4 Ιανουαρίου - Σύναξη των Αγίων Εβδομήκοντα Αποστόλων, Όσιος Θεόκτιστος ηγούμενος Κουκουμίου, Οσία Απολλιναρία η Συγκλητική, Άγιοι Έξι Μάρτυρες, Όσιος Ευθύμιος ο Νέος, Όσιος Ευθύμιος ηγούμενος Βατοπεδίου και οι Δωδεκα μοναχοι Βατοπεδινοί , Όσιος Νικηφόρος ο Λεπρός, Όσιος Ονούφριος ο Νέος, Άγιοι Ζώσιμος ο μοναχός και Αθανάσιος ο Κομεντηρήσιος, Άγιοι Χρύσανθος και Ευφημία, Όσιος Θεοπρόβος επίσκοπος Καρπασίας Κύπρου, Άγιος Ευστάθιος ο Α', Αρχιεπίσκοπος Ζερβών, Όσιος Αχιλλέας ο Διάκονος της Λαύρας Κιέβου, Εύρεσις των Τιμίων Λειψάνων του Αγίου Νεομάρτυρα Ιωάννου του εξ Αγαρηνών, Όσιοι Ευάγριος και Σίος εκ Γεωργίας, Όσιος Συμεών εκ Ρωσίας και Όσιος Τιμόθεος ο Στυλίτης


Σύναξη των Αγίων Εβδομήκοντα Αποστόλων

Τοὺς Ἑβδομήκοντ᾽ εὐκλεεῖς Ἀποστόλους,
Καὶ ὧδ᾽ ὁμοῦ σύμπαντας εὐφημεῖν θέμις.
Ἀμφὶ τετάρτην ἄνδρας ἀγακλεέας κυδαίνω.

Για τους Αποστόλους αυτούς μας πληροφορεί το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο στο δέκατο κεφάλαιο. Τους εξέλεξε ο Χριστός ύστερα από τους Δώδεκα για να βοηθούν το έργο Του, πηγαίνοντας αυτοί πρωτύτερα σε κάθε πόλη και τόπο, όπου θα πήγαινε κατόπιν ο Ίδιος. Στον αγώνα αυτό, έπρεπε να καταβάλουν όλη τους τη δραστηριότητα, χωρίς να χάνουν ούτε στιγμή. Γι' αυτό τους είπε, ότι ώφειλον να μη σταματούν και να μη χαιρετούν κανένα εις τον δρόμον. Αυτό δε, αποτελεί μάθημα για μερικούς πνευματικούς εργάτες, που χάνουν άσκοπα ώρες και μέρες φλυαρώντας αντί να διδάσκουν, και σκανδαλίζοντας αντί να οικοδομούν. Ο Κύριος παρήγγειλε τους εβδομήκοντα Αποστόλους, μήτε βαλάντιο να έχουν μαζί τους, μήτε δισάκιο, ούτε υποδήματα να κρατάνε. Γιατί; Για να φανεί, ότι οι στρατιώτες του Χριστού πρέπει να έχουν αυταπάρνηση και να εξοικειώνονται με όλες τις στερήσεις. Και να δειχθεί ότι ο Θεός με μηδαμινά μέσα κατορθώνει τα μεγαλύτερα και δυσκολότερα έργα. Οι Εβδομήκοντα εξετέλεσαν την αποστολή τους με όλη την ακρίβεια και την πειθαρχία, όταν ο Χριστός ήταν στη γη. Αλλά και υστέρα από την ανάληψή Του και το σχηματισμό της Εκκλησίας Του, έκαναν με ζήλο και αυταπάρνηση όλο το καθήκον τους.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας, της πρώτης Χριστιανικής περιόδου, προσπάθησαν να τους ταυτίσουν σταχυολογώντας πρόσωπα της Καινής Διαθήκης, κυρίως από το βιβλίο των Πράξεων, καθώς και τις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Η πρώτη απόπειρα καταρτίσεως καταλόγων των ονομάτων των Εβδομήκοντα Αποστόλων έγινε σε αντίδραση ενεργειών των Γνωστικών, οι οποίοι είχαν ανορθόδοξη και εσφαλμένη αντίδραση περί του επισκοπικού αξιώματος και της αδιάκοπης αποστολικής διαδοχής και αποσκοπούσε να προβάλει πρόσωπα με αναμφισβήτητο εκκλησιαστικό κύρος, που ήσαν άμεσα συνεχιστές του έργου των Δώδεκα Αποστόλων. Από την εποχή του πρώτου σχίσματος (867 μ.Χ.), όταν το «παπικὸν πρωτεῖον ἐξῆλθεν πλέον τῆς θεωρητικῆς καὶ ἀορίστου μορφῆς τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε διετήρει καὶ ἔλαβε πρακτικὴν καὶ ὡρισμένην μορφὴν ἐπικίνδυνον διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας», προβάλλονται ιδιαίτερα από την Ορθόδοξη Εκκλησία οι Εβδομήκοντα Απόστολοι, σε αντίδραση στις γνωστές θέσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας περί του πρωτείου του Πάπα. Γι' αυτό, αν και έκαστος των Αποστόλων εορτάζει σε τακτή ξεχωριστή ημέρα, η Εκκλησία μας όρισε και ιδία μέρα για την κοινή εορτή αυτών που κακοπάθησαν για το Ευαγγέλιο του Υιού και Λόγου του Θεού.

Αυτοί δε ήταν:

