1 Φεβρουαρίου - Τελώνου και Φαρισαίου (Αρχή Τριωδίου), Άγιος Τρύφων ο Μάρτυρας, Όσιος Βασίλειος Α' ο Ομολογητής Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, Άγιος Αναστάσιος ο Νεομάρτυρας εκ Ναυπλίου, Όσιος Πέτρος ο εν Γαλατία, Όσιος Βενδιμιανός, Όσιος Τιμόθεος ο Ομολογητής, Άγιος Θεΐων και Δύο παιδιά, Άγιος Καρίων ο Μάρτυρας, Άγιοι Περπέτουα, Σάτυρος, Ρευκάτος, Σατουρνίλος, Σεκούνδος και Φιλικητάτη οι Μάρτυρες, Αγία Bridgit (Ιρλανδή), Όσιος Αντώνιος ο Ερημίτης, Άγιος Ηλίας ο Μεγαλομάρτυρας, Άγιοι Αδριανός, Πολύευκτος, Πλάτων και Γεώργιος οι Μάρτυρες εν Μεγάροις, Άγιος Πέτρος ο Ιερομάρτυρας, Ανάμνηση των εγκαινίων του Ναού του Σωτήρος Χριστού εν Αρμουλαδή, Προεόρτια της Υπαπαντής του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού και Άγιοι Γεώργιος Αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης, Συμεών ο Νέος Στυλίτης και Δαβίδ ο Μοναχός

Τελώνου και Φαρισαίου (Αρχή Τριωδίου)

Φαρισαΐζων, Ἱεροῦ μακρὰν γίνου,
Χριστὸς γὰρ ἔνδον, ᾧ ταπεινὸς δεκτέον.

Ὁ δημιουργὸς τῶν ἄνω καὶ τῶν κάτω,
Τρισάγιον μὲν ὕμνον ἐκ τῶν Ἀγγέλων,
Τριῴδιον δὲ καὶ παρ' ἀνθρώπων δέχου.


Τριώδιο
Τριώδιο ονομάζεται το Λειτουργικό Βιβλίο της Εκκλησίας μας το οποίο περιλαμβάνει τους Ύμνους των Κυριακών, απο την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου μέχρι και το Μεγάλο Σάββατο πρίν την Τελετή της Αναστάσεως. Ονομάζεται έτσι διότι οι περισσότεροι Κανόνες του Όρθρου (πρωινή Ακολουθία) περιέχουν τρείς Ωδές ενώ συνήθως περιέχουν εννέα Ωδές - την 8η και την 9η πάντοτε, ύστερα δε διαδοχικά μία από τις πέντε πρώτες.

Το Τριώδιο τοποθετείται στα Αναλόγια των Ναών μας στον Εσπερινό του Σαββάτου της Κυριακής του Τελώνου και του Φαρισαίου αφού πρώτα ο Πρωτοψάλτης το παραλάβει απο την Εικόνα του Χριστού και το ασπασθεί. Έτσι ανοίγει το Τριώδιο, περίοδος η οποία διαιρείται σε τρείς μικρότερες, δηλ. Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι Κυριακή της Τυροφάγου, Καθαρά Δευτέρα μέχρι το Σάββατο Του Λαζάρου και Κυριακή των Βαίων το βράδυ μέχρι το Μεγάλο Σάββατο πρίν την Ανάσταση. Παλαιότερα στην περίοδο του τριωδίου συμπεριλαμβάνονταν και η περίοδος από την Κυριακή του Πάσχα μέχρι την Κυριακή των αγίων πάντων. Αργότερα όμως οι ιερές ακολουθίες της περιόδου αυτής περιελήφθησαν σε ιδιαίτερο λειτουργικό βιβλίο το «Πεντηκοστάριο».

Για την διαμόρφωση του Τριωδίου, όπως το έχει στη χρήση της σήμερα η εκκλησία μας, έπαιξαν ρόλο όλες οι χριστιανικές γενεές από τον 5ο μέχρι τον 15ο αιώνα μ.Χ. (Το πρώτο έντυπο του Τριωδίου εξεδόθη το 1522 μ.Χ. στην Βενετία). Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από τις ασματικές ακολουθίες των εορτών του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (Β' Κυριακή των Νηστειών), του Οσίου Ιωάννου της Κλίμακος (Δ' Κυριακή των Νηστειών), κ.α. Αποδεικνύεται επίσης από την εισαγωγή του επιτάφιου θρήνου, εγκωμίων, δηλαδή που ψάλλονται στον Επιτάφιο, και από την εισαγωγή των συναξαρίων του Νικηφόρου Καλλίστου του Ξανθόπουλου. Στην διαμόρφωση των ασματικού κύκλου του τριωδίου συνέβαλαν επίσης και διάσημοι υμνογράφοι και μελωδοί της εκκλησίας μας, όπως ο Ρωμανός ο Μελωδός, (βλέπε 1 Οκτωβρίου) και ο Ιωάννης Δαμασκηνός (βλέπε 4 Δεκεμβρίου).

Το τριώδιο περισσότερο από όλα τα εκκλησιαστικά βιβλία που περιέχουν ιερές ακολουθίες οδηγεί τις ψυχές των πιστών τέκνων της ορθοδόξου εκκλησίας στην περισυλλογή και στην κατάνυξη. Για τον λόγο αυτό ονομάζεται και κατανυκτικό τριώδιο. Με τον κύκλο των εορτών του τριωδίου ανανεώνονται τα βιώματα της νηστείας, της εγκράτειας, της μετάνοιας, και της χαρμολύπης.

