7 Σεπτεμβρίου - Προεόρτια της Γέννησης της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, Άγιος Σώζων, Οσία Κασσιανή η Υμνογράφος, Άγιοι Εύοδος και Ονησιφόρος οι Απόστολοι , Όσιος Δανιήλ ο Κατουνακιώτης, Άγιος Ευψύχιος, Όσιος Πέτρος ηγούμενος της Μονής του Σωτήρος της επικαλούμενης του Βαθέος Ρύακος, Όσιος Λουκάς από την επαρχία Λυκαόνων, Άγιος Ιωάννης ο Θαυματουργός Αρχιεπίσκοπος Νοβογορδίας, Όσιος Σεραπίων του Πσκωφ και Άγιος Σώζων ο Κύπριος, Άγιος Χρυσόστομος Σμύρνης και οι συν αυτώ Άγιοι Αρχιερείς Γρηγόριος Κυδωνιών, Αμβρόσιος Μοσχονησίων, Προκόπιος Ικονίου, Ευθύμιος Ζήλων καθώς και οι κληρικοί και λαϊκοί που σφαγιάσθηκαν κατά την Μικρασιατική Καταστροφή και Σύναξη των εν Χίω Αγίων
Προεόρτια της Γέννησης της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας
Σήμερα είναι τα προεόρτια (παραμονή) της Γέννησης της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας.
Άγιος Σώζων
Ἀντεῖχε Σῴζων σώματος πρὸς αἰκίας,
Πρὸς τὸν μόνον σῴζοντα τὴν ψυχὴν βλέπων.
Ἑβδομάτη Σῴζων θάνε, τυπτόμενος χρόα λαμπρόν.
Ο Άγιος Σώζων έζησε στα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ. Πατρίδα του ήταν η Λυκαονία και σαν εθνικός ονομαζόταν Ταράσιος. Όταν βαπτίσθηκε χριστιανός, ονομάσθηκε Σώζων. Βοσκός στο επάγγελμα, προσπαθούσε να μιμείται την ημερότητα των προβάτων, που θαύμαζε πολύ. Πολλές φορές τον ενοχλούσαν και τον αδικούσαν οι άλλοι βοσκοί, αλλά αυτός πάντοτε στάθηκε πράος απέναντι τους. «Μου είναι ντροπή», έλεγε, «να γίνω κατώτερος από τα πρόβατα που βόσκουν». Μελετούσε με επιμέλεια την Αγία Γραφή, και όταν στην εξοχή συναντούσε ειδωλολάτρη, προσπαθούσε να τον κατηχήσει στο Χριστό. Κάποτε ο Σώζων πήγε στην Πομπηϊούπολη της Κιλικίας, όπου υπήρχε ένα χρυσό ειδωλολατρικό άγαλμα. Μόλις το είδε, η ψυχή του πράου Σώζοντα παροργίστηκε. Τότε, με θάρρος πολύ έσπασε το δεξί χέρι του χρυσού αγάλματος, το πούλησε και τα έσοδα διαμοίρασε στους φτωχούς. Ο έπαρχος Μαξιμιανός αναστατώθηκε και φυλάκισε πολλούς ανεύθυνους. Όταν το έμαθε αυτό ο Σώζων, παρουσιάστηκε στον έπαρχο και στις απειλές του με ήρεμο ύφος απάντησε ότι μέσα στο ναό το άγαλμα ήταν άχρηστο, ενώ έτσι ωφέλησε και κάποιους φτωχούς. Αμέσως τότε, αφού τον βασάνισαν φρικτά, τον έριξαν στη φωτιά, όπου ο πράος και ζηλωτής βοσκός απήλθε προς τον Κύριο.
Οσία Κασσιανή η Υμνογράφος
Η Οσία Κασσιανή (ή Κασσία ή Ικασία ή Εικασία) η Υμνογράφος γεννήθηκε μεταξύ του 805 και του 810 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη και έζησε στα χρόνια του βασιλιά Θεοφίλου (829 -842 μ.Χ.).
Όταν μεγάλωσε συνδύαζε τη σωματική ομορφιά με την εξυπνάδα της. Τρεις βυζαντινοί χρονικογράφοι, ο Συμεών ο μεταφραστής (βλέπε 9 Νοεμβρίου), ο Γεώργιος Αμαρτωλός και ο Λέων ο Γραμματικός, αναφέρουν ότι έλαβε μέρος στην τελετή επιλογής νύφης για τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, την οποία είχε οργανώσει η μητριά του Ευφροσύνη. Σε αυτή ο αυτοκράτορας επέλεγε τη σύζυγο της αρεσκείας του δίνοντας της ένα χρυσό μήλο. Θαμπωμένος από την ομορφιά της Κασσίας, ο νεαρός αυτοκράτορας την πλησίασε και της είπε: «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» «Από μία γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα κακά [πράγματα]», αναφερόμενος στην αμαρτία και τις συμφορές που προέκυψαν από την Εύα. Η Κασσία, ετοιμόλογη, του απάντησε: «Αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττονα» «Και από μία γυναίκα [ήρθαν στον κόσμο] τα καλά [πράγματα]», αναφερόμενη στην ελπίδα της σωτηρίας από την ενσάρκωση του Χριστού μέσω της Παναγίας. Με βάση την παράδοση ο ακριβής διάλογος ήταν:
- Εκ γυναικός τα χείρω.