1. Άγαβος, προφήτης, ο οποίος προφήτευσε τη σύλληψη του Αποστόλου Παύλου και το μέγα λιμό εις Ιερουσαλήμ (Τιμάται 8 Απριλίου).
2. Ακύλας, μαθητής του Αποστόλου Παύλου, μετά της συζύγου αυτού Πρισκίλλης, μαρτυρικά τελειωθέντες (Τιμούνται 14 Ιουλίου, 13 Φεβρουαρίου).
3. Αμπλίας, Επίσκοπος Οδυσσουπόλεως (της Μακεδονίας), υπό του Αποστόλου Ανδρέου εγκατασταθείς και υπό των εθνικών αναιρεθείς (Τιμάται 31 Οκτωβρίου).
4. Ανανίας, μαθητής του Κυρίου στη Δαμασκό, συναντήσας καθ' υπόδειξη του Κυρίου τον Σαούλ (Παύλο) τυφλωθέντα, τον οποίο θεράπευσε και Βάπτισε. Έγινε Επίσκοπος Δαμασκού, τελειωθείς διά λιθοβολισμού (Τιμάται 1 Οκτωβρίου).
5. Ανδρόνικος, Επίσκοπος Πανονίας (Τιμάται 17 Μαΐου, 30 Ιουλίου και 22 Φεβρουαρίου η εύρεση των Τιμίων Λειψάνων του).
6. Απελλής, Επίσκοπος Σμύρνης (Τιμάται 10 Σεπτεμβρίου).
7. Απελλής (έτερος), Επίσκοπος της εν Θράκη Ηρακλείας (Τιμάται 31 Οκτωβρίου).
8. Απολλώς, Επίσκοπος Καισαρείας (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
9. Απφία(ς) (ή Απφιών), σαφώς πρόκειται περί γυναίκας Αποστόλου, την οποία αναφέρει ο Απόστολος Παύλος στην προς Φιλήμονα επιστολή: «καὶ Ἀπφίᾳ τῇ ἀγαπητῇ». Συνεμαρτύρησε μετά των Αποστόλων Διλήμονος, Αρχίππου και Ονησίμου επί Νέρωνος (φέρεται ως σύζυγος του Φιλήμονος) (Τιμάται 22 Νοεμβρίου).
10. Αρίσταρχος, Επίσκοπος της εν Συρία Απαμείας, αποκεφαλισθείς υπό Νέρωνος (Τιμάται 14 Απριλίου και 27 Σεπτεμβρίου)
11. Αριστόβουλος, Επίσκοπος Βρετανίας, αδελφός του Αποστόλου Βαρνάβα (Τιμάται 31 Οκτωβρίου, 15 Μαρτίου).
12. Αρτεμάς, Επίσκοπος Λύστρων (Τιμάται 30 Οκτωβρίου).
13. Άρχιππος, μαθητής του Αποστόλου Παύλου εις Κολοσσάς. Ετελειώθηκε μαρτυρικά επί Νέρωνος (Τιμάται 22 Νοεμβρίου, 19 Φεβρουαρίου).
14. Ασύγκριτος, Επίσκοπος Υρκανίας, ετελειώθηκε μαρτυρικώς (Τιμάται 8 Απριλίου).
15. Αχαϊκός, μαθητής του Αποστόλου Παύλου στην Κόρινθο, ετελειώθηκε από λιμό και δίψα (Τιμάται 15 Ιουνίου).
16. Βαρνάβας ή Ιωσής, Κύπριος την πατρίδα, από τους ελληνιστές Εβραίους της νήσου και από την φυλή Λευΐ. Από Ιωσής, για το γλυκύ του κήρυγμα, μετονομάσθηκε Βαρνάβας, που σημαίνει «υἱὸς παρακλήσεως». Συνέκδημος του Αποστόλου Παύλου, κήρυξε το Ευαγγέλιο στην Αντιόχεια, Ιερουσαλήμ, Ρώμη, Αλεξάνδρεια και Κύπρο, όπου λιθοβολήθηκε και παραδόθηκε στο πυρ. Είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Κύπρου (Τιμάται 11 Ιουνίου).
17. Γάιος, Επίσκοπος Εφέσου (Τιμάται 5 Νοεμβρίου).
18. Επαινετός, Επίσκοπος Καρθαγένης (Τιμάται 30 Ιουλίου).
19. Επαφρόδιτος (ή Επαφράς), Επίσκοπος Κολοφώνος ή Κολώνης ή Αδράκης (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
20. Έραστος, οικονόμος της Εκκλησίας Ιεροσολύμων και Επίσκοπος Πανεάδος (Τιμάται 10 Νοεμβρίου).
21. Ερμάς, Επίσκοπος Φιλίππων ή Φιλιππουπόλεως (Τιμάται 5 Νοεμβρίου).
22. Ερμής, Επίσκοπος Δαλματίας (Τιμάται 8 Μαρτίου).
23. Εύβουλος, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 28 Φεβρουαρίου).
24. Εύοδος, Επίσκοπος Αντιόχειας, διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου (Τιμάται 7 Σεπτεμβρίου).
25. Ζακχαίος, αρχιτελώνης της Ιεριχώ, τον οποίο κάλεσε ο Κύριος (Τιμάται 20 Απριλίου).
26. Ζηνάς ή Ζήνων, Επίσκοπος Διοσπόλεως της Λαοδικίας (Τιμάται 27 Σεπτεμβρίου).
27. Ηρωδίων και Ροδίων ή Ρόδιος, Επίσκοπος νέων Πατρών, ακόλουθος των Αποστόλων. Ετελειώθηκε μαρτυρικά υπό Ιουδαίων και εθνικών ή Επίσκοπος Ταρσού, ακόλουθος των Αποστόλων Πέτρου στη Ρώμη. Αποκεφαλίσθηκε υπό Νέρωνος μετά του Ολυμπά (Τιμάται 28 Μαρτίου, 10 Νοεμβρίου).
28. Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, αδελφός του Κυρίου και υιός Ιωσήφ του Μνήστορος, συγγραφεύς της φερωνύμου Καθολικής Επιστολής και πρώτος Ιεράρχης Ιεροσολύμων. Ο Άγιος ετελειώθηκε μαρτυρικώς υπό Ιουδαίων (Τιμάται 23 Οκτωβρίου, και Κυριακή μετά την Χριστού Γέννηση).
29. Ιάκωβος ο Αλφαίου ή Αλφαίος, αδελφός Ματθαίου του Ευαγγελιστού (Τιμάται 9 Οκτωβρίου).
30. Ιάσων, Επίσκοπος Ταρσού, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 29 Απριλίου).
31. Ιούδας ο Ιακώβου ή Θαδδαίος και Λεββαίος, αδελφός κατά σάρκα του Κυρίου και υιός του Ιωσήφ του Μνήστορος, αδελφός δε γνήσιος του Ιακώβου του Αδελφοθέου (Τιμάται 19 Ιουνίου).
32. Ιουνία(ς), πρόκειται μάλλον περί ανδρός Αποστόλου, τον οποίο αναφέρει ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή : «ἀσπάσασθε Ἀνδρόνικον καὶ Ἰουνίαν τοὺς συγγενεῖς μου καὶ συναιχμαλώτους μου, οἵτινές εἰσιν ἐπίσημοι ἐν τοῖς ἀποστόλοις». Δυστυχώς στους Συναξαριστές εθεωρήθηκε ως γυναίκα, ενώ σε πολλούς κώδικες γράφεται ορθώς: «(Ἀνδρόνικος) συνεπόμενον ἔχων καὶ τὸν ὑπερθαύμαστον Ἰουνίαν». Και το δίστιχο μαρτυρεί : «Ἰουνία(ς) τέθνηκε μηνὶ Μαΐῳ, ὃς πρῶτος ἐστὶν εἰσιὼν Ἰουνίου» (Τιμάται 17 Μαΐου, 22 Φεβρουαρίου (εύρεση Τιμίων Λειψάνων)).