Οι Κυριακές του Τριωδίου είναι οι εξής:

1. Τελώνου και Φαρισαίου
2. Ασώτου
3. Απόκρεω
4. Τυροφάγου

Η πρώτη εβδομάδα, που τελειώνει την Κυριακή του Ασώτου, λέγεται και Προφωνή ή Προφωνέσιμη, επειδή παλιά προφωνούσαν, δηλαδή διαλαλούσαν ότι άρχιζαν οι αποκριές. Η εβδομάδα αυτή λέγεται και αμόλυτη ή απόλυτη, επειδή τότε οι ψυχές των πεθαμένων βγαίνουν στον Πάνω Κόσμο.

Η δεύτερη εβδομάδα λέγεται Κρεατινή ή της Κρεοφάγου ή Ολόκριγια, επειδή έτρωγαν κρέας και δεν νηστεύουν Τετάρτη και Παρασκευή. Η Κυριακή της εβδομάδας αυτής, η Κυριακή της Απόκρεω, ονομάστηκε έτσι γιατί ήταν η τελευταία μέρα της κρεοφαγίας (από + κρέας) όλης της περιόδου του Τριωδίου.

Η τρίτη εβδομάδα λέγεται Τυρινή ή της Τυροφάγου, επειδή έτρωγαν γαλακτοκομικά προϊόντα. Από τη Δευτέρα, μια εβδομάδα πριν την Καθαρή Δευτέρα, άρχιζε η αποχή από το κρέας και επιβαλλόταν η χρήση τυριού και γαλακτερών σαν ενδιάμεση άσκηση μεταξύ κρεοφαγίας και νηστείας.

Τελώνη και του Φαρισαίου
Η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου είναι αφιερωμένη στην διδακτική παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, την οποία ο Κύριος διηγήθηκε, προκειμένου να διδάξει την αρετή της ταπεινώσεως και να στηλιτεύσει την έπαρση.

Ο ευαγγελιστής Λουκάς, με τρόπο λιτό, αλλά σαφέστατο, διέσωσε την παραβολή αυτή ως εξής:

«Εἶπε δὲ καὶ πρός τινας τοὺς πεποιθότας ἐφ᾿ ἑαυτοῖς ὅτι εἰσὶ δίκαιοι, καὶ ἐξουθενοῦντας τοὺς λοιπούς, τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται». (Λουκ.18,10-14).

Η τάξη των Φαρισαίων εκπροσωπούσε την υποκρισία και την εγωιστική αυτάρκεια και έπαρση. Τα μέλη της απόλυτα αποκομμένα από την υπόλοιπη ιουδαϊκή κοινωνία, αποτελούσαν, λαθεμένα, το μέτρο σύγκρισης της ευσέβειας και της ηθικής για τους Ιουδαίους. Αντίθετα οι τελώνες ήταν η προσωποποίηση της αδικίας και της αμαρτωλότητας . Ως φοροεισπράκτορες των κατακτητών Ρωμαίων διέπρατταν αδικίες, κλοπές, εκβιασμούς, τοκογλυφίες και άλλες ειδεχθείς ανομίες και γι' αυτό τους μισούσε δικαιολογημένα ο λαός. Δύο αντίθετοι τύποι της κοινωνίας, οι οποίοι εκπροσωπούσαν τις δύο αυτές τάξεις, ανέβηκαν στο ναό να προσευχηθούν. Ο πρώτος ο νομιζόμενος ευσεβής, έχοντας την αυτάρκεια της δήθεν ευσέβειάς του ως δεδομένη, στάθηκε με έπαρση μπροστά στο Θεό και άρχισε να απαριθμεί τις αρετές του, οι οποίες ήταν πραγματικές. Τις εξέθετε προκλητικότατα εις τρόπον ώστε απαιτούσε από το Θεό να τον επιβραβεύσει γι' αυτές. Για να εξαναγκάσει το Θεό έκανε και αήθη σύγκρισή του με άλλους ανθρώπους και ιδιαίτερα με τον συμπροσευχόμενό του τελώνη.

Αντίθετα ο όντως αμαρτωλός τελώνης συναισθάνεται τη δεινή του κατάσταση και με συντριβή και ταπείνωση ζητεί το έλεος του Θεού. Αυτή η μετάνοιά του τον δικαιώνει μπροστά στο Θεό. Γίνεται δεκτή η προσευχή του, σε αντίθεση με τον υποκριτή Φαρισαίο, ο οποίος όχι μόνο δεν έγινε δεκτή η προσευχή του, αλλά σώρευσε στον εαυτό του περισσότερο κρίμα, εξαιτίας της εγωπάθειάς του.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας όρισαν να είναι αφιερωμένη η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου στη διδακτική αυτή παραβολή του Κυρίου για να συνειδητοποιήσουν οι πιστοί πως η υπερηφάνεια είναι η αγιάτρευτη ρίζα του κακού στον άνθρωπο, η οποία τον κρατά μακριά από την αγιαστική χάρη του Θεού και πως η ταπείνωση είναι το σωτήριο αντίδοτο της καταστροφικής πορείας, που οδηγεί τον άνθρωπο η εγωπάθεια.


Άγιος Τρύφων ο Μάρτυρας
Σὺ δὲ Τρύφων τὶ; τὸ ξίφος θνῄσκω φθάσας.
Καιρὸς δὲ τίς σου τοῦ τέλους; Νουμηνία.
Ἐν Φεβρουαρίοιο Τρύφων πρὸ τομῆς θάνε πρώτῃ.

Τρύφων ἀληθοῦς ἀξίωσον τρυφῆς με,
Γεράσιμον μέλψαντα σὰς ἀριστείας.

