδιδόταν στον Ευαγγελιστή Λουκά, που ήταν μέρος των δώρων του αυτοκράτορα. Αργότερα εμπιστεύθηκε την πνευματική καθοδήγηση της μονής στην αδελφή της Γκορισλάβα, για να πραγματοποιήσει μαζί με τον αδελφό της ένα προσκυνηματικό ταξίδι πιο Αγίους Τόπους, διερχόμενη από την Κωνσταντινούπολη.

Στην Ιερουσαλήμ επισκέφθηκε το Ρωσικό μοναστήρι της Θεοτόκου και από εκεί πήγε στον Πανάγιο Τάφο, για να προσκυνήσει και εκπληρώσει το τάμα της. Είχε σκοπό να πάει στον Ιορδάνη ποταμό, αλλά οι δυνάμεις της την εγκατέλειψαν και για είκοσι τέσσερις ημέρες έπρεπε να παραμείνει κλινήρης στο Ρωσικό μοναστήρι. Εκεί παρέδωσε την αγία της ψυχή και κοιμήθηκε ειρηνικά το 1173 μ.Χ. Είχε εκφράσει την επιθυμία να ενταφιασθεί στη μονή του Αγίου Σάββα, αλλά οι μοναχοί υπενθύμισαν ότι ένα άρθρο από τον Κανόνα της μονής απαγόρευε την ταφή γυναικών στην εκκλησία τους. Γι' αυτό ενταφιάσθηκε στη μονή του Αγίου Θεοδοσίου στη Ιερουσαλήμ.

Σύμφωνα με μία παράδοση που συμπεριλαμβάνεται στο Πατερικόν του Κιέβου, με την επανάκτηση της Ιερουσαλήμ από τον Σαλαντίν το 1187 μ.Χ., οι Ρώσοι μοναχοί μετέφεραν το ιερό λείψανό της στο Κίεβο, στη Λαύρα των Σπηλαίων του Αγίου Θεοδοσίου, όπου αναπτύχθηκε μία τοπική τιμή προς το πρόσωπό της.

Από τις αρχές του 19ου αιώνα μ.Χ. οι κάτοικοι του Πολώκ ζήτησαν επανειλημμένα την επιστροφή των ιερών λειψάνων στην πόλη τους. Το 1833 μ.Χ., ο Γαβριήλ, Επίσκοπος του Βιτέμπσκ και Μογκίλεβ, έκανε αίτηση στον τσάρο γι' αυτόν τον σκοπό.

Κάτι άρχισε να συζητείται περί του αιτήματος αυτού το 1871 μ.Χ., όταν ο Μητροπολίτης του Κιέβου Αρσένιος συναίνεσε στην επιστροφή τμήματος των ιερών λειψάνων. Το 1893 μ.Χ., ωστόσο, όχι μόνο η αίτηση απορρίφθηκε, αλλά απαγορεύθηκε η οποιαδήποτε επιμονή στο ζήτημα, το οποίο φαινόταν να έχει φθάσει σε μηδενικό σημείο. Αντίθετα το ζήτημα τέθηκε εκ νέου στην πανρωσική ιεραποστολική διάσκεψη του Κιέβου (12 - 26 Ιουλίου 1908 μ.Χ.). Ορίσθηκε μία επιτροπή, η οποία στις 29 Μαΐου 1909 μ.Χ., εξέφρασε άποψη υπέρ της μετακομιδής των ιερών λειψάνων.

Αφού ελήφθη η συγκατάθεση τόσο της Αγίας Συνόδου, όσο και του τσάρου Νικολάου Β', τον Απρίλιο του 1910 μ.Χ., τα ιερά λείψανα με κάθε επισημότητα μετεκομίσθηκαν στο Πολώκ και το πρωί της 23ης Μαΐου τοποθετήθηκαν στη μονή του Σωτήρος της Αγίας Ευφροσύνης.