33. Ιούστος ή Ιωσήφ ή Βαρσαββάς ή Ιησούς ή Ιωσής, Επίσκοπος Ελευθερουπόλεως, ο σύμψηφος γενόμενος του Ματθίου, ο αδελφόθεος (Τιμάται 30 Οκτωβρίου).
34. Καίσαρ, Επίσκοπος Κορώνης (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
35. Κάρπος, Επίσκοπος Βερόης ή Βέροιας της Θράκης (Τιμάται 26 Μαΐου).
36. Κήφας (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
37. Κλήμης, Επίσκοπος Σαρδέων ή Σαρδικής (Τιμάται 10 Σεπτεμβρίου).
38. Κορδάτος, Επίσκοπος Αθηνών. Ετελειώθηκε μαρτυρικά στη Μαγνησία (Τιμάται 21 Σεπτεμβρίου).
39. Κουάρτος, Επίσκοπος Βηρυτού (Τιμάται 10 Νοεμβρίου).
40. Κρήσκης, Επίσκοπος Καρχηδόνος (Τιμάται 30 Ιουλίου).
41. Λίνος, Επίσκοπος Ρώμης μετά τον Απόστολο Πέτρο (Τιμάται 5 Νοεμβρίου).
42. Λουκάς ή Λούκιος, Επίσκοπος της εν Συρία Λαοδικείας, διάφορος του Ευαγγελιστού, «ὃν ὁ μακάριος Παῦλος ἐν τῇ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολῇ μαρτυρεῖ» (Τιμάται 10 Σεπτεμβρίου).
43. Μάρκος, (ο και Ιωάννης), Επίσκοπος Βύβλου της Αντιόχειας, διάφορος του Ευαγγελιστού, «οὐ ὁ Ἀπόστολος Λουκᾶς ἐν ταὶς Πράξεσι μέμνηται». (Τιμάται 27 Σεπτεμβρίου).
44. Μάρκος (έτερος), ανηψιός του Βαρναβά, Επίσκοπος Απολλωνιάδος, διάφορος του Ευαγγελιστού και του προηγούμενου, «οὗ ὁ Ἀπόστολος ἐν ταῖς ἐπιστολαῖς μέμνηται». (Τιμάται 30 Οκτωβρίου).
45. Ματθίας, ο διά κλήρου αναπληρώσας Ιούδα τον προδότη και συγκαταριθμηθείς στους Δώδεκα (Τιμάται 9 Αυγούστου).
46. Νάρκισσος, Επίσκοπος Αθηνών. Ετελειώθηκε μαρτυρικά (Τιμάται 31 Οκτωβρίου).
47. Νακάνωρ, διάκονος εκ των επτά, τελειωθείς εν τη αυτή ημέρα μετά του Αρχιδιακόνου Σεφάνου (Τιμάται 28 Ιουλίου).
48. Νυμφάς, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 28 Φεβρουαρίου).
49. Ολυμπάς, ακόλουθος του Αποστόλου Πέτρου στη Ρώμη. Αποκεφαλίσθηκε υπό Νέρωνος μετά του Ροδιώνος (Τιμάται 10 Νοεμβρίου).
50. Ονήσιμος, μαθητής του Αποστόλου Παύλου. Ετελειώθηκε μαρτυρικά στους Ποτίολους (Τιμάται 15 Φεβρουαρίου, 22 Νοεμβρίου).
51. Ονησιφόρος, Επίσκοπος Κολοφώνος, συνεργός του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 7 Σεπτεμβρίου).
52. Ουρβανός, Επίσκοπος Μακεδονίας, υπό του Αποστόλου Ανδρέου εγκατασταθείς και υπό των εθνικών αναιρεθείς (Τιμάται 31 Οκτωβρίου).
53. Παρμενάς, Διάκονος εκ των επτά (Τιμάται 28 Ιουλίου).
54. Πατρόβας, Επίσκοπος Ποτιόλων (Τιμάται 5 Νοεμβρίου).
55. Πούδης, ακόλουθος του Αποστόλου Παύλου. Υπέστει μαρτυρικό θάνατο επί Νέρωνος (Τιμάται 14 Απριλίου).
56. Πρόχορος, Διάκονος εκ των επτά, Επίσκοπος Νικομήδειας, συνεργός του Ευαγγελιστού Ιωάννου και στη συγγραφή του Ευαγγελίου (Τιμάται 28 Ιουλίου).
57. Ρούφος, Επίσκοπος Θηβών της Ελλάδος. Ετελειώθηκε μαρτυρικά (Τιμάται 8 Απριλίου).
58. Σίλας, Επίσκοπος Κορίνθου, συνεργός του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 30 Ιουλίου).
59. Σιλουανός, Επίσκοπος Θεσσαλονίκης, συνεργός του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 30 Ιουλίου).
60. Σιμεών ή Συμεών ή Κλεόπας, ο αδελφόθεος, δεύτερος Επίσκοπος Ιεροσολύμων, υιός Ιωσήφ του Μνήστορος και αδελφός Ιακώβου. Ο Άγιος σταυρώθηκε επί Τραϊανού (Τιμάται 27 Απριλίου, 30 Οκτωβρίου).
61. Στάχυς, Επίσκοπος (πρώτος) Βυζαντίου, κατασταθείς υπό Ανδρέου του Πρωτοκλήτου (Τιμάται 31 Οκτωβρίου).
62. Στεφανάς, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 15 Ιουνίου).
63. Στέφανος, πρωτομάρτυς και Αρχιδιάκονος. Ετελειώθηκε διά λιθοβολισμού (Τιμάται 27 Δεκεμβρίου, 2 Αυγούστου, 15 Σεπτεμβρίου).
64. Σωσθένης, Επίσκοπος Κολοφώνος (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
65. Σωσίπατρος, Επίσκοπος Ικονίου, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 10 Νοεμβρίου, 29 Απριλίου).
66. Τέρτιος, Επίσκοπος Ικονίου, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 30 Οκτωβρίου).
67. Τιμόθεος, Επίσκοπος Εφέσου, μαθητής του Αποστόλου Παύλου, τελειωθείς μαρτυρικά (Τιμάται 22 Ιανουαρίου).
68. Τίμων, διάκονος εκ των επτά, Επίσκοπος Βόστρων, τελειωθείς μαρτυρικά (Τιμάται 28 Ιουλίου).
69. Τίτος, Επίσκοπος Γορτύνης της Κρήτης, μαθητής του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 25 Αυγούστου).
70. Τρόφιμος, ακόλουθος του Αποστόλου Παύλου. Υπέστη μαρτυρικό θάνατο επί Νέρωνος (Τιμάται 14 Απριλίου).
71. Τυχικός, Επίσκοπος Χαλκηδόνος ή Κολοφώνος, ακόλουθος του Αποστόλου Παύλου (Τιμάται 8 Δεκεμβρίου).
72. Φιλήμων, Επίσκοπος Γάζης, μαθητής του Αποστόλου Παύλου, τελειωθείς μαρτυρικά στις Κολοσσές επί Νέρωνος (Τιμάται 22 Νοεμβρίου).
73. Φίλιππος, διάκονος εκ των επτά, εκ Καισαρείας της Παλαιστίνης, ο οποίος εβάπτισε Σίμωνα τον Μάγο και τον Ευνούχο της Κανδάκης (11 Οκτωβρίου).
74. Φιλόλογος, Επίσκοπος Σινώπης, κατασταθείς υπό Ανδρέου του Πρωτοκλήτου (Τιμάται 5 Νοεμβρίου).
75. Φλέγων, Επίσκοπος Μαραθώνος. Ετελειώθηκε μαρτυρικά (Τιμάται 8 Απριλίου).
76. Φουρτουνάτος, μαθητής του Αποστόλου Παύλου. Ετελειώθηκε μαρτυρικά (Τιμάται 15 Ιουνίου).