- Kαι εκ γυναικός τα κρείττω.
Ο εγωισμός του Θεόφιλου τραυματίστηκε με αποτέλεσμα να απορρίψει την Κασσιανή και να επιλέξει τη Θεοδώρα για σύζυγό του.
Οι επόμενες πληροφορίες που σώζονται για την Κασσιανή είναι ότι το 843 μ.Χ. ίδρυσε ένα κοινόβιο στα δυτικά της Κωνσταντινούπολης, κοντά στα τείχη της πόλης, του οποίου έγινε και η πρώτη ηγουμένη. Αν και πολλοί ερευνητές αποδίδουν την επιλογή της αυτή στην αποτυχία της να γίνει αυτοκράτειρα, μία επιστολή του Θεόδωρου του Στουδίτου αποδίδει διαφορετικά κίνητρα στην ενέργειά της αυτή. Διατηρούσε στενή σχέση με τη γειτονική Μονή Στουδίου, η οποία έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επανέκδοση βυζαντινών λειτουργικών βιβλίων τον 9ο και το 10ο αιώνα μ.Χ., με αποτέλεσμα τη διάσωση των έργων της (Kurt Sherry, σελ. 56).
Με βάση την παράδοση ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, συνεχίζοντας να είναι ερωτευμένος μαζί της, επιθυμούσε να την δει για μία τελευταία φορά πριν πεθάνει κι έτσι πήγε στο μοναστήρι όπου βρισκόταν. Η Κασσιανή ήταν μόνη στο κελί της γράφοντας το γνωστό τροπάριο της, που ψάλλεται στις Εκκλησίες το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, όταν αντιλήφθηκε την άφιξη της αυτοκρατορικής ακολουθίας. Τον αγαπούσε ακόμη αλλά πλέον είχε αφιερώσει τη ζωή της στο Θεό γι αυτό και κρύφτηκε, μη επιθυμώντας να αφήσει το παλιό της πάθος να ξεπεράσει το μοναστικό της ζήλο. Άφησε όμως το μισοτελειωμένο ύμνο πάνω σε ένα τραπέζι. Ο Θεόφιλος ανακάλυψε το κελί της και μπήκε σε αυτό ολομόναχος. Την αναζήτησε αλλά μάταια. Εκείνη τον παρακολουθούσε μέσα από μία ντουλάπα στην οποία είχε κρυφτεί. Ο Θεόφιλος στενοχωρήθηκε, έκλαψε και μετάνιωσε που για μία στιγμή υπερηφάνειας έχασε μία τόσο όμορφη και έξυπνη γυναίκα. Στη συνέχεια βρήκε τα χειρόγραφα της Κασσιανής επάνω στο τραπέζι και τα διάβασε. Μόλις ολοκλήρωσε την ανάγνωση κάθισε και πρόσθεσε ένα στίχο στον ύμνο. Σύμφωνα με την παράδοση ο στίχος αυτός ήταν «ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη». Φεύγοντας εντόπισε την Κασσιανή που κρυβόταν στην ντουλάπα αλλά δεν της μίλησε, σεβόμενος την επιθυμία της. Η Κασσιανή βγήκε από την κρυψώνα της μετά την αναχώρηση του αυτοκράτορα, διάβασε την προσθήκη του και στη συνέχεια ολοκλήρωσε τον ύμνο.
Η μεγάλη αυτή ποιήτρια, υμνογράφος και μελωδός της εκκλησίας μας, η Αγία Κασσιανή, ταξίδεψε στην Ιταλία και την Κρήτη και κατέληξε στην Κάσο ετελείωσε η επίγεια ζωή της. Μετά το θάνατό της, τοποθέτησαν το σώμα της σε μαρμάρινη λάρνακα και την έβαλαν σε παρεκκλήσιο, που ήταν αφιερωμένο στο όνομά της. Σώζεται σήμερα η λάρνακα και το βυζαντινό ψηφιδωτό του 9ου αιώνα μ.Χ. Επίσης στο εκκλησάκι υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα με σημείο του σταυρού και χρονολογία 890 μ.Χ. Κατά πληροφορίες, πάλι από την Κάσσο, τα οστά της Οσίας έχουν μεταφερθεί στην Ικαρία.
Παρόλο που την μνήμη της δεν την αναφέρει κανένας Συναξαριστής, οι Κάσιοι, από τη συγγένεια του ονόματός της με το νησί τους, καθιέρωσαν τη μνήμη αυτής την 7η Σεπτεμβρίου και ο Γεώργιος Σασσός ο Κάσιος φιλοπόνησε και ειδική Ακολουθία, που δημοσιεύθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1889 μ.Χ. στο τυπογραφείο της «Μεταρρυθμίσεως». Το παράδοξο όμως είναι, ότι η Ακολουθία αυτή αφιερώθηκε στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρόνιο, που ο ίδιος στην συνέχεια την έδωσε για εκτύπωση στον Μητροπολίτη Θηβαΐδας Γερμανό (την 1η Σεπτεμβρίου 1889 μ.Χ.) και έτσι, επισημοποιήθηκε κατά κάποιο τρόπο η Αγιοκατάταξη της Κασσιανής από την Εκκλησία της Αλεξανδρείας, όπως το ποθούσαν οι κάτοικοι της Κάσου.