O Άγιος Τρύφων καταγόταν από τη Λάμψακο της Φρυγίας και έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Γορδιανού (238-244), Φιλίππου (244-249) και Δεκίου (249-251). Προερχόταν από φτωχή οικογένεια και στη παιδική του ηλικία, έβοσκε χήνες για να ζήσει. Συγχρόνως όμως μελετούσε με ζήλο την Αγία Γραφή και εκτελούσε με ευλάβεια τα θρησκευτικά του καθήκοντα. Έτσι, σιγά-σιγά ο Τρύφων με την ευσεβή φιλομάθεια του, κατόρθωσε όχι μόνο να διδαχθεί ο ίδιος, αλλά και να διδάσκει τις αιώνιες αλήθειες της πίστεως του. Γρήγορα η ευσεβής ψυχή του δέχθηκε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και ο Θεός αξίωσε τον Τρύφωνα να θαυματουργεί.

Όμως ο Άγιος θεράπευε όχι μόνο κάθε ασθένεια, αλλά και εξάγνιζε τις μολυσμένες από τα δαιμόνια ψυχές. Όταν ο αυτοκράτορας Γορδιανός, πληροφορήθηκε για τις θαυματουργικές ικανότητες τού Τρύφωνα, τον παρακάλεσε να θεραπεύσει την άρρωστη κόρη του. O αυτοκράτορας προσπάθησε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του, προσφέροντας στον Άγιο αξιώματα και χρήματα, τα οποία όμως ο Τρύφων ευγενικά αρνήθηκε.

Όταν αυτοκράτορας έγινε ο Δέκιος, εξαπέλυσε άγριο διωγμό κατά των Χριστιανών. Το 250 μ.Χ. ο Άγιος, επειδή δεν λάτρευε τους θεούς της ειδωλολατρικής θρησκείας και ήταν Χριστιανός, συνελήφθη από κάποιον στρατιωτικό που ονομαζόταν Φρόντων (ή Φόρτων) και οδηγήθηκε ενώπιον των επάρχων της Ανατολής, Τιβέριου Γράγχου και Κλαυδίου Ακυλίνου στη Νίκαια της Βιθυνίας. Ο μάντης Πομπηϊανός τον παρουσίασε στους ηγεμόνες. Ο Άγιος Τρύφων ομολόγησε με θάρρος την πίστη του. Τότε υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια. Του κατατρύπησαν με σπαθιά όλο του το σώμα, έπειτα τον έδεσαν από τα πόδια σε άλογα και τον έσυραν, σε ώρες φοβερού ψύχους, σε δύσβατες και πετρώδεις τοποθεσίες. Εκείνος προσευχόταν και έλεγε: «Κύριε, μην τους καταλογίσεις αυτή την αμαρτία». Μετά το φρικτό μαρτύριο τον ρώτησαν αν σωφρονίσθηκε και ήθελε να θυσιάσει στα είδωλα. Ο Μάρτυρας του Χριστού απάντησε τότε στον έπαρχο Ακυλίνο: «Ανόσιε και κακών αρχηγέ, είναι δυνατόν να είσαι σωφρονισμένος, όταν είσαι μεθυσμένος από τον διάβολο; Εγώ πάντοτε περνάω τον βίο μου με σωφροσύνη, γιατί έχω τον Χριστό βοηθό της ελπίδας μου». Ύστερα από αυτό τον έκλεισαν στο δεσμωτήριο με σκοπό να του δώσουν διορία, για να απαλλαγεί από την «άνοια» αυτού και να αρνηθεί την πίστη του στον Χριστό. Λίγες ημέρες μετά ο έπαρχος κάλεσε τον Άγιο και τον ρώτησε εάν το διάστημα του χρόνου και τα βασανιστήρια τον έπεισαν να θυσιάσει στους θεούς. Ο Άγιος και πάλι ομολόγησε με πνευματική ανδρεία το Όνομα του Θεού. Τον έσυραν τότε γυμνό πάνω σε σιδερένια καρφιά, κατόπιν τον μαστίγωσαν και στη συνέχεια του έκαψαν με λαμπάδες τα πλευρά. Στο τέλος, μόλις ο Μάρτυρας παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό λέγοντας το «Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξαι το πνεύμα μου», απέκοψαν την τίμια κεφαλή αυτού.

Οι Χριστιανοί παρέλαβαν το τίμιο λείψανο του Μάρτυρος και αφού το έχρισαν με πολύτιμα μύρα και το τύλιξαν σε σινδόνα, το κατέθεσαν σε λάρνακα και το απέστειλαν στην πόλη της Λαμψάκου κατά την επιθυμία του.

Η Σύναξη του Αγίου Μάρτυρος Τρύφωνος ετελείτο στο Μαρτύριό του, το οποίο βρισκόταν μέσα στο σεπτό Αποστολείο του Ιωάννου του Θεολόγου, πλησίον της Μεγάλης Εκκλησίας.

Ναό αφιερωμένο στον Άγιο Τρύφωνα έκτισε ο μέγας Ιουστινιανός (527-565 μ.Χ.) στην τοποθεσία του Πελαργού Κωνσταντινουπόλεως. Μονή του Αγίου Τρύφωνος αναφέρεται και μετά τα μέσα του 9ου αιώνος μ.Χ., παρακείμενη στη Μητρόπολη Χαλκηδόνος, στην οποία εκάρη μοναχός ο μετέπειτα Πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός (901-907, 912-925 μ.Χ.).

Όσιος Βασίλειος Α' ο Ομολογητής Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
Oρθώς λαόν σον Bασίλειε ποιμάνας,
Όντως εβασίλευσας εκ των πραγμάτων.

Ο Όσιος Βασίλειος ο Ομολογητής καταγόταν από την Αθήνα. Ήταν αρχικά Επίσκοπος Κρήτης και μετετέθη στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Θεσσαλονίκης. Όπως μαρτυρείται από τον Νικήτα Παφλαγόνα ο «Βασίλειος ούτος ο πρότερον μεν Κρήτης επίσκοπος γενόμενος, διά την των Αγαρηνών έξοδον εις Θεσσαλονίκην μετατεθείς». Η χειροτονία του Οσίου Βασιλείου πρέπει να συνέβη κατά την πρώτη πατριαρχία του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ιγνατίου (846-858 μ.Χ.) και η μετάθεσή του στο θρόνο της Θεσσαλονίκης πολύ σύντομα. Το πιθανότερο είναι να μην πρόλαβε να εγκατασταθεί καθόλου στην Κρήτη και να μετατέθηκε σχεδόν αμέσως στην Θεσσαλονίκη.