Με τον ερχομό των Σοβιέτ τα ιερά λείψανα απομακρύνθηκαν εκ νέου και τοποθετήθηκαν αρχικά στο μουσείο του αθεϊσμού. Κατά την διάρκεια της εκκενώσεως του Αυγούστου του 1941 μ.Χ. οι πιστοί τα ανέσυραν και τα τοποθέτησαν στην εκκλησία της Θεοτόκου Προστάτιδος του Βιτέμπσκ. Τελικά, στις 23 Οκτωβρίου 1943 μ.Χ. επιστράφηκαν στο μοναστήρι του Πολώκ. Σε ότι αφορά την εικόνα της Εφέσου, που φυλασσόταν στο καθολικό της ανδρικής μονής, είναι γνωστό ότι το 1239 μ.Χ. η σύζυγος του Αλεξάνδρου Νέφσκϊυ την πήρε και την μετέφερε στην εκκλησία του Τοροπέτς στο πριγκιπάτο του Πσκώφ. Η εκκλησία του Σωτήρος με το μοναστήρι της, ανάμεσα στο 1579 μ.Χ. και το 1580 μ.Χ., παραχωρήθηκε από τον βασιλέα Στέφανο στους Ιησουΐτες. Όταν το 1656 μ.Χ. η περιοχή του Πολώκ ανακαταλήφθηκε από τους Ρώσους, ο ναός παραδόθηκε στους Ορθοδόξους. Μετά από μικρό χρονικό διάστημα επεστράφη στους Ιησουΐτες, μέχρι που το 1835 μ.Χ., με την εκδίωξη των Ιησουϊτών από την Ρωσία, ο τσάρος Νικόλαος Α' τον παρέδωσε οριστικά στους Ορθοδόξους. Πέντε χρόνια ο ναός μετά ξαναπήρε ζωή με μία γυναικεία μοναστική κοινότητα.

Εύρεση των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Λεοντίου, Επισκόπου Ροστώβ, του θαυματουργού
Ο Άγιος Λεόντιος έζησε στη Ρωσία κατά τον 11ο αιώνα μ.Χ. και καταγόταν από την πόλη του Κιέβου. Σπούδασε στη Ρωσία και στην Κωνσταντινούπολη και μετά εγκαταβίωσε στη μονή Πετσέρσκϊυ της Λαύρας του Κιέβου, από την πνευματική καθοδήγηση του Οσίου Αντωνίου (τιμάται 10 Ιουλίου). Αργότερα εξελέγη Επίσκοπος Ροστώβ και αφιερώθηκε στην αρχιερατική διακονία του με ένθεο ζήλο.

Ο Άγιος Λεόντιος κοιμήθηκε με ειρήνη το 1073 μ.Χ.

Σύναξη πάντων των εν Ροστώβ και Γιαροσλάβλ διαλαμψάντων Αγίων
Η εορτή όλων των Αγίων του Ροστώβ και Γιαροσλάβλ της Ρωσίας καθιερώθηκε το 1964 μ.Χ., με την συγκατάθεση του Πατριάρχη Μόσχας Αλεξίου Β' και της Ιεράς Συνόδου. Οι Άγιοι, οι οποίοι μνημονεύονται είναι:

1) Όσιος Αβράμιος Αρχιμανδρίτης Ροστόβ (29 Οκτωβρίου)
2) Πρίγκιπας Βασίλειος του Ροστώβ (4 Μαρτίου)
3) Άγιος Δημήτριος Μητροπολίτης Ροστώβ (28 Οκτωβρίου)
4) Άγιος Ιγνάτιος Επίσκοπος Ροστώβ (28 Μαΐου)
5) Μοναχός Ειρήναρχος ο Ερημίτης ο Έγκλειστος του Ροστώβ (13 Ιανουαρίου)
6) Άγιος Ησαΐας ο Θαυματουργός Επίσκοπος Ροστώβ (15 Μαΐου)
7) Ισίδωρος ο «διά Χριστόν σαλός» (14 Μαΐου)
8) Άγιος Ιάκωβος ο θαυματουργός επίσκοπος Ροστώβ (27 Νοεμβρίου)
9) Ιωάννης ο Τριχωτός του Ροστώβ (+ 1580 μ.Χ.) (3 Σεπτεμβρίου)
10) Άγιος Λεόντιος Επίσκοπος Ροστώβ (1073 μ.Χ.) (23 Μαΐου - Ανακομιδή Ιερών Λειψάνων)
11) Πέτρος του Ορντύνσκϊυ (30 Ιουνίου)
12) Άγιος Θεόδωρος Αρχιεπίσκοπος Ροστώβ (28 Νοεμβρίου)
13) Πρίγκιπας Βασίλειος του Γιαροσλάβλ (3 Ιουλίου)
14) Πρίγκιπας Κωνσταντίνος του Γιαροσλάβλ (3 Ιουλίου)
15) Πρίγκιπας Θεόδωρος του Γιαροσλάβλ (+ 1299 μ.Χ.) (19 Σεπτεμβρίου)
16) Πρίγκιπας Δαβίδ υιός Θεοδώρου του Γιαροσλάβλ (+ 1321 μ.Χ.) (19 Σεπτεμβρίου)
17) Πρίγκιπας Κωνσταντίνος (XIV) υιός Θεοδώρου του Γιαροσλάβλ (19 Σεπτεμβρίου)
18) Πρίγκιπας Αλέξανδρος Νέφσκϊυ (23 Νοεμβρίου)
19) Πρίγκιπας Ανδρέας του Σμολένσκ (15ος αιώνας μ.Χ) (27 Οκτωβρίου - Ανακομιδή Ιερών Λειψάνων)
20) Δανιήλ Αρχιμανδρίτης Περεγιασλάβλ (7 Απριλίου)
21) Νικήτας ο Στυλίτης του Περεγιασλάβλ (24 Μαΐου)
22) Μοναχός Κασσιανός ο Έλληνας του Ούγκλιχ (2 Οκτωβρίου)
23) Δημήτριος του Ούγκλιχ (15 Μαΐου)
24) Ιγνάτιος της Λόμα (28 Δεκεμβρίου)
25) Μοναχός Παΐσιος του Ούγκλιχ (6 Ιουνίου)
26) Πρίγκιπας Ρωμανός του Ούγκλιχ (3 Φεβρουαρίου)
27) Αδριανός του Ποσεσόνε ο Ιερομάρτυρας (5 Μαρτίου)
28) Μοναχός Γεννάδιος της Κοστρόμα και του Λγιουμπιμογκράντ (23 Ιανουαρίου)
29) Μοναχός Σεβαστιανός του Ποσεσόνε (+ 1542 μ.Χ.) (18 Δεκεμβρίου)
30) Μοναχός Συλβέστρος της Ομπνόρα (25 Απριλίου)