Η παρουσία της Κασσιανής έχει επισκιάσει τους υμνογράφους και μελωδούς της εποχής της, διότι αποτελεί την πλέον επιφανή γυναίκα μελωδό (έγραφε και τους ύμνους και τη μελωδία) στην ιστορία της βυζαντινής μουσικής. Έχοντας ιδιαίτερο ταλέντο, ευφυΐα, ευαισθησία και εκφραστικό πλούτο διακρίθηκε στον τομέα της μελουργίας (σ' αυτό τη βοήθησε η μεγάλη μόρφωση, που η ευγενής καταγωγή της, της επέτρεψε να έχει). Γι' αυτό και το έργο της είναι διαχρονικό και πάντα επίκαιρο, και συγκινεί ιδιαίτερα τον ορθόδοξο κόσμο.
Στην Κασσιανή αποδίδονται γύρω στα 45 έργα, από τα οποία τα 23 τουλάχιστον είναι χωρίς αμφιβολία δικά της, ενώ τα υπόλοιπα είναι αγνώστου προελεύσεως. Έχει επίσης μελοποιήσει κείμενα διαφόρων υμνογράφων. Από τα πιο γνωστά τροπάρια είναι το περίφημο «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή» , σε ήχο πλ. δ΄, που ψάλλεται στους ναούς το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, καθώς και οι ειρμοί από την Α΄Ε΄ ωδή του Κανόνος του Μεγάλου Σαββάτου «Κύματι Θαλάσσης» ). Το μεγαλύτερο μέρος του έργου της αποτελείται από στιχηρά για εορταζομένους Αγίους. Στην ίδια αποδίδεται και ο τετραώδιος κανόνας: «Ἄφρων γηραλέε» , όπως και πολλά δοξαστικά, μεταξύ των οποίων και ένα περίφημο δοξαστικό των Χριστουγέννων, το «Αὐγούστου μοναρχήσαντος», σέ ήχο β΄. Κατά τον βυζαντινολόγο Κρουμβάχερ «η Κασσιανή ήταν μια εξαίρετη μορφή και το έργο της το διακρίνει ισχυρά πρωτοβουλία, βαθεία μόρφωσις, αυτοπεποίθησις και παρρησία. Πολύ συναίσθημα και βαθεία θεοσέβεια». Και ο Σωφρόνιος Ευστρατιάδης, αναφερόμενος στο έργο της, έγραψε ότι «το χαρακτηρίζει γλυκύτης μέλους ακορέστου».
Μερικές σημαντικές επισημάνσεις για το Τροπάριο της Κασσιανής
Αρκετοί πιστοί πιστεύουν (λανθασμένα) ότι η Κασσιανή ήταν αμαρτωλή και διεφθαρμένη γυναίκα, και μιλώντας η Κασσιανή για την πόρνη γυναίκα του Ευαγγελίου βρίσκει ευκαιρία να μιλήσει για τον εαυτό της. Όπως όμως διαβάζουμε στον βίο της, από πουθενά δεν φαίνεται αυτό. Η Κασσιανή ήταν μία οσία μοναχή του Βυζαντίου, προικισμένη με καταπληκτικό ποιητικό ταλέντο. Αντί για τη βασιλική αλουργίδα προτίμησε το ταπεινό σχήμα της μοναχής και έγραψε πολλούς ύμνους.
Ποιά λοιπόν είναι η πόρνη γυναίκα, για την οποία μιλάνε όλα τα τροπάρια της Μεγάλης Τρίτης (βράδυ);
Στην ερώτηση αυτή, αρκετοί απαντούν (λανθασμένα) ότι αφού δεν είναι η Οσία Κασσιανή, τότε η αμαρτωλή και διεφθαρμένη γυναίκα θα πρέπει να είναι η Μαρία η Μαγδαληνή! Η αλήθεια όμως είναι ότι η Μαρία η Μαγδαληνή δεν υπήρξε διεφθαρμένη και πόρνη ποτέ. Ήταν μια ύπαρξη, που έπασχε, και την θεράπευσε ο Χριστός. Ο ευαγγελιστής Λουκάς λέγει χαρακτηριστικά για τη Μαρία τη Μαγδαληνή: «Ακολουθούσαν τον Ιησού οι δώδεκα μαθηταί και γυναίκες, μεταξύ των οποίων η Μαρία, που ονομαζόταν Μαγδαληνή, απ’ την οποία είχε βγάλει εφτά δαιμόνια» (Λουκ. 8, 2). Η Μαρία η Μαγδαληνή ήταν λοιπόν δαιμονισμένη και ο Χριστός της έβγαλε τα δαιμόνια, όπως έβγαλε και τα δαιμόνια τόσων άλλων ανθρώπων.