Όσιος Θεόκτιστος ηγούμενος Κουκουμίου
Ἐν γῇ χλοαυγεῖ τῆς Ἐδὲμ Θεοκτίστῳ,
Μοῖραν δίδως, ἄκτιστε τοῦ Θεοῦ Λόγε.

Ο Όσιος Θεόκτιστος ήταν ηγούμενος της Μονής Κουκουμίου (ή Κουκουμά ή Κουκούμης) στη Σικελία. Απεβίωσε ειρηνικά.

Οσία Απολλιναρία η Συγκλητική
ἴρουσιν ἐκ γῆς τὴν Ἀπολλιναρίαν.
Καὶ γὰρ κατοικεῖν οὐρανοὺς ἦν ἀξία.

Η Οσία Απολλιναρία έζησε τον 5ο αιώνα μετά Χριστόν. Κόρη του Ανθεμίου, ανώτατου διοικητικού άρχοντα της Ρώμης.

Η Απολλιναρία, φημισμένη για την ωραιότητα και τη φρόνησή της, είχε θερμή πίστη και ολόψυχη αφοσίωση στον Χριστό. Κάποτε της δόθηκε η ευκαιρία και πήγε στους Αγίους Τόπους στην Ιερουσαλήμ, μαζί με πολλά χρήματα, δούλες και δούλους, για να προσκυνήσει. Μετά τις πρώτες άγιες συγκινήσεις της, θεώρησε χρέος της να απελευθερώσει όλους τους δούλους, αφού τους εφοδίασε με τα ανάλογα χρήματα. Αυτή, μαζί με έναν γέροντα υπηρέτη, πήγε στην Αλεξάνδρεια.

Εκεί με πολύ θεοσέβεια και καθαρότητα, ζούσε το μοναχικό βίο. Έγινε φημισμένη στους γυναικείους μοναστηριακούς κύκλους και πολλές γυναίκες πήγαιναν και συμβουλεύονταν από τη φρόνηση και τη μεγάλη της αρετή. Κάποτε μάλιστα, αρρώστησε από ακάθαρτο πνεύμα η αδελφή της.

Τότε η Απολλιναρία πήγε στη Ρώμη και με τις προσευχές της, η θεία χάρη θεράπευσε την αδελφή της. Όλοι τότε προσπάθησαν να την κρατήσουν κοντά τους. Αυτή όμως, αποχαιρέτησε συγκινητικά τους δικούς της και επέστρεψε στο ησυχαστήριό της, όπου ειρηνικά παρέδωσε το πνεύμα της.


Άγιοι Έξι Μάρτυρες
Ψυχαὶ διαυγεῖς ἓξ ἀποπτᾶσαι βίου,
Ἑξαπτέρυξι συμπαρίστανται Νόοις.

Είναι άγνωστο πότε και που άθλησαν οι Μάρτυρες αυτοί. Στους Συναξαριστές καλούνται Μάρτυρες, αλλά τελειωθέντες με ειρήνη.

Η μνήμη τους επαναλαμβάνεται στις 15 Ιανουαρίου.

Όσιος Ευθύμιος ο Νέος
Εύθυμος Ευθύμιος ασκήσας πόνοις.
Εύθυμος ήκε προς μονάς ευθυμίας.

Στους Συναξαριστές αναφέρεται μόνο ότι ο Όσιος Ευθύμιος (ο ναός ή ο τάφος του Οσίου), κείτε πλησίον του Ναού του Αγίου Μωκίου (βλέπε 11 Μαΐου).

Όσιος Ευθύμιος ηγούμενος Βατοπεδίου και οι Δωδεκα μοναχοι Βατοπεδινοί
Εις τον Ευθύμιον
Έπνιξεν ύδωρ Ευθύμιον τον πάνυ,
Καταισχύναντα λατινοφρόνων πλάνην.

Εις τους Δώδεκα
Είλεν μοναστών δωδεκάς λαμπρά στέφη,
Ήλεγξε και γαρ λατινοφρόνων πλάνην.

Ο οσιομάρτυρας Ευθύμιος και οι δώδεκα μοναχοί της Μονής Βατοπεδίου, μαρτύρησαν το 1280 κατά τον διωγμό στο Άγιο Όρος, από τους φιλοπαπικούς, τον βασιλιά Μιχαήλ Παλαιολόγο και Πατριάρχη Ιωάννη Βέκκο.