Προς τον Όσιο Βασίλειο Α', Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης απευθύνεται η βούλα της 25ης Σεπτεμβρίου 860 μ.Χ. του Πάπα Νικολάου Α' (858 - 867 μ.Χ.), με την οποία επικυρώνεται ο διορισμός του ως βικαρίου της Ρώμης στο ανατολικό Ιλλυρικό.

Το έτος 862 μ.Χ. ο Όσιος Βασίλειος αναντιώθηκε κατά του δυσεβούς αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ' (842 - 867 μ.Χ.). Οι κακοποιήσεις και οι διώξεις που επακολούθησαν, του χάρισαν το στέφανο του Ομολογητού της πίστεως.

Άγιος Αναστάσιος ο Νεομάρτυρας εκ Ναυπλίου
Aναστάσιος συγκοπείς σαρκός μέλη,
Άρτιος έσται εσχάτη Aναστάσει.

Ο Άγιος Αναστάσιος ήταν γέννημα θρέμμα του Ναυπλίου και ζωγράφος επιδέξιος ως προς το επάγγελμα. Αρραβωνιάστηκε εκεί την κόρη ενός χριστιανού και σε λίγες μέρες άκουσε κάποια σφάλματα για την αρραβωνιαστικιά του και την άφησε. Οι συγγενείς της κόρης, του έκαναν μαγικά, για να την αγαπήσει και να την πάρει. Έτσι σε λίγο καιρό υπό την επήρεια των μαγικών, έχασε ο νέος τα λογικά του και γυρνούσε από δω κι από κει.

Όταν τον είδαν οι Τούρκοι, έτσι αλλόκοτο, τον έκαναν να αλλαξοπιστήσει. Ο Θεός όμως τον λυπήθηκε και σε λίγες μέρες του έδωσε την υγεία του. Και ερχόμενος στα συγκαλά του, κατανοεί ότι είναι Τούρκος και ότι φορούσε στο κεφάλι άσπρο σαρίκι. Αμέσως το πετάει στο χώμα και αρχίζει να φωνάζει με δυνατή φωνή και με τόλμη μέσα στο πλήθος των Τούρκων ότι ήταν, είναι και θα είναι για πάντα χριστιανός.

Οι Τούρκοι μόλις είδαν ότι μετάνιωσε, έτρεξαν καταπάνω του και δέρνοντας και σπρώχνοντας τον έφεραν στον κριτή. Ο κριτής επιχειρούσε με διάφορες πλεκτάνες, πότε κολακεύοντας και πότε φοβερίζοντας, να τον κάνει να αρνηθεί την Χριστιανική πίστη. Αλλά ο Μάρτυρας δεν τα λογάριαζε όλα αυτά και ακλόνητος έλεγε με τόλμη ότι δεν αρνείται τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον αληθινό Θεό, αλλά πιστεύει και Τον προσκυνά ως δημιουργό και σωτήρα του ενώ την πίστη στον Αλλάχ δεν την χρειάζεται και την αποστρέφεται. Όταν άκουσε αυτά ο κριτής έδωσε εντολή να τον αποκεφαλίσουν.

Αλλά οι Τούρκοι δεν τον άκουσαν και με το που τον έβγαλαν από το κριτήριο όρμισαν πάνω του όπως παλιά οι Ιουδαίοι στον πρωτομάρτυρα Στέφανο και άλλοι με ξύλα, άλλοι με σπαθιά, άλλοι με μαχαίρια κατατρυπούσαν το κορμί του Μάρτυρα μέχρι που το κατέκοψαν σε μικρά κομμάτια.

Έτσι ετελειώθη την 1η Φεβρουαρόυ 1655 μ.Χ. (κατά άλλους το 1654 μ.Χ.) ο ευλογημένος Αναστάσιος και έλαβε του μαρτυρίου το στεφάνι και τώρα ευφραίνεται στο χορό των Μαρτύρων εις δόξαν του Τριαδικού Θεού. Με Βασιλικό διάταγμα της 14ης Νοεμβρίου 1935 μ.Χ. καθιερώθηκε η 1η Φεβρουαρίου ως ημέρα ολοκληρωτικής αργίας των καταστημάτων Ναυπλίου.

Ακολουθίες συνέθεσαν ο Μητροπολίτης πρώην Καρπάθιου και Κάσου Νείλος Σμυρνιωτόπουλος και ο Υμνογράφος Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης.

Όσιος Πέτρος ο εν Γαλατία
Ήσκει τελευτής, Πέτρος άχρι Γαλάτης,
Λόγοις αλειφθείς, Παύλου τοις προς Γαλάτας.

Ο Όσιος Πέτρος καταγόταν από τη Γαλατία της Μικράς Ασίας και συγκεκριμένα από περιοχή που βρισκόταν κοντά στην Άγκυρα. Μαζί με τους γονείς του έμεινε μόνο τα επτά πρώτα χρόνια της ζωής του. Όλα τα άλλα του χρόνια τα διήλθε ως ασκητής.

Αρχικά ασκήτεψε στην περιοχή της Γαλατίας. Έπειτα πήγε στα Ιεροσόλυμα, για να γνωρίσει τους τρόπους ασκήσεως των Ασκητών και Πατέρων της περιοχής και να διδαχθεί από αυτούς τα της μοναχικής πολιτείας. Από εκεί μετέβη στην Αντιόχεια. Στην πόλη αυτή βρήκε ένα τάφο με οικίσκο πάνω από την επιφάνεια του εδάφους και κλείσθηκε μέσα. Μπροστά στον τάφο υπήρχε ένας μικρός χώρος φραγμένος με κάγκελα. Εκεί ο Όσιος δεχόταν τους ευλαβείς Χριστιανούς. Για τη διατροφή του χρησιμοποιούσε, κάθε δύο ημέρες, ένα κομματάκι ψωμί και λίγο νερό.