Και τότε ποιά είναι η πόρνη, που άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού, η πόρνη, για την οποία μιλάνε τα τροπάρια της Μεγάλης Τρίτης (βράδυ);
Η αμαρτωλή και διεφθαρμένη πόρνη, αυτή που άλειψε με μύρο τα πόδια του Χριστού, μας είναι άγνωστη, είναι ανώνυμη. Ακούσατε σε κανένα τροπάριο το όνομα της πόρνης; Διαβάσατε στον Ευαγγελιστής Λουκά, που περιγράφει τη σχετική σκηνή, να αναφέρει πουθενά το όνομα της; Όχι! Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι Απόστολοι, ενώ δεν έκρυβαν τις δικές τους ατέλειες και πτώσεις, όταν μιλάνε για μεγάλους αμαρτωλούς που μετανοούν, δεν αναφέρουν το όνομά τους. Δεν θέλουν να τους διαπομπεύσουν.
Το Τροπάριο της Κασσιανής
Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα Γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νὺξ μοι, ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς Οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει·
καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·
ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους,
τίς ἐξιχνιάσει ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μὴ με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.
Άγιοι Εύοδος και Ονησιφόρος οι Απόστολοι
Eις τον Eύοδον.
Oδόν τρέχων Eύοδος ευθείαν λόγου,
Kαι πάντας αυτήν εκδιδάσκων ην τρέχειν.
Eις τον Oνησιφόρον.
Φέρειν όνησιν πάσιν Oνησιφόρος,
Φερωνύμως έσπευδε κηρύττων Λόγον.
Ο Εύοδος ανήκει στη χορεία των εβδομήκοντα Αποστόλων και έγινε επίσκοπος στη μεγάλη Αντιόχεια, υστέρα από τον Απόστολο Πέτρο. Αυτός λοιπόν, αφού έγινε μεγαλόφωνος κήρυκας του Ευαγγελίου και έλαμψε σ' όλες τις αρετές, απεβίωσε ειρηνικά.
Ο δε Ονησιφόρος, ήταν χριστιανός οικογενειάρχης στην Εκκλησία της Εφέσου. Τον αναφέρει ο Απόστολος Παύλος στην Β' προς Τιμόθεον επιστολή του κεφ. α' στίχ. 16-18. Αυτός λοιπόν, έγινε επίσκοπος Κολοφώνος της Μικράς Ασίας και διακρίθηκε στη διδασκαλία του Ευαγγελίου, το όποιο υπερασπίσθηκε με ανδρεία μέχρι αίματος. (Για τον Ονησιφόρο βλέπε και στο βιογραφικό σημείωμα της Αγίας Θέκλας, την 24η Σεπτεμβρίου).
Όσιος Δανιήλ ο Κατουνακιώτης
Χριστόν, Ὅν ὕμνησας ἐν Ἄθῳ ἀσκήσει
χείλεσι νῦν ὑμνεῖς, Δανιήλ, ἐν πόλῳ.
Ο Όσιος Δανιήλ ο Κατουνακιώτης γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1844 μ.Χ., μεγάλωσε σε πολύτεκνη οικογένεια ευλαβών γονέων και ήτο ο μικρότερος υιός φέρων το όνομα Δημήτριος. Ήταν αριστούχος απόφοιτος της Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης. Από τα 19 του έτη είχε τον ευλαβή πόθο να αφιερωθεί στον μοναχισμό. Στην αρχή μετά από τη συμβουλή του αγιοταφίτου πνευματικού του επεσκέφθη διάφορα μοναστήρια στην Πελοπόννησο και στα νησιά, όπως την Ύδρα, την Τήνο την Πάρο και την Ικαρία, όπου και γνώρισε φημισμένους αγίους γέροντες.
Στην Πάρο γνώρισε και συνδέθηκε πνευματικά με τον όσιο Αρσένιο της Πάρου (βλέπε 31 Ιανουαρίου), ο οποίος του συνέστησε να μεταβεί στο Περιβόλι της Παναγίας και συγκεκριμένα στην Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος, όπου εκείνη την εποχή ήκμαζε ως κοινόβιο. Ο γέρων Δανιήλ υπακούοντας στον όσιο Αρσένιο κατευθύνθηκε προς την εν λόγω Ιερά Μονή και εκάρη μοναχός το 1866 μ.Χ. με το όνομα Δανιήλ, όπου και ανέλαβε τη διακονία του γραμματέως της Μονής. Την περίοδο που εγκαταβιούσε στην Ιερά Μονή άρχισαν οι διενέξεις των Ρώσων μοναχών, οι οποίοι εκείνη την εποχή ήταν μειοψηφία έχοντας σκοπό να εφαρμόσουν τα ρωσικά σχέδια του πανσλαβισμού και την επέκταση των Ρώσων στο Άγιον Όρος αλλά και να αναλάβουν τη διοίκηση της Ιεράς Μονής. Μετά από φιλονικίες αναγκάστηκαν οι Έλληνες μοναχοί να εγκαταλείψουν το μοναστήρι ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο μοναχός Δανιήλ. Κατά την αναχώρησή του εκλήθη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο λόγω κάποιων συκοφαντιών, όπου και τιμωρήθηκε αδίκως με οριστική απομάκρυνση από την Ιερά Μονή.