Την εποχή του Πάπα Ουρβανού Δ' (1263) και του διαδόχου του Κλήμεντος Δ' (1267) ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης Μιχαήλ Παλαιολόγος άρχισε να διαπραγματεύεται για την ένωση της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας με τη Δυτική. Ο Πάπας Κλήμης Δ' έστειλε στην Κωνσταντινούπολη προς υπογραφή τους όρους της ενώσεως, στους οποίους μεταξύ άλλων ο Πάπας εθεωρείτο ως διακιούμενος από τον Θεό να κρίνει και να αποφασίζει οριστικά για κάθε δογματικό ζήτημα ή άλλη εκκλησιαστική διαφωνία. Έτσι ο Πάπας αναδεικνυόταν σε υπέρτατη εκκλησιαστική εξουσία, οι δε Σύνοδοι, Τοπικές ή Οικουμενικές, εκμηδενίζονταν. Το ζήτημα όμως, λόγω πατριαρχικών ανωμαλιών δεν προχώρησε και ο αυτοκράτορας δεν μπορούσε να ενεργήσει μόνος. Οι διαπραγματεύσεις επαναλήφθηκαν το έτος 1273, όταν προχειρίσθηκε Πάπας ο Γρηγόριος ο Ι', ο οποίος δήλωσε ότι δέχεται το ζήτημα της ενώσεως να συζητηθεί σε Σύνοδο, η οποία ορίσθηκε να συνέλθει στην πόλη Λυών της Γαλλίας. Ο βασιλεύς δήλωσε στους απεσταλμένους του Πάπα, ότι δέχεται την πρόταση και θα αποστείλει πρέσβεις επιτετραμμένους στη Σύνοδο, αλλά ο Πατριάρχης Ιωσήφ αντιστάθηκε και διαμαρτυρήθηκε έντονα, ότι ποτέ δεν θα ήθελε να υπογράψει ένωση με τον Πάπα που θα αναγνώριζε σε αυτόν έξω από τις ιεράς παραδόσεως και των εκκλησιαστικών θεσμίων τέτοια εξουσία. Ο βασιλεύς εξοργίσθηκε. Μη τολμών να αγγίσει τον Πατριάρχη προέβη σε φοβερό διωγμό των λοιπών, άλλους βασάνισε και άλλους εξόρισε. Και επειδή όλοι οι κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως ετάχθησαν κατά της ενώσεως, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ, τυφλωμένος από την αμαρτία και το πείσμα, δήλωσε ότι, επειδή αυτός είχε ανακτήσει την Πόλη από τους Φράγκους, εδικαιούτο να είναι ιδιοκτήτης της και ζήτησε από τον λαό να του καταβάλουν ενοίκιο για τις κατοικίες τους. Η απαίτηση αυτή και τα βίαια μέτρα έκαναν πολλούς από τους κατοίκους της Κωνσταντινουπόλεως να φύγουν σε χώρες έξω από την δικαιοδοσία του αυτοκράτορα, άλλους δε να αποσυρθούν στην επαρχία, όπου διοργάνωσαν ένοπλα σώματα κατά της αυτοκρατορικής αυθαιρεσίας. Παρ' όλα αυτά βασιλικοί απεσταλμένοι μετέβησαν στη Σύνοδο της Λυώνος και υπέγραψαν τις παπικές προτάσεις περί ενώσεως, απεδέχθησαν δηλαδή την προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως, ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού, και αναγνώρισαν την κυριαρχία του Πάπα και το δικαίωμά του να μνημονεύεται από τον Πατριάρχη, όταν αυτός θα λειτουργούσε. Ο Πατριάρχης Ιωσήφ αντιστάθηκε στο ζήτημα της ενώσεως και υπέβαλε την παραίτησή του. Έτσι, τον Μάιο του 1275, Πατριάρχης έγινε ο έως τότε Χαρτοφύλαξ της Μεγάλης Εκκλησίας Ιωάννης Βέκκος. Όμως, ο λαός, ο κλήρος και οι μοναχοί αρνούνταν να δεχθούν αυτή την ένωση, την οποία απέκτουαν και η αδελφή του αυτοκράτορα Ευλογία, ο τότε άρχοντας της Ηπείρου Νικηφόρος, ο αδελφός του αυτοκράτορα Ιωάννης, δούκας των νέων Πατρών και άλλοι συγγενείς του βασιλέως. Δυστυχώς οι πιέσεις και οι εκβιασμοί για την ένωση συνεχίστηκαν με τα πλέον τυραννικά μέσα και τον διωγμό κατά των υπερασπιστών της ορθοδόξου πίστεως. Στη μεγάλη αυτή μάχη δεν έμεινε αμέτοχο το Άγιον Όρος. Η Μονή Βατοπαιδίου διαμαρτυρήθηκε τολμηρά κατά του βασιλέως και του Πατριάρχου. Κατεδίωξαν, λοιπόν, τους μοναχούς κατά τον κινηθέντα κατά του Αγίου Όρους διωγμό το έτος 1280. άλλους βασάνισαν, τον δε Ηγούμενο της Μονής Ευθύμιο έπνιξαν στην θάλασσα, ενώ δώδεκα άλλους μοναχούς τους απαγχόνισαν.

 

Όσιος Νικηφόρος ο Λεπρός
Ο πατήρ Νικηφόρος (κατά κόσμο Νικόλαος Τζανακάκης) γεννήθηκε σ’ ένα ορεινό χωριό των Χανίων, στο Σηρικάρι, καστανοχώρι στα δυτικά του Νομού με υγιεινό κλίμα, με όμορφα δάση, πλούσια νερά, φαράγγια και σπήλαια. Το χωριό αυτό έχει μια ιδιομορφία που δεν την συναντούμε συχνά: είναι χωρισμένο σε ένδεκα γειτονιές, οι οποίες πήραν και το όνομα τους από τις οικογένειες που πρωτοκατοίκησαν εκεί. Έτσι ο Άγιος μας γεννήθηκε στην γειτονιά των Κωστογιάννηδων. Οι γονείς του ήταν απλοί και ευλαβείς χωρικοί, οι οποίοι ενώ ακόμη ήταν μικρό παιδί πέθαναν και τον άφησαν ορφανό. Έτσι, σε ηλικία 13 ετών, έφυγε από το σπίτι του. Ο παππούς του που είχε αναλάβει να τον μεγαλώσει τον πήγε στα Χανιά να εργαστεί εκεί σ’ ένα κουρείο για να μάθει την δουλειά. Τότε εμφάνισε και τα πρώτα σημεία της νόσου του Χάνσεν δηλ. την λέπρα. Εκείνη την εποχή, τους λεπρούς τους απομόνωναν στο νησί Σπιναλόγκα, διότι η λέπρα ως μεταδοτική αρρώστια αντιμετωπίζονταν με φόβο και αποτροπιασμό.

Ο Νικόλαος όταν έγινε 16 ετών και όταν τα σημάδια της νόσου άρχισαν να γίνονται πιο εμφανή, για να αποφύγει τον εγκλεισμό του στην Σπιναλόγκα έφυγε με κάποιο καράβι για την Αίγυπτο. Εκεί έμενε εργαζόμενος στην Αλεξάνδρεια, πάλι σ’ ένα κουρείο, όμως τα σημάδια της νόσου γίνονταν όλο και πιο εμφανή, ιδίως στα χέρια και στο πρόσωπο. Γι’ αυτό με την μεσολάβηση ενός κληρικού κατέφυγε στην Χίο, όπου υπήρχε τότε ένα λεπροκομείο, στο όποιο ήταν ιερεύς ο πατήρ Άνθιμος Βαγιανός, ο μετέπειτα Άγιος Άνθιμος (βλέπε 15 Φεβρουαρίου).