Άγιος Μανήν ο Προφήτης
Ο Άγιος Μανήν έζησε τον 1ο αιώνα μ.Χ. και αναφέρεται στις Πράξεις των Αποστόλων ως προφήτης και διδάσκαλος της Εκκλησίας της Αντιοχείας:«Ἦσαν δὲ τινες ἐν Ἀντιοχείᾳ κατὰ τὴν οὖσαν ἐκκλησίαν προφῆται καὶ διδάσκαλοι, ὅ τε Βαρνάβας καὶ Συμεὼν ὁ ἐπικαλούμενος Νίγερ, καὶ Λούκιος ὁ Κυρηναῖος, Μαναὴν τε Ἡρώδου τοῦ τετράρχου σύντροφος καὶ Σαῦλος. Λειτουργούντων δὲ αὐτῶν τῷ Κυρίῳ καὶ νηστευόντων εἶπε τὸ Πνεύμα τὸ Ἅγιον· ἀφορίσατε δὴ μοι τὸν Βαρνάβαν καὶ τὸν Σαῦλον εἰς τὸ ἔργον ὅ πρσκέκλημαι αὐτοὺς. Τότε νηστεύσαντες καὶ προσευξάμενοι καὶ ἐπιθέντες αὐτοῖς τὰς χεῖρας ἀπέλυσαν».

Ο Προφήτης Μανήν κοιμήθηκε με ειρήνη.

Άγιοι Επιτάκιος και Βασίλειος
Οι Άγιοι Επιτάκιος και Βασίλειος έζησαν τον 1ο αιώνα μ.Χ. Ο Άγιος Επιτάκιος θεωρείται ως ο πρώτος Επίσκοπος της πόλεως Τούι της Ισπανικής Γαλικίας, ο δε Άγιος Βασίλειος αναφέρεται πιο επισκοπικούς καταλόγους ως δεύτερος Επίσκοπος της πόλεως Μπράγα της Πορτογαλίας το 60 μ.Χ.

Οι Άγιοι κοιμήθηκαν με ειρήνη.

Άγιοι Δονατιανός και Ρογατιανός οι αυτάδελφοι οι Μάρτυρες
Οι Άγιοι Μάρτυρες Δονατιανός και Ρογατιανός ήταν αδέλφια και κατάγονταν από ευγενή Ρωμαϊκή ειδωλολατρική οικογένεια, η οποία ζούσε στην πόλη Νάντη της Γαλλίας. Ο Δονατιανός βαπτίσθηκε Χριστιανός και κήρυττε με ζήλο το Ευαγγέλιο του Κυρίου. Όμως συνελήφθη, κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284 - 305 μ.Χ.), και οδηγήθηκε ενώπιον του ηγεμόνος Ρικτοβάρου, ο οποίος τον κάλεσε να θυσιάσει στα είδωλα, για να σώσει την ζωή του. Ο Μάρτυρας με γενναιότητα αρνήθηκε και ομολόγησε τον Χριστό. το παράδειγμα του αδελφού του παρακίνησε σε ομολογία πίστεως και τον Ρογατιανό, ο οποίος όμως δεν πρόλαβε να βαπτισθεί. Ο άρχοντας έδωσε εντολή να τους ρίξουν στη φυλακή και να τους βασανίσουν σκληρά. Κατά την διάρκεια της νύχτας οι δύο αδελφοί Μάρτυρες προσευχήθηκαν θερμά προς τον Θεό και Κύριό μας. Την επόμενη ημέρα άρχισαν και πάλι τα βασανιστήρια. Διαπέρασαν τις κεφαλές τους με λόγχες και τελικά τους αποκεφάλισαν. Ο Ρογατιανός βαπτίσθηκε στο αίμα του μαρτυρίου. Έτσι οι Άγιοι Μάρτυρες έλαβαν τον αμαράντινο στέφανο της δόξας και εισήλθαν στη χαρά του Κυρίου τους.