Τα βήματά του τον οδήγησαν στον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ιωακείμ (τον μετέπειτα Οικουμενικό Πατριάρχη) ο οποίος αναγνώρισε την αδικία και του πρότεινε να εγκαταβιώσει σε Μονή της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Έτσι, ο γέρων Δανιήλ αποφάσισε να εγκαταβιώσει στην Ιερά Μονή Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας στα Βασιλικά Θεσσαλονίκης. Εκεί, η συνεισφορά του ήταν μεγάλη στην πνευματική ανόρθωση της Μονής με την εισαγωγή του αγιορείτικου τυπικού στις ακολουθίες, τις αγρυπνίες και τη νηστεία. Όταν ανεκλήθη η εξορία του οσίου γέροντος Δανιήλ, εκείνος επέστρεψε στο Άγιον Όρος όπου για πέντε έτη διέμενε στην Ιερά μονή Βατοπαιδίου. Εστάλη δέ από την εν λόγῳ Ιερά Μονή στη Σμύρνη για υποθέσεις του Μετοχίου της Μονής. Ο γέρων Δανιήλ παρέμεινε στη Σμύρνη εννέα μήνες, όπου ο τότε Μητροπολίτης Σμύρνης Μελέτιος διέγνωσε τα πνευματικά του χαρίσματα και του πρότεινε να τον χειροτονήσει Βοηθό Επίσκοπό του. Ο γέρων αρνήθηκε και επέστρεψε στο Άγιον Όρος, όπου το 1881 μ.Χ. θέλησε να αφιερωθεί στη ησυχία και ως τόπο ησυχίας διάλεξε την έρημο του Αγίου Όρους και συγκεκριμένα τα Κατουνάκια, όπου έκτισε μία καλύβη και η οποία απετέλεσε το θεμέλιο για το μετέπειτα Ιερό Ησυχαστήριο της Αδελφότητος των Δανιηλαίων.
Εκεί στα Κατουνάκια επεδόθη στη μελέτη της φιλοκαλίας, της προσευχής, της αυστηράς ασκήσεως και συγχρόνως ασκούσε και την τέχνη της αγιογραφίας. Σύντομα, η αρετή του συνδυασμένη με την άσκηση, την προσευχή και τη νηστεία, τη μελέτη και την πείρα του, συνέδραμε ώστε να εντοπίζει πλάνες, να διορθώνει τους πλανεμένους, να θεραπεύει δαιμονόπληκτους και να επαναφέρει πολλούς χριστιανούς στην αγιοπατερική οδό αυτών που πίστευαν περί του τρισυνθέτου ανθρώπου μακρακιστών. Ο γέρων Δανιήλ, ήδη ενώ ζούσε στη λιτή καλύβη του ψηλά στα βράχια της ερήμου των Κατουνακίων, είχε επιβληθεί στη συνείδηση των αγιορειτών πατέρων ως κανών και γνώμων ορθοδοξίας, ως το ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάγνωση των πλανών ακόμη και σε πολλούς προχωρημένους στην πνευματική τους ζωή μοναχούς. Κατέληξε ο όσιος γέροντας να είναι ο εκφραστής της αυτοσυνειδησίας του Αγίου Όρους, υπέρμαχος της ορθοδόξου πίστεως και ζωής, όπου η γνώμη του αποτελούσε εγγύηση ορθοδοξίας. Συνέγραψε πραγματείες και εκατοντάδες επιστολές βοηθώντας αρχιερείς, ιερείς, μοναχούς, μοναχές και ευσεβείς χριστιανούς, ώστε να αντιμετωπίζουν σωστά τα πνευματικά και θεολογικά ζητήματα.
Ο γέρων Δανιήλ Κατουνακιώτης ήταν ο κατεξοχήν διακριτικός γέρων, διδάσκαλος της πνευματικής ζωής και της διακρίσεως των πνευμάτων αλλά και της διακρίσεως ανάμεσα στην αλήθεια και την πλάνη. Καταξιωμένοι γέροντες και πνευματικοί ζητούσαν συμβολές και κατευθύνσεις για την άσκηση του πνευματικού έργου, όπως ο γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος, ο γέρων Αμφιλόχιος Μακρής (βλέπε 16 Απριλίου). Ιδιαιτέρα ήταν η σχέση του με τον Άγιον Νεκτάριον, Επίσκοπον Πενταπόλεως (βλέπε 9 Νοεμβρίου), τον οποίο ο γέρων βοήθησε με επιστολές του σε πνευματικά θέματα αλλά και με τον Σκιαθίτη λογοτέχνη Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, μετέπειτα μοναχόν Ανδρόνικον. Επίσης, ο γέρων Δανιήλ συνέβαλε κομβικά, θα λέγαμε, στη συνάντησή του με τον νεαρό Φραγκίσκο Κόττη, τον μετέπειτα μεγάλο ησυχαστή της ερήμου μοναχό γέροντα Ιωσήφ Ησυχαστή (βλέπε 16 Αυγούστου), στον οποίο έδωσε κατευθύνσεις για τα πρώτα βήματα στη μοναχική του ζωή και πνευματική πορεία μαζί με τον συνασκητή του μοναχό Αρσένιο Σπηλαιώτη. Ο γέρων τους έβαλε φραγμό στον χωρίς επίγνωση ασκητικό νεανικό ζήλο, τον οποίο ποθούσαν και γι΄αυτό τους συνέστησε να υποταχθούν και να κάνουν υπακοή πρώτα σε κάποιο γέροντα. Έτσι ο γέρων Δανιήλ τους προστάτεψε από επικίνδυνες ατραπούς για την μετέπειτα πνευματική τους πορεία και προκοπή.