Ο Νικόλαος έφτασε στη Χίο το 1914 μ.Χ. σε ηλικία 24 ετών. Στο λεπροκομείο της Χίου, που ήταν ένα συγκρότημα με πολλά ομοιόμορφα σπιτάκια, υπήρχε το εκκλησάκι του Άγιου Λαζάρου, όπου φυλάσσονταν η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Υπακοής. Σ’ αυτόν τον χώρο άνοιξε το στάδιο των αρετών για τον Νικόλαο. Μέσα σε 2 χρόνια ο Άγιος Άνθιμος τον έκρινε έτοιμο για το αγγελικό σχήμα και τον έκειρε μοναχό με το όνομα Νικηφόρο. Η νόσος προχωρούσε και εξελίσσονταν και ελλείψει καταλλήλων φαρμάκων, επέφερε πολλές και μεγάλες αλλοιώσεις (το φάρμακο βρέθηκε αργότερα το 1947 μ.Χ.).

Ο π. Νικηφόρος ζούσε με αδιάκριτη, γνήσια υπακοή, με νηστεία αυστηρή, εργαζόμενος στους κήπους. Μάλιστα κατέγραψε σε ένα κατάλογο και τα θαύματα του Άγιου Ανθίμου, τα όποια είχε δει «ιδίοις όμασιν» (πολλά αφορούσαν θεραπείες δαιμονιζόμενων).

Υπήρχε μια ιδιαίτερη πνευματική σχέση του Άγιου Άνθιμου με τον μοναχό Νικηφόρο, ο οποίος «ουδέ εν βήμα εμάκρυνεν απ’ αυτού», όπως αναφέρει ο πατήρ Θεόκλητος Διονυσιάτης στο βιβλίο του «Ο Άγιος Άνθιμος της Χίου». Ο π. Νικηφόρος προσευχόταν τη νύχτα ώρες ατελείωτες, κάνοντας μετάνοιες αμέτρητες, δεν είχε λογοφέρει με κανένα ούτε χάλασε την καρδιά κάποιου κι ήταν ο κύριος ψάλτης του ναού. Εξ αιτίας της ασθενείας του όμως, σιγά-σιγά έχασε το φως του κι έτσι έψαλλε τα περισσότερα τροπάρια και απήγγειλε τους Αποστόλους από στήθους.

Το 1957 μ.Χ. έκλεισε το Λωβοκομείο της Χίου και τους εναπομείναντες ασθενείς μαζί με τον πατέρα Νικηφόρο τους έστειλαν στον Αντιλεπρικό Σταθμό Αγίας Βαρβάρας Αθηνών, στο Αιγάλεω. Την εποχή εκείνη ο πατήρ Νικηφόρος ήταν περίπου 67 ετών. Τα μέλη του και τα μάτια του είχαν τελείως αλλοιωθεί και παραμορφωθεί από την νόσο.

Εκεί, στον αντιλεπρικό σταθμό ζούσε και ο πατήρ Ευμένιος, ο οποίος είχε κι αυτός προσβληθεί από την νόσο του Χάνσεν, αλλά με την επιτυχή φαρμακευτική αγωγή θεραπεύτηκε τελείως. Απεφάσισε όμως να μείνει όλο το υπόλοιπο της ζωής του μέσα στον αντιλεπρικό σταθμό κοντά στους συνασθενείς του, τους οποίους φρόντιζε με πολλή αγάπη. Έτσι έγινε και υποτακτικός στον πατέρα Νικηφόρο, στον οποίο ως ανταμοιβή της υπομονής του ο Κύριος του είχε δώσει πολλά χαρίσματα. Πλήθος κόσμου συνέρρεε στο ταπεινό κελλάκι του λεπρού μοναχού Νικηφόρου, στην Αγία Βαρβάρα του Αιγάλεω, για να πάρει την ευχή του. Παραθέτομε μερικές μαρτυρίες όσων τον γνώρισαν:

«Ενώ ο ίδιος του ήταν κατάκοιτος, με πληγές και πόνους, δεν γόγγυζε αλλά έδειχνε μεγάλη καρτερία». «Είχε το χάρισμα της παρηγοριάς των θλιβομένων. Τα μάτια του ήταν μονίμως ερεθισμένα, η όραση του ελαχίστη, είχε αγκυλώσεις στα χέρια και παράλυση στα κάτω άκρα. Παρ’ όλα αυτά ήταν γλυκύτατος, μειλίχιος, χαμογελαστός, διηγείτο χαριτωμένα περιστατικά, ήταν ευχάριστος, αξιαγάπητος». «Το πρόσωπο του, που ήταν φαγωμένο από τα στίγματα της ασθένειας, και τις πληγές, έλαμπε κι έπαιρναν χαρά όσοι τον έβλεπαν αυτόν τον πάμπτωχο και φαινομενικά ασθενή άνθρωπο που έλεγε: Ας είναι δοξασμένο το άγιο Όνομα Του».

Σε ηλικία 74 ετών, στις 4 Ιανουαρίου του 1964 μ.Χ., κοιμήθηκε ο πατήρ Νικηφόρος. Μετά την εκταφή, τα άγια του λείψανα ευωδίαζαν. Ο πατήρ Ευμένιος, και άλλοι πιστοί ανέφεραν πολλές περιπτώσεις, όπου έγιναν θαύματα με την επίκληση των πρεσβειών προς τον Θεό, του πατρός Νικηφόρου. Λαμπρό παράδειγμα και πρότυπο για όλους μας ο βίος του Οσίου Νικηφόρου, ήταν ευάρεστος στο Θεό διότι υπέμεινε πολλά. Για το λόγο αυτό και έχουμε πολλές μαρτυρίες: ότι ο Άγιος μας είχε δεχθεί από το Πανάγιο Πνεύμα το χάρισμα της διορατικότητας καθώς και πλήθος άλλων χαρισμάτων. Χρειάζεται επίσης να σημειώσομε ότι πλείστα είναι τα θαύματα που είναι καταγραμμένα καθώς μέχρι και σήμερα ο άγιος δίδει απλόχερα βοήθεια σε όποιον έχει ανάγκη. Σίγουρα θα υπάρχουν και άλλα πολλά θαυμαστά που δεν θα έχουν έρθει στην επιφάνεια.

«Παιδιά μου, προσεύχεσθε; και πώς προσεύχεσθε; ...με την ευχή του Ιησού να προσεύχεσθε, με το ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Έτσι να προσεύχεσθε. Έτσι είναι καλά» (πατήρ Νικηφόρος).