Περί τα τέλη του 5ου αιώνος μ.Χ. οι Χριστιανοί ανήγειραν ναό στον τόπο του ενταφιασμού των Μαρτύρων και το 1145 μ.Χ. τα ιερά λείψανά τους μετακομίσθηκαν στον καθεδρικό ναό της Νάντης.

Άγιος Μερκουλιάλιος ο Επίσκοπος
Ο Άγιος Μερκουλιάλιος έζησε κατά τον 4ο και 5ο αιώνα μ.Χ.

Εξελέγη πρώτος Επίσκοπος της πόλεως Φόρλι της κεντρικής Ιταλίας και ήταν σθεναρός αντίπαλος των ειδωλολατρών και των αιρετικών Αρειανών. Κοιμήθηκε με ειρήνη το 406 μ.Χ.

Άγιος Δεσιδέριος Επίσκοπος Λανγκρέ Γαλλίας
Ο Άγιος Δεσιδέριος καταγόταν από την πόλη Γένοβα της Ιταλίας και έζησε κατά τον 4ο και 5ο αιώνα μ.Χ.

Κήρυξε το Ευαγγέλιο στην πόλη Λανγκρέ της Γαλλίας και εξελέγη Επίσκοπος αυτής.

Κοιμήθηκε με ειρήνη το 407 μ.Χ.

Άγιοι Κουϊντιανός, Λούκιος και Ιουλιανός και οι συν αυτούς δέκα εννέα Μάρτυρες
Οι Άγιοι Μάρτυρες Κουϊντιανός, Λούκιος και Ιουλιανός μαρτύρησαν μαζί με άλλους δέκα εννέα Χριστιανούς, άνδρες και γυναίκες, στην Αφρική, το 430 μ.Χ., από τους αιρετικούς Αρειανούς.

Άγιος Πατρίκιος ο Επίσκοπος
Ο Άγιος Πατρίκιος έζησε τον 5ο αιώνα μ.Χ. και εξελέγη 4ος Επίσκοπος της πόλεως Βαϋέξ στη Νορμανδία της Γαλλίας.

Κοιμήθηκε με ειρήνη το 469 μ.Χ.

Όσιοι Ευτύχιος και Φλωρέντιος
Οι Όσιοι Ευτύχιος και Φλωρέντιος έζησαν τον 6ο αιώνα μ.Χ. και ασκήτεψαν σε ένα μοναστήρι της περιοχής Βαλκαστορία, κοντά στη Νουρσία της Ιταλίας.

Κοιμήθηκαν με ειρήνη το 540 μ.Χ.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος (βλέπε 12 Μαρτίου) εγκωμίασε σε λόγους του τις αρετές και τα θαύματά τους.

Άγιος Δεσιδέριος ο Ιερομάρτυρας Επίσκοπος Βιέννης
Ο Άγιος Ιερομάρτυς Δεσιδέριος έζησε τον 6ο και 7ο αιώνα μ.Χ. και γεννήθηκε στην πόλη Αουτούν της Γαλλίας. Σπούδασε στη Βιέννη, όπου χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Αργότερα εξελέγη Επίσκοπος αυτής. Εργάσθηκε με ένθεο ζήλο και έλεγξε τους άρχοντες της εποχής για τον έκλυτο τρόπο του βίου και την αδικία τους. Γι' αυτό και τον διέβαλαν στον Επίσκοπο Ρώμης, Άγιο Γρηγόριο τον Διάλογο (τιμάται 12 Μαρτίου), ο οποίος όμως αναγνώρισε την αθωότητα του Αγίου.

Ο Άγιος έλεγξε, επίσης, και τον βασιλέα Τιέρρυ τον Β' της Βουργουνδίας, του οποίου ο βίος ήταν ανήθικος. Γι' αυτό και εξορίσθηκε. Επέστρεψε στην Επισκοπή του μετά από λίγα χρόνια, αλλά δολοφονήθηκε το 608 μ.Χ., με διαταγή του βασιλέως.