Ο γέρων Δανιήλ, πραγματικά με την οσιακή του βιοτή κατέστη καθοδηγητής, ιατρός και απελευθερωτής πασχόντων, δαιμονισμένων, πλανεμένων, προβληματισμένων και ταλαιπωρημένων ανθρώπων, ο οποίος ακούραστος νύχτες ολόκληρες αγρυπνούσε και έγραφε μελέτες και επιστολές προς φωτισμόν και στηριγμόν των ευσεβών ορθοδόξων αδελφών του. Χαρακτηριστικό του οσίου γέροντος Δανιήλ ήταν η ένθερμη Θεοτοκοφιλία του, η αγάπη του προς την Κυρά του Όρους, προς την Υπεραγία Θεοτόκο. Γι΄ αυτό και η μεγαλύτερη ευτυχία της ζωής του ήταν όταν αναχωρούσε από τα επίγεια στα ουράνια την ημέρα των γενεθλίων της Θεοτόκου, μετά την προσέλευσή του στη Θεία Κοινωνία, την 8ην Σεπτεμβρίου 1929 μ.Χ. Η είδηση της οσιακής κοίμησεως του γέροντος έφερε αμέσως και το μεγάλο κενό που άφηνε πίσω του. Η Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας, στο συλλυπητήριο γράμμα της προς την Αδελφότητα των Δανιηλαίων έγραφε: «Η απώλεια του αειμνήστου Γέροντος Δανιήλ δεν είναι απώλεια μερική, αλλά γενική του ιερού ημών τόπου και ιδία της καθ΄ ημάς Ιεράς Μονής, ης απετέλει σέμνωμα και κόσμημα της περιοχής της. Εν τω προσώπω του μάκαρος Δανιήλ το Άγιον Όρος απώλεσε την τελευταίαν φυσιογνωμίαν οσιακήν της συγχρόνου Αγιορείτικης γενεάς».
Ο Γέρων Ευλόγιος Κουρίλας ο Λαυριώτης (1880 - 1961 μ.Χ.), μετέπειτα Μητροπολίτης Κορυτσάς (1937 - 1939 μ.Χ.) και Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1942 - 1949 μ.Χ.), στη συλλυπητήρια επιστολή του (22 Σεπτεμβρίου 1929 μ.Χ.) προς τους Δανιηλαίους για την εκδημία του Γέροντος Δανιήλ, έγραφε μεταξύ άλλων: «Ὁ θάνατος αὐτοῦ ἀφίησιν ἀνεκπλήρωτον κενόν εἰς τήν σύστασιν τοῦ συγχρόνου ἀσκητισμοῦ. Δέν βλέπω ἐκεῖ πέριξ ἄλλον Δανιήλ καί τοῦτο μέ τρομάζει! Πάντες διασχίζοντες τά ἀπρόσιτα ἐκεῖνα μέρη εὕρισκον ὄασιν ἐν τοῖς Κατουνακίοις καί ᾐσθάνοντο ἀνακούφισιν τῶν κόπων ἐκ τῆς μετ’ αὐτοῦ συναναστροφῆς, τώρα ἀπωλέσαμεν καί τήν παρηγορίαν ταύτην!».
Πραγματικά, ο όσιος πατήρ ημών Δανιήλ Κατουνακιώτης με την οσιακή βιοτή του απετέλεσε αναμφισβήτητα για τους λόγους και τα έργα του σοφόν καθοδηγόν, φωτισμένον και διακριτικόν, πλήρη πνευματικών χαρισμάτων.
Άγιος Ευψύχιος
Εὔψυχος Εὐψύχιος ἣν πρὸς τὸ ξίφος,
Χαίρων ὅτι πλάσαντι τὴν ψυχὴν θύει.
Ο Άγιος Ευψύχιος ανήκει στις ευσεβείς δόξες της Καισαρείας στην Καππαδοκία. Ο πατέρας του Διονύσιος, πέθανε αλλά αυτός δεν απέμεινε ορφανός. Κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη, βαπτίστηκε και έγινε υπήκοος και μακαριστός γιος του ουράνιου Πατέρα. Όλα του τα υπάρχοντα, τα μοίρασε στους φτωχούς. Αυτός ζούσε με μεγάλη απλότητα και αφιερώθηκε στην υπηρεσία της σωτηρίας των ψυχών. Γι' αυτό λοιπόν, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Ανδριάνας (117 - 138 μ.Χ.), καταδιώχτηκε και καταδικάστηκε. Στην αρχή του ξέσκισαν τα πλευρά και έτσι αιμόφυρτο τον έριξαν στη φυλακή όμως Άγγελος Κυρίου επούλωσε τις πληγές του. Τελικά, αφού δεν μπόρεσαν να τον αλλαξοπιστήσουν τον αποκεφάλισαν και αντί για αίμα, από τις πληγές του έβγαινε γάλα και νερό.