 

Όσιος Ονούφριος ο Νέος
Ο Όσιος Ονούφριος γεννήθηκε στο χωριό Κάμπροβα του Μεγάλου Τυρνάβου το 1787 μ.Χ. Ο πατέρας του ονομαζόταν Δέτζιο και αργότερα έγινε μοναχός με το όνομα Δανιήλ. Η δε μητέρα του ονομαζόταν Άννα.

Το πρώτο όνομα του νεομάρτυρα αυτού ήταν Ματθαίος και οι ευσεβείς και πλούσιοι γονείς του τον μεγάλωναν με χριστιανοπρέπεια. Κάποτε λοιπόν, όταν ήταν οκτώ ετών, οι γονείς του τον μάλωσαν για κάποια του αταξία και αυτός θυμωμένος είπε μπροστά σε Τούρκους ότι θα τουρκέψει.

Τότε με χίλια βάσανα οι γονείς του κατόρθωσαν να αποτρέψουν την περιτομή του. Όταν μεγάλωσε ο Ματθαίος πήγε στο Άγιο Όρος στη Μονή Χιλιανδαρίου, όπου χειροτονήθηκε διάκονος με το όνομα Μανασσής.

Αλλά οι τύψεις από το παιδικό εκείνο περιστατικό τον έκαναν να αγωνίζεται με αυστηρή νηστεία και προσευχή για να εξιλεωθεί στον Θεό. Αργότερα αποφάσισε να ομολογήσει τον Χριστό μπροστά στους άπιστους και να υποστεί μαρτυρικό θάνατο. Πήγε λοιπόν στη σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, όπου δοκιμάστηκε για 4 μήνες από τον πνευματικό Νικηφόρο και κατόπιν έγινε μεγαλόσχημος μοναχός με το όνομα Ονούφριος.

Έπειτα με την ευλογία του πνευματικού του και αφού πήρε σαν συνοδό του κάποιο Γρηγόριο Πελοποννήσιο, πήγε στη Χίο.

Εκεί αφού και πάλι προετοιμάστηκε κατάλληλα, φόρεσε ρούχα Αγαρηνών και πήγε στο κριτήριο, όπου μπροστά σε πολλούς αγάδες με θάρρος ομολόγησε τον Χριστό και αναθεμάτισε τον μουσουλμανισμό. Και έριξε κάτω το πράσινο σαρίκι που φορούσε.

Τα βασανιστήρια που ακολούθησαν ήταν ανελέητα και φρικτά. Τελικά πέθανε αφού τον μαχαίρωσαν οι βασανιστές του, στις 4 Ιανουαρίου 1818, ημέρα Παρασκευή και ώρα 3 μ.μ. Το Ιερό του λείψανο οι Τούρκοι το έριξαν στη θάλασσα. Ακολουθία και βιογραφία του Αγίου συνέγραψε ο Ονούφριος Ιβηρίτης, που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1862.

 

Άγιοι Ζώσιμος ο μοναχός και Αθανάσιος ο Κομεντηρήσιος
Ἀθανάσιος συνθανὼν τῷ Ζωσίμῳ,
᾽Ἒνδον πέτρας ἥδιστα καὶ συζῆν ἔχει.

Ο Άγιος Ζώσιμος έζησε στην Κιλικία και κατοικούσε στην έρημο. Εκεί τον αναζήτησαν οι ειδωλολάτρες, το έπιασαν και τον οδήγησαν στον άρχοντα Δομετιανό. Ο Άγιος Ζώσιμος ομολόγησε με παρρησία μπροστά στον άρχοντα την πίστη του στον Ιησού Χριστό. Ο άρχοντας τότε διέταξε να υποβάλουν τον Άγιο σε φοβερά βασανιστήρια. Του έκαψαν, λοιπόν, τα αυτιά με πυρακτωμένα σίδερα, τον έριξαν μέσα σε ένα καζάνι γεμάτο βόρβορο που κόχλαζε και τελικά τον κρέμασαν με το κεφάλι προς τα κάτω. Κατά τρόπο όμως θαυμαστό διασώθηκε από όλα αυτά τα βασανιστήρια. Η μανία των ειδωλολατρών δεν σταμάτησε εδώ. Έριξαν τον Άγιο στην αρένα του θεάτρου να τον κατασπαράξουν τα πεινασμένα άγρια θηρία. Εκεί όμως εμφανίστηκε ένα λιοντάρι και με ανθρώπινη φωνή μίλησε για τον Χριστό. Το θαυμαστό αυτό γεγονός είχε ως αποτέλεσμα να προσελκυστεί στη χριστιανική πίστη ο Κομενταρήσιος Αθανάσιος. Αλλά και ο τύραννος, ύστερα από το γεγονός αυτό, άφησε ελεύθερο τον Άγιο. Μετά την απελευθέρωσή του, πήγε στα όρη όπου και διέμενε. Μαζί του πήγε και ο Αθανάσιος, τον οποίο και κατήχησε στη χριστιανική πίστη και στη συνέχεια τον βάπτισε. Εκεί στον έρημο τόπο, που ήταν ο δύο Άγιοι, μια πέτρα σχίστηκε ξαφνικά σε δύο μέρη. Οι Άγιοι αμέσως μπήκαν κάτω από την πέτρα, όπου και παρέδωσαν τις ψυχές τους στον Κύριο.

Άγιοι Χρύσανθος και Ευφημία
Εις τον Χρύσανθον.
Χρύσανθος ανθεί καρπόν ήδιστον πάνυ,
Τον και πολύ φανέντα κρείττω χρυσίου.

Εις την Ευφημίαν.
Ευφημίας λόγος σε την Ευφημίαν.
Τρανώς κατηξίωσε της αθανάτου.

Ο Άγιος Χρύσανθος και η Αγία Ευφημία μαρτύρησαν για την πίστη του Χριστού αλλά δεν έχουμε λεπτομέριες για τον βίο τους. Για την Αγία Ευφημία αναφέρεται απλώς «της πλησίον του Αγίου Ακακίου», από το οποίο θεωρούμε, ότι πρόκειται περί του τάφου αυτής.

Όσιος Θεοπρόβος επίσκοπος Καρπασίας Κύπρου
Ο Όσιος Θεοπρόβος έζησε κατά τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Δεν έχουμε περισσότερες λεπτομέρειες για τον βίο του Οσίου.

Άγιος Ευστάθιος ο Α', Αρχιεπίσκοπος Ζερβών
Ο Άγιος Ευστάθιος ο Α', ήταν Αρχιεπίσκοπος Σερβίας. Κοιμήθηκε εν ειρήνη το έτος 1286.