Ο Όσιος Πέτρος είχε προικισθεί από τον Θεό με το χάρισμα της θαυματουργίας και έκανε πολλά θαύματα. Πρώτα ελευθέρωσε, με την προσευχή του, έναν δαιμονισμένο ονόματι Δανιήλ από το δαιμόνιο που τον βασάνιζε, τον οποίο και έκανε συγκάτοικό του. Με άλλο θαύμα θεράπευσε τη μητέρα του Θεοδωρήτου, Επισκόπου Κύρου, γυναίκα ευλαβή και ευλογημένη από τον Θεό, η οποία έπασχε από ανίατη ασθένεια των οφθαλμών. Επίσης, τύφλωσε τον στρατηγό της πόλεως, ο οποίος ήθελε να βιάσει κάποια μοναχή και έτσι τον εμπόδισε να πραγματοποιήσει την ανόσια επιθυμία του.

Ο Όσιος Πέτρος, αφού έζησε επί ενενήντα εννέα έτη θεοφιλώς, παρέδωσε με ειρήνη το πνεύμα του στον Κύριο και έλαβε τα έπαθλα των πνευματικών και ασκητικών του μόχθων το 429 μ.Χ.

Όσιος Βενδιμιανός
Βενδιμιανὸς δένδρον ἀρετῆς μέγα,
Φυτευθὲν εἰς γῆν, καὶ μεταχθὲν εἰς πόλον.

Ο Όσιος Βενδιμιανός γεννήθηκε στα μέσα του 5ου αιώνα, από γονείς ευγενείς και πλούσιους, στη Μεγάλη Μυσία (αρχαία χώρα της Βορειοδυτικής Μικράς Ασίας). Μόναζε στο όρος το ονομαζόμενο της Οξείας και μαθήτευε κοντά στον όσιο Αυξέντιο «του εν τω Βουνώ» (τιμάται 14 Φεβρουαρίου). Μετά τον θάνατο του διδασκάλου του αυτού, ο Βενδιμιανός μπήκε στη σχισμή μιας μεγάλης πέτρας, όπου έκτισε μικρό κελί και έμεινε εκεί 42 ολόκληρα χρόνια με αυστηρότατη άσκηση. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να επιτύχει μεγάλες νίκες κατά των δαιμόνων. Όταν κατάλαβε να πλησιάζει το τέλος της ζωής του, το έτος 512 μ.Χ., διηγήθηκε σ' αυτόν που έγραψε τον βίο του οσίου Αυξεντίου τα της ζωής του, και αφού γονάτισε παρέδωσε την όσια ψυχή του.

Όσιος Τιμόθεος ο Ομολογητής
Τιμόθεος μετέσχε τιμῆς τῆς ἄνω,
Μὴ τι προκρίνας τῆς Θεοῦ τιμῆς κάτω.

Ο Όσιος Τιμόθεος ήταν ομολογητής της πίστεώς μας και κοιμήθηκε με ειρήνη. Δεν έχουμε άλλες λεπτομέρειες για τον βίο του.

Άγιος Θεΐων και Δύο παιδιά
Θνῄσκουσι παισὶν εὐπροθύμως ἐκ ξίφους.
Ὅλη Θείων εἵπετο προθυμίᾳ.

Είναι άγνωστο που και πότε μαρτύρησαν ο Άγιος Θεΐων με τους δύο παίδες, οι οποίοι τελειώθηκαν διά ξίφους.

Άγιος Καρίων ο Μάρτυρας
Φωνῆς στερήσει γλωττότμητος Καρίων,
Γλωσσῶν πλάνων ἔπαυσεν ὑθλοφωνίαν.

Ο Άγιος Καρίων μαρτύρησε αφού του έκοψαν την γλώσσα. Δεν έχουμε περισσότερες λεπτομέρειες για τον βίο του Αγίου.

Άγιοι Περπέτουα, Σάτυρος, Ρευκάτος, Σατουρνίλος, Σεκούνδος και Φιλικητάτη οι Μάρτυρες
Τὴν τῶν σφαγέντων Περπετούα πεντάδα,
Ἤμειψε, συσφαγεῖσα πρὸς τὴν ἑξάδα.

Η Αγία Περπέτουα ήταν από την Καρχηδόνα (Θουβριτανών της Αφρικής), έγγαμη και μητέρα ενός μικρού παιδιού. Διακρινόταν όχι μόνο για την ευσέβεια της, αλλά και για την εργασία της υπέρ της πίστεως, αν και ήταν μόλις 22 χρονών. Καταγγέλθηκε το 203 μ.Χ. στον χιλίαρχο της πατρίδας της, και συνελήφθη μαζί με πέντε κατηχούμενους, τέσσερις άνδρες και μια γυναίκα, που η Περπέτουα είχε ανοίξει τα μάτια τους στο φως του Χριστιανισμού. Και τους μεν άνδρες τους σκότωσε με μαχαίρια ο ειδωλολατρικός όχλος, τη δε αγία Περπέτουα, με τη Φιλιτσιτάτη, αφού τις έβαλαν απέναντι μιας αγρίας δαμάλεως, διεσχίσθησαν από αυτή.