Όσιος Συάγριος
Ο Όσιος Συάγριος έζησε τον 8ο αιώνα μ.Χ. και καταγόταν από την Γαλλία. Έγινε μοναχός στη νήσο των Λερίνων και αργότερα ίδρυσε μονή στην περιοχή της Προβηγκίας.

Κοιμήθηκε με ειρήνη το 787 μ.Χ., στην πόλη Νίκαια της Γαλλίας.

Όσιος Δαμιανός εκ Γεωργίας
Ο Όσιος Δαμιανός, κατά κόσμον Δημήτριος, ήταν βασιλέας των Γεωργιανών (1125 μ.Χ.) και υιός του βασιλέα Δαβίδ Β' του Ισχυρού ή Επανορθωτού (1089 - 1124 μ.Χ.). Έζησε κατά τον 11ο και 12ο αιώνα μ.Χ. και, αφού εγκατέλειψε την κοσμική εξουσία, έγινε μοναχός, λαμβάνοντας το όνομα Δαμιανός.

Κοιμήθηκε με ειρήνη το 1156 μ.Χ.

Άγιος Σίμων Επίσκοπος Σουζδαλίας
Ο Άγιος Σίμων, Επίσκοπος Σουζδαλίας, έζησε κατά τον 12ο αιώνα μ.Χ. και κοιμήθηκε με ειρήνη.

Όσιος Παΐσιος του Γκαλίτς
Ο Όσιος Παΐσιος έζησε τον 14ο και 15ο αιώνα μ.Χ. και έφθασε στην πόλη Γκαλίτς της Ρωσίας από το νότο περί το 1385 μ.Χ. Εκάρη μοναχός στη μονή του Αγίου Νικολάου του Γκαλίτς και αμέσως άρχισε τον σκληρό πνευματικό αγώνα.

Στο βίο του, αναφέρεται ότι μία φορά ο Όσιος Παΐσιος βρισκόταν σε ένα κελλί μαζί με τον ερημίτη Κασσιανό, τον επονομαζόμενο «Έλληνα» (βλέπε 2 Οκτωβρίου), στον ποταμό Ούκμα και με τους μοναχούς Αδριανό και Γεράσιμο. Ενώ έψελναν τον Ακάθιστο Ύμνο, ξαφνικά επάνω σε ολόκληρο το μοναστήρι εμφανίσθηκε ένα υπέρλαμπρο φώς και οι μοναχοί άκουσαν μία φωνή που τους καλούσε να εξέλθουν από το κελλί. Τρομαγμένοι, εξήλθαν και Άγγελος Κυρίου τους έδειξε ένα όραμα: τη Θεοτόκο, που καθόταν σε έναν θρόνο και στα χέρια της κρατούσε τον Ιησού Χριστό ως Βρέφος. Οι μοναχοί έπεσαν στη γη, αλλά ο Άγγελος τους είπε να σηκωθούν και τους διαβίβασε την εντολή της Θεοτόκου να οικοδομήσουν σε εκείνο το σημείο μία εκκλησία προς τιμήν της Προστάτιδος Μητέρας του Θεού. Ο ναός οικοδομήθηκε το 1482 μ.Χ. και ο Αδριανός συμμετείχε στην κατασκευή της πέτρινης εκκλησίας, ενώ το 1489 μ.Χ. βοήθησε τον Όσιο Παΐσιο στην κατασκευή της μονής του Αγίου Νικολάου, στον μικρό ποταμό Γκρέκοφ, στη δεξιά όχθη του ποταμού του Βόλγα, που εξαρτιόταν από την μονή της Προστάτιδος Υπεραγίας Θεοτόκου.

Ο Όσιος Παΐσιος αγωνίσθηκε για την ενότητα της Ρωσικής γης και των ηγεμόνων της περιοχής και αντιστάθηκε πιο φεουδαρχικούς πολέμους. για τον λόγο αυτό επισκέφθηκε και την Μόσχα.

Μετά από θεοφιλή βίο και αδιάλειπτη προσευχή ο Όσιος προαισθάνθηκε το τέλος του. Έτσι άρχισε να εντείνει τους πνευματικούς του αγώνες και να προετοιμάζεται εσωτερικά, για να συναντήσει τον Κύριο και Θεό του. Κοιμήθηκε με ειρήνη, το 1460 μ.Χ. ή το 1463 μ.Χ. και ενταφιάσθηκε στη νότια πλευρά του καθεδρικού ναού του Ουσπένσκι.
saint.gr

nissan_tsioris_note.png


 

Πρωτοσέλιδα