Όσιος Αχιλλέας ο Διάκονος της Λαύρας Κιέβου
Ο Όσιος Αχιλλέας μόνασε τον 14ο μ.Χ. αιώνα στη Λαύρα του Κιέβου. Αγιοκατατάχθηκε μαζί με άλλους Αγίους της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου, την επόμενη περίοδο μετά την εισβολή των Μογγόλων, από τον Μητροπολίτη Κιέβου και της Γαλικίας Άγιο Πέτρο, τον Μογγίλα, το έτος 1643.

Εύρεσις των Τιμίων Λειψάνων του Αγίου Νεομάρτυρα Ιωάννου του εξ Αγαρηνών
Το μαρτύριο του Αγίου Νεομάρτυρα Ιωάννου εορτάζεται στις 23 Σεπτεμβρίου.

Μετά το μαρτύριό του, το έτος 1814 μ.Χ., οι Χριστιανοί της πόλεως Βραχωρίου (Αγρινίου) παρέλαβαν το τίμιο λείψανο αυτού και το ενταφίασαν σε έναν αγρό. Όταν έγινε η ανακομιδή, μεταξύ των ετών 1814 - 1821 μ.Χ., τα ιερά λείψανα μεταφέρθηκαν κρυφά στην ιερά Μονή Προυσιωτίσσης Ευρυτανίας, από τον ιερέα Κύριλλο Καστανοφύλλη και κατετέθησαν σε τόπο κρυφό.

Τα χρόνια πέρασαν και το γεγονός περιέπεσε σε λήθη. Αλλά ο δοξάζων τους Αγίους Κύριος απεκάλυψε αυτά στους Μοναχούς της Μονής, οι οποίοι αποφάσισαν, στις 4 Ιανουαρίου 1974 μ.Χ., να ανοίξουν την κρύπτη πάνω στην οποία είχε χαραχθεί με το χέρι του κομίσαντος: «Οὐ μεταλλεῖον ἀργυροχρύσου πέλω, ἀλλ’ ὄλβον φέρω. Πάντα λίθον μὴ κίνει». Μόλις οι Μοναχοί αποκύλησαν το λίθο που ήταν πάνω στην κρύπτη, άρρητη ευωδία εξήλθε, που ευχαρίστησε και εξέπληξε τις ψυχές τους. Μέσα στην κρύπτη υπήρχε μια ξύλινη λειψανοθήκη εντός της οποίας φυλάσσονταν η Τιμία Κάρα μετά των οστέων αγνώστου Αγίου. Ερευνώντας τον τόπο βρήκαν ένα κεραμίδι επί του οποίου αναγραφόταν : «ΙΣ ΧΣ ΝΙ ΚΑ (Ἰησοῦς Χριστὸς Νικᾶ). Οὗτος ἦν ὁ ἐξ Ὀθωμανῶν Ἰωάννης, ὁ ἐν Βραχωρίῳ ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρήσας κατὰ τὸ 1814 Σεπτεμβρίου κγ’».

Όσιοι Ευάγριος και Σίος εκ Γεωργίας
Οι Όσιοι Ευάγριος και Σίος του Μγκβιμέλι έζησαν στη Γεωργία τον 6ο μ.Χ. αιώνα.

Ο Όσιος Ευάγριος αρχικά ήταν Δούκας του Ζιχαντίνι και αρχηγός του μεγαλύτερου κράτους στην αυλή του βασιλείου του Κάρτλι (Δυτική Γεωργία). Στη συνέχεια έγινε ένας από τους πρώτους γεωργιανούς μαθητές του Αγίου Σίου και μετέπειτα ηγούμενος της Μονής που ίδρυσε ο τελευταίος.

Ο Όσιος Ευάγριος σκόπευε να γίνει μοναχός, όταν, πηγαίνοντας σε ένα κυνήγι, έγινε θεατής ενός θαύματος: είδε ένα περιστέρι να φέρνει τροφή στον ερημίτη Άγιο Σίο. Αυτός στην αρχή ήταν αντίθετος στην απόφαση του Ευάγριου, επειδή ήταν πολύ βιαστική. Ο Ευάγριος όμως επέμενε και τελικά ο Άγιος Σίος του παρήγγειλε να επιστρέψει σπίτι, να τακτοποιήσει όλες τις υποθέσεις του, να αποχαιρετίσει τους δικούς του και έπειτα να πάει στις όχθες του ποταμού Μτκβάρι και να βάλει μέσα στο νερό ένα μπαστούνι που ο ίδιος θα του δώριζε. Εάν ο ποταμός στέγνωνε μπροστά στα μάτια του Ευάγριου, αυτό θα ήταν θεϊκό σημάδι για να ξεκινήσει τον μοναχικό βίο, διαφορετικά ο φιλόδοξος μοναχός θα έπρεπε να εγκαταλείψει τον σκοπό του.

Ο Ευάγριος έπραξε με αυτόν τον τρόπο και κατά την Θεία βούληση, παρέμεινε με τον Άγιο Σίο. Έκτοτε ο αριθμός των ασκητών γύρω τους, άρχισε να πολλαπλασιάζεται και κατ' αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε το μοναστήρι.

Ο Ευάγριος με δικά του έξοδα αγόρασε για την αδελφότητα το χωριό Σαλτέμπα μαζί με τα προσαρτημένα εδάφη. Μετά από λίγο χρονικό διάστημα ο Άγιος Σίος, με την ευλογία του πνευματικού του πατέρα, απομονώθηκε σε σπήλαιο και όρισε τον Όσιο Ευάγριο ηγούμενο της μοναστικής αδελφότητας.

Η μνήμη των Οσίων τελείται και στις 4 Φεβρουαρίου.

Όσιος Συμεών εκ Ρωσίας
Ο Όσιος Συμεών (Μολγιούμποφ), γεννήθηκε στην πόλη Τομπόλσκ της Ρωσίας. Η αγάπη του για τον μοναχικό βίο οδήγησε τα βήματά του στη Μονή των Αγίων Βόριδος και Γκλεμπ της πόλεως Ροστώβ Βελίκιι. Το 1672 μ.Χ. έγινε ηγούμενος σε Μονή του Νόβγκοροντ και το 1674 μ.Χ. στη Μονή του Σωτήρος της Μόσχας. Στις 9 Απριλίου 1676 μ.Χ. χειροτονήθηκε Επίσκοπος Σμολένσκ και Ντορογκομπούζ. Ο Όσιος Συμεών, που διακρίθηκε για την Αγιότητα του βίου του, κοιμήθηκε εν ειρήνη το 1699 μ.Χ.

Όσιος Τιμόθεος ο Στυλίτης
Ο Όσιος Τιμόθεος έζησε θεοφιλώς και κοιμήθηκε εν ειρήνη το 872 μ.Χ..


saint.gr

nissan_tsioris_note.png


 

Πρωτοσέλιδα