Αγία Bridgit (Ιρλανδή)
Η Αγία Bridgit γεννήθηκε το 459 μ.Χ. και πέθανε το 524 μ.Χ. Το όνομά της αναφέρεται στην ιστορία του Αγίου Βεδέα και σε όλα τα μαρτυρολόγια της εποχής. Η Αγία ακολούθησε την οδό της μοναχικής πολιτείας, ίδρυσε μονή και αφιέρωσε την ζωή της στη διακονία των πτωχών. Η Αγία Bridgit είναι Προστάτιδα της Ιρλανδίας.

Όσιος Αντώνιος ο Ερημίτης
Ο Όσιος Αντώνιος έζησε τον 6ο αιώνα μ.Χ. και ασκήτεψε ως ερημίτης στην Γεωργία. Κοιμήθηκε με ειρήνη.

Άγιος Ηλίας ο Μεγαλομάρτυρας
Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Ηλίας, μαρτύρησε στην Ηλιούπολη του Λιβάνου το έτος 799 μ.Χ.

Άγιοι Αδριανός, Πολύευκτος, Πλάτων και Γεώργιος οι Μάρτυρες εν Μεγάροις
Είναι άγνωστος ο χρόνος και ο τρόπος του μαρτυρίου των Αγίων Μαρτύρων Αδριανού, Πολυεύκτου, Πλάτωνος και Γεωργίου, των οποίων οι τάφοι και τα ιερά αυτών λείψανα ανακαλύφθηκαν με τη Χάρη του Θεού στα Μέγαρα.

Τα χρόνια εκείνα της Τουρκοκρατίας, μεταξύ των ετών 1600 - 1670 μ.Χ., ένας Μεγαρεύς που ονομαζόταν Οικονόμου θέλησε να αναγείρει οικοδομή, στον τόπο όπου σήμερα βρίσκεται ο φερώνυμος ναός των Αγίων Μαρτύρων. Ενώ δε οι εργάτες έσκαβαν, ένας από αυτούς αισθάνθηκε κάτω από τα πόδια του θερμότητα τόσο αισθητή, ώστε να μην μπορεί να εργασθεί στο μέρος εκείνο. Το είπε τότε στον Οικονόμου, που βρισκόταν εκεί κοντά, ο οποίος αφού έσκαψε βαθύτερα με τα χέρια του, βρήκε μαρμάρινη πλάκα επί της οποίας ήταν χαραγμένα τα ονόματα των Αγίων. Τότε την ανέσυραν και βρήκαν κάτω από αυτήν τα σεπτά λείψανα των Αθλοφόρων.

Αλλά κάποιοι ιερόσυλοι, μόλις αποκαλύφθηκαν τα ιερά λείψανα, τα σύλησαν και αναχώρησαν κρυφά στην Πελοπόννησο. Αναζητηθέντες όμως δεν ευρέθησαν, λόγω και της αδιαφορίας των Τουρκικών αρχών.

Μετά από αυτά ο Οικονόμου μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, αφού έλαβε μαζί του και την πλάκα επί της οποίας ήταν χαραγμένα τα ονόματα των Μαρτύρων και ανέφερε στον τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τα γενόμενα στην πόλη των Μεγάρων.

Περί του πως βρέθηκαν στα Μέγαρα οι Άγιοι, δυνάμεθα να συμπεράνουμε δύο πράγματα: Ή ότι αυτοί υπέστησαν διώξεις από χριστιανομάχους στις Σέρρες και εκδιωχθέντες από εκεί κατέφυγαν στα Μέγαρα, όπου τελειώθησαν μαρτυρικά, ή ότι μαρτύρησαν στα Μέγαρα υπηρετούντες σαν στρατιώτες.

(Επισκόπου Φαναρίου Αγαθαγγέλου, Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Φεβρουάριος) Εκδ. Αποστ. Διακονίας)

Άγιος Πέτρος ο Ιερομάρτυρας
Ο Άγιος Πέτρος (Σκιπετρώφ) ήταν Πρεσβύτερος και μαρτύρησε το έτος 1918 μ.Χ

Ανάμνηση των εγκαινίων του Ναού του Σωτήρος Χριστού εν Αρμουλαδή
Η μνήμη κατά τον Παρισινό Κώδικα 1590. Δεν έχουμε λεπτομέρειες για το γεγονός.

Προεόρτια της Υπαπαντής του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού
Παραμονή της Υπαπαντής του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

Άγιοι Γεώργιος Αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης, Συμεών ο Νέος Στυλίτης και Δαβίδ ο Μοναχός
Στις αρχές του ογδόου αιώνος ζούσε στη Μυτιλήνη ο Αδριανός και η Κωνσταντώ, που απέκτησαν επτά παιδιά, από τα όποια τα πέντε έγιναν μοναχοί. Τρία από αυτά ήταν ο Δαβίδ, ο Συμεών και ο Γεώργιος.

Πρωτότοκος ήταν ο Δαβίδ, που γεννήθηκε το έτος 717 ή 718 μ.Χ. Έμαθε λίγα γράμματα και σε ηλικία 16 ετών, ενώ έβοσκε τα πρόβατα του πατέρα του, σε ώρα μεγάλης καταιγίδας, είδε σε όραμα τον άγιο Αντώνιο να τον καλεί στο μοναχικό βίο και συγκεκριμένα να του δίνει εντολή να μεταβεί στη Μικρά Ασία στο όρος Ίδη, που είναι αντίκρυ στη Λέσβο και λίγο βορειότερα, για να μονάσει εκεί. Ο Δαβίδ με μεγάλη προθυμία και χαρά δέχτηκε τη συμβουλή του Μέγα Αντωνίου, ήλθε στη Μικρά Ασία, όπου έζησε στο όρος Ίδη μέσα σε μια σπηλιά με μεγάλη άσκηση, τρώγοντας άγρια χόρτα. Εκεί έζησε τριάντα χρόνια. Πάλι με όραμα πήρε την εντολή να έλθει στον επίσκοπο Γάργαρων για να χειροτονηθεί από αυτόν διάκονος και αργότερα πρεσβύτερος. Επέστρεψε και πάλι στο όρος Ίδη, όπου με υπόδειξη ενός αγγέλου, που είδε σε όραμα, χτίζει ναό των αγίων Κηρύκων και Ιουλίττης και μοναστήρι στο όποιο πολύ σύντομα μαζεύτηκαν πολλοί μοναχοί.