Όσιος Πέτρος ηγούμενος της Μονής του Σωτήρος της επικαλούμενης του Βαθέος Ρύακος
Ο Όσιος Πέτρος καταγόταν από την δεύτερη επαρχία των Καππαδοκών και διακρίθηκε για την αυστηρή του ευλάβεια και τη θεοφιλή ζωή του. Ασκητικά αφού έζησε, απεβίωσε ειρηνικά.
Ο Όσιος Πέτρος φέρεται να ήταν μαθητής του Οσίου Βασιλείου του κτήτορα της Μονής του Βαθέος Ρύακος, που μετά απ' αυτόν ανέλαβε την ηγουμενία. Όμως σύμφωνα με άλλες πηγές δεύτερος ηγούμενος ήταν ο Όσιος Ιγνάντιος (βλέπε 27η Σεπτεμβρίου). Η μνήμη του Οσίου Πέτρου δεν υπάρχει στον Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου.
Όσιος Λουκάς από την επαρχία Λυκαόνων
Πάσης υπήρξας αρετής Λουκά τύπος,
Πάσης αποστάς προσπαθείας γηΐνης.
Ο Όσιος Λουκάς έγινε μοναχός και στη συνέχεια ηγούμενος, τρίτος στη σειρά από της ιδρύσεως της Μονής Βαθέος Ρύακος, που βρίσκεται στην Τρίγλια και ήταν αφιερωμένη στο όνομα του Σωτήρος Χριστού.
Πρώτος ηγούμενος και κτήτορας της μονής ήταν ο Όσιος Βασίλειος (βλέπε 1η Ιουλίου) ενώ δεύτερος ηγούμενος ήταν ο Όσιος Ιγνάντιος (βλέπε 27η Σεπτεμβρίου).
Άγιος Ιωάννης ο Θαυματουργός Αρχιεπίσκοπος Νοβογορδίας
Ο Άγιος Ιωάννης ο Θαυματουργός έγινε Αρχιεπίσκοπος Νοβογορδίας το 1162 μ.Χ. Κοιμήθηκε το έτος 1186 μ.Χ. Δεν έχουμε άλλες λεπτομέρειες για τον βίο του Ρώσου Αγίου.
Όσιος Σεραπίων του Πσκωφ
Δεν έχουμε πληροφορίες για τον βίο του Αγίου. Η μνήμη του επαναλαμβάνετε και στις 15 Μαΐου.
Άγιος Σώζων ο Κύπριος
Ο Άγιος Σώζων είναι ένας τοπικός Άγιος της Πάφου και μάρτυρας της Κυπριακής Εκκλησίας, που όμως αγνοείται από τους συναξαριστές. Τον αναφέρει ο μεσαιωνικός χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς που γράφει:
«... Ομοίως ο Άγιος Σώζοντας εις του Πλακουντουδίου, παιδίν βοσκαρίδιν, και ετρέξαν το οι Σαρακηνοί όταν εκάψαν την εικόναν της Θεοτόκου εις την Μονήν και ετυπώθην η εικόνα εις τας πλάκας και είναι μέχρι την σήμμερον. Και ετρέξαν το, και εκράτεν το γαλευτήριν με το γάλαν και εσκοντύλισεν και ετζακίστην το γαλευτήριν και εχενώθην το γάλαν, και φαίνεται ως την σήμερον. Και ενέβην εις το σπήλαιον με τα άλλα παιδιά, και εβάλαν λαμπρόν και εκάψαν τα. Και έκτισαν ναόν και εβάλαν τα αγιάσματα (τα άγια λείψανα), και θεραπεύουν πάσαν νόσον».
Κατά τον Λεόντιο Μαχαιρά, λοιπόν, όταν ήρθαν οι Σαρακηνοί στην Κύπρο κατά την διάρκεια του 7ου μ.Χ. αιώνα, έκαψαν την εικόνα της Παναγίας στην Μονή (πιθανότατα είναι το κοντινό μοναστήρι της Παναγίας Χρυσορροϊάτισσας, ή η Μονή των Ιερέων) και η μορφή της Παναγίας, από θαύμα τυπώθηκε πάνω στις πλάκες εκεί, και υπήρχε μέχρι τον καιρό του Μαχαιρά δηλαδή τον 14ο αιώνα μ.Χ. Ο Άγιος Σώζων ήταν ένας νεαρός βοσκός από το Πλακουντούδιν, μεσαιωνικό οικισμό κοντά στο χωριό Ασπρογιά της Πάφου. Ο νεαρός αυτός βοσκός καταδιώχθηκε από τους Σαρακηνούς και κατά την καταδίωξη έσπασε το δοχείο με το γάλα που κρατούσε, και εφαίνοντο τα αποτυπώματα του χυμένου γάλακτος στις πέτρες. Ο Άγιος Σώζων κατέφυγε σε ένα σπήλαιο, όπου είχαν κρυφτεί και άλλα παιδιά και όταν έφθασαν οι Σαρακηνοί έβαλαν φωτιά στο σπήλαιο και τα έκαψαν.