Έπειτα από δέκα χρόνια και αφού πέθανε ο πατέρας του, ήρθε η μητέρα του να τον ιδεί έχοντας μαζί της το μικρότερο από τα παιδιά της, τον Συμεών, που ήταν τότε οκτώ χρονών. Είχε γεννηθεί το 765 ή 766 μ.Χ. Ο Συμεών έμεινε κοντά στον αδελφό του, η μητέρα του δε, έπειτα από λίγες ήμερες, επέστρεψε στη Μυτιλήνη και σε λίγο απέθανε.

Ο Συμεών έμαθε γράμματα παραμένοντας στο μοναστήρι του αδελφού του όπου σε ηλικία είκοσι δύο ετών έγινε μοναχός και σε ηλικία 28 ετών χειροτονήθηκε από τον επίσκοπο Γάργαρων Ιερεύς. Δυο χρόνια αργότερα πέθανε ο Δαβίδ σε ηλικία εξήντα εξ ετών, αφού προείδε το θάνατο του και συνέστησε στον αδελφό του Συμεών να επιστρέψει στη Μυτιλήνη. Ο Συμεών συμμορφώθηκε με την εντολή του αδελφού του και επέστρεψε στη Μυτιλήνη της Παναγίας, που ήταν στο νότιο λιμάνι της πόλεως, στο «Μόλο». Εκεί για να μιμηθεί την άθληση του παλαιού αγίου Συμεών του Στυλίτη, ανέβηκε σε στύλο και έζησε με φοβερή άσκηση, νηστεία, σκληραγωγία και προσευχή.

Στη συνέχεια πήρε κοντά του και τον αδελφό του Γεώργιο, μοναχό και αυτόν, που γεννήθηκε το έτος 763 μ.Χ. Χειροτονήθηκε και αυτός Ιερεύς και μαζί με τον αδελφό τους και την αδελφή τους, μοναχή και αυτή, Ιλαρία και άλλους μοναχούς έχτισαν μοναστήρι στο όποιο κατέφθαναν πλήθη χριστιανών πού διψούσαν να ακούσουν λόγο Θεού και να ζητήσουν την ευλογία των αγίων μοναχών.

Όμως την ησυχία του μοναστηριού και της Εκκλησίας, γενικότερα, τάραξε και πάλι η μανία των εικονομάχων. Ο Αυτοκράτων Λέων Ε' ο Αρμένιος (813-820 μ.Χ.) κήρυξε πάλι διωγμούς κατά των χριστιανών. Ο επίσκοπος της Μυτιλήνης Γεώργιος εξορίζεται και τοποθετείται επίσκοπος Μυτιλήνης κάποιος Λέων εικονομάχος, ο οποίος αμέσως στράφηκε κατά του Συμεών και των μοναχών του Μοναστηριού του.

Με τις ενέργειες του εικονομάχου αυτού επισκόπου καταδικάζεται σε θάνατο δια πυρός ο Συμεών, αλλά με θαύμα διασώζεται και παραμένει για ένα διάστημα ανενόχλητος πάνω στο στύλο του, μέχρι που αναγκάζεται πάλι από τον είκονομάχο επίσκοπο να εγκαταλείψει τη Μυτιλήνη και να αποσυρθεί, μαζί με τους μοναχούς, στο μικρό νησάκι, το γνωστό με το όνομα Άγιος Ισίδωρος, που βρίσκεται στον κόλπο Γέρας προς το μέρος της Κουντουρουδιάς, των Λουτρών.

Αργότερα, ο εικονομάχος επίσκοπος κατόρθωσε να αποσπάσει από τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Β' τον Τραυλό (820 - 829 μ.Χ.) διαταγή, με την οποία εξορίζεται ο Συμεών στη «Λαγούσα», νησί ακατοίκητο απέναντι από τα μέρη της Τροίας. Εκεί πήγε ο Συμεών με τη συνοδεία επτά μαθητών του και παρέμεινε και εκεί πάνω σε στύλο 10 μέτρων, ενώ ο αδελφός του Γεώργιος παρέμεινε στη Μυτιλήνη, φροντίζοντας το μοναστήρι.

Αργότερα έφυγε ο Άγιος Συμεών στην Κωνσταντινούπολη, όπου κατάλαβε ότι θα προσέφερε απαραίτητες στην Εκκλησία υπηρεσίες και εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι του Νικήτου του Μηδικίου. Με κέντρο το μοναστήρι αυτό περιώδευε από τον Ελλήσποντο μέχρι τα νησιά του Αιγαίου και μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα στηρίζοντας με το λόγο του τους χριστιανούς και παρηγορώντας τους διωκόμενους πατέρες, που βρισκότανε εξόριστοι σε διάφορα μέρη από τους εικονομάχους. Στις περιοδείες του αυτές εργαζόταν σαν ψαράς, όπου στάθμευε, για να εξοικονομεί ό,τι χρειαζότανε όχι τόσο για τον εαυτό του αλλά για να βοηθά όσους είχανε ανάγκη βοηθείας. Περιοδεύοντας δεν δίδασκε μόνο, αλλά με τη χάρη του Θεού θεράπευε αρρώστους και ίδρυσε και γυναικείο μοναστήρι, στο οποίο μαζεύτηκαν πολλές μοναχές.

Μετά το θάνατο του Μιχαήλ του Τραυλού, ο εικονομάχος διάδοχος του Θεόφιλος κήρυξε πάλι άγριο κατά της Εκκλησίας διωγμό, κατά τον όποιο συνέλαβε τον Συμεών και τη συνοδεία του με σκοπό να τους κλείσει σε φυλακή και να τους εξαφανίσει. Σώθηκε και από αυτόν τον κίνδυνο με την επέμβαση της Αυτοκράτειρας Θεοδώρας, αλλά δεν απέφυγε την τιμωρία εκατόν πενήντα ραβδισμών που διέταξε ο Αυτοκράτωρ, αλλά και την εξορία στην Αφουσία νήσο της Προποντίδος, όπου πήγε μαζί με άλλους διακεκριμένους κήρυκες της Ορθοδοξίας, όπως ήταν ο Θεοφάνης και Θεόδωρος, οι λεγόμενοι Γραπτοί, και άλλοι πατέρες. Και σ' αυτόν τον τόπο της εξορίας ο Συμεών έχτισε ναό της Παναγίας και μοναστήρι μαζεύοντας σ' αυτό όλους τους καταδιωγμένους από τους εικονομάχους πατέρες.

Ό Γεώργιος που παρέμεινε στη Μυτιλήνη είχε και αυτός αρκετές ταλαιπωρίες. Ο εικονομάχος επίσκοπος Λέων τον καταπίεζε με διάφορους τρόπους και τελικά τον έδιωξε από τη Μυτιλήνη, αφού κατέλαβε παρανόμως και πούλησε το μοναστήρι και ό,τι άνηκε σ' αυτό. Ο Γεώργιος αναγκάζεται να φύγει με τους μοναχούς του μοναστηριού σε ένα «ευτελές και βραχύτατον χωρίον» που το έλεγαν «Μυρσίνα». Αλλά και εκεί ερχότανε και τους εύρισκαν χριστιανοί, κι εκεί δίδασκε ο Γεώργιος και έκαμε πολλά θαύματα.

Όταν πέθανε ο εικονομάχος αυτοκράτωρ Θεόφιλος (842 μ.Χ.) η Βασίλισσα Θεοδώρα ανακάλεσε από την εξορία όλους τους εξόριστους πατέρες, όπως και τους Συμεών και Γεώργιο. Οι δύο αυτοί μαζί με τον μετέπειτα Πατριάρχη Μεθόδιο τον ομολογητή, έγιναν οι πιο έμπιστοι σύμβουλοι της Θεοδώρας. Όταν κατά το έτος 843 μ.Χ. με την υπόδειξη του Συμεών έγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο Μεθόδιος, ο Συμεών μαζί με τους μαθητάς του εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι των αγίων Σεργίου και Βάκχου.

Ο Γεώργιος προτείνεται από τη Βασίλισσα να γίνει επίσκοπος Εφέσου, θέση όμως που δεν δέχτηκε ο Γεώργιος, με πρόφαση την ηλικία του. Ήταν τότε ογδόντα χρόνων. Τέλος, έπειτα από πολλές πιέσεις, δέχτηκε να χειροτονηθεί επίσκοπος για τη Μητρόπολη Μυτιλήνης. Σύντομα χειροτονήθηκε και αφού πήρε και από τη Βασίλισσα και από τον Πέτρωνα και Βάρδα πολλά δώρα για τους φτωχούς του νησιού έρχεται με βασιλικό καράβι -δρόμωνα- στη Μυτιλήνη συνοδευόμενος από στρατηγούς και αυλικούς της Θεοδώρας.

Η Μυτιλήνη τον υποδέχτηκε με ενθουσιασμό και χαρά μεγάλη. Ξαναπήρανε τότε στα χέρια τους το μοναστήρι τους οι άγιοι και γιόρτασαν σ' αυτό, υστέρα από τόσα χρόνια διωγμών, τη γιορτή της Γεννήσεως της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου 843 μ.Χ.) και έπειτα από λίγες μέρες έγινε η ενθρόνιση του Γεωργίου στο ναό της Αγίας Θεοδώρας, που ήταν ο Μητροπολιτικός ναός, την 14η Σεπτεμβρίου, εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.

Ένα χρόνο αργότερα (844 μ.Χ.) πέθανε ο Συμεών και τον έθαψαν στο μοναστήρι της Παναγίας. Τον χειμώνα, τον ίδιο χρόνο, ο Γεώργιος ταξίδευσε στη Γοτθογραικία για να επισκεφθεί άρρωστο φίλο του, τον όποιον με τη δύναμη του Θεού θεράπευσε, προφητεύοντας ότι θα αποθάνει έπειτα από επτά χρόνια, όπως και έγινε. Επέστρεψε στη Μυτιλήνη και συνέχισε με ελεημοσύνες, διδασκαλίες, θαύματα το έργο του καλού ποιμένος.

Αποφασίζει, και μάλιστα χειμώνα καιρό, ένα ταξίδι για τη Σμύρνη, όπου ήθελε να ιδεί πνευματικά του παιδιά και μοναστήρια, που εκείνος ίδρυσε σε οικόπεδα που του είχαν χαρίσει μαθητές του. Στη Σμύρνη όμως παρέμεινε λίγες ήμερες, γιατί εμφανίζεται Άγγελος Θεού μπροστά του και προλέγει το θάνατο του. Επιστρέφει σύντομα στη Μυτιλήνη, όπου περνά όλη τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, κάνοντας και τη λειτουργία της Μεγάλης Πέμπτης. Καταλαβαίνει ότι ήρθε το τέλος του. Δίνει με συγκίνηση τις τελευταίες συμβουλές και ευχές στα πνευματικά του παιδιά και παραδίνει το πνεύμα του στον Κύριο το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου του έτους 845 ή 846 μ.Χ.. Τον ενταφίασαν με μεγάλες τιμές στον τάφο του αδελφού του Συμεών.
saint.gr

nissan_tsioris_note.png


 

Πρωτοσέλιδα