Το σπήλαιο αυτό βρίσκεται κοντά στο χωριό Ασπρογιά της επαρχίας Πάφου και φέρει το όνομα «σπήλιος τ΄αή Σώζοντα». Το σπήλαιο είναι πολύ μεγάλο, αλλά μέσα σήμερα δεν υπάρχει τίποτα αφού έχει σταματήσει να είναι λατρευτικός χώρος. Λέγεται ότι στα παλιά χρόνια μέσα από το σπήλαιο πήγαζε νερό το οποίο εξέρχετο από το στόμιο του και εθεωρείτο αγίασμα. Κατά την επιτόπια παράδοση το αγίασμα του Αγίου Σώζοντος θεραπεύει τα μιμίθκια (εξανθήματα). Όμως σήμερα δεν υπάρχει καμιά ένδειξη νερού εκεί. Νερό πηγάζει από πολύ μικρότερο σπήλαιο το οποίο βρίσκεται μέσα στην κοίτη του ποταμού, πιο κάτω από το μεγάλο σπήλαιο. Κατά τα παλιά χρόνια επίσης, οι πιστοί κρέμμαζαν ρούχα στους άγριους θάμνους κοντά στο σπήλαιο.
Στην περιοχή που μαρτύρησε ο Άγιος, απέναντι από το σπήλαιο και το ποτάμι, κτίστηκε αργότερα εκκλησία όπου εφυλάγοντο τα οστά του μάρτυρα που εθεωρείτο θαυματουργός. Τα ερείπια της εκκλησίας του Αγίου Σώζοντος στην Ασπρογιά υπάρχουν μέχρι σήμερα. Η εικόνα του Αγίου σώζεται στη Μονή Χρυσορρογιάτισσας. Λείψανα του Αγίου σώζονται στην Μονή Μαχαιρά και στη Μονή Χρυσορρογιάτισσας.
Άγιος Χρυσόστομος Σμύρνης και οι συν αυτώ Άγιοι Αρχιερείς Γρηγόριος Κυδωνιών, Αμβρόσιος Μοσχονησίων, Προκόπιος Ικονίου, Ευθύμιος Ζήλων καθώς και οι κληρικοί και λαϊκοί που σφαγιάσθηκαν κατά την Μικρασιατική Καταστροφή
Τιθεὶς ψυχὴν Χρυσόστομος ὁμοῦ συμμύσταις,
λαοῦ καὶ στρατοῦ τε ἀπαρχὴ προσηνέχθη.
Πρωτομάρτυς Χρυσόστομος ἀποφράδι ἐτύθη,
Συνάθλων πληθύος ἑπομένης τῷ πότμῳ.
Συμφώνως με την υπ' αριθμ. 2556/5-7-1993 εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου, η εορτή αυτών των Αγίων θα τιμάται κάθε έτος την Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού.
Άγιος Χρυσόστομος Σμύρνης
Ο εθνομάρτυρας Χρυσόστομος Καλαφάτης, γεννήθηκε στην Τριγλία της Προποντίδας το 1867 μ.Χ. Γονείς του Χρυσοστόμου ήσαν ο Νικόλαος Καλαφάτης και η Καλλιόπη Λεμωνίδου. Το ζεύγος απέκτησε 8 παιδιά, 4 αγόρια και 4 κορίτσια. Από τ' αγόρια επέζησαν ο πρωτότοκος Ευγένιος (γεννήθηκε το 1865 μ.Χ.) και ο Χρυσόστομος. Ο Ευγένιος συμπαραστάθηκε στον νεώτερο αδελφό του σ' όλη τη διάρκεια του πολυτάραχου βίου του και τελικά τον ακολούθησε έως το μαρτύριο. Ο Νικόλαος Καλαφάτης είχε γνώση του οθωμανικού δικαίου και αντιπροσώπευε τους συμπολίτες του στα τουρκικά δικαστήρια. Αγαπούσε ακόμη την εκκλησιαστική μουσική και είχε ανάμιξη στα κοινά και γι' αυτό εξελέγετο δημογέροντας. Η σύζυγός του Καλλιόπη ήταν μια ευλαβής γυναίκα. Αυτή έταξε τον Χρυσόστομο στην Παναγία την ημέρα των Φώτων του 1868 μ.Χ., όταν είχε επισκεφθεί την Τρίγλια ο Μητροπολιτης Προύσας. Το ζεύγος Καλαφάτη, παρά την μέτρια οικονομική του κατάσταση, ανέθρεψε με επιμέλεια τα παιδιά του. Πρώτοι δάσκαλοι του Χρυσοστόμου στην Τρίγλια ήσαν ο αρχιμανδρίτης και μετέπειτα μητροπολίτης Ιωαννίκιος για τα εκκλησιαστικά, ο Γαζής για τα ελληνικά, ο Χριστόφορος Μουμουζής για τα τουρκικά, ο Νικόλαος Χατζηχρυσάφης για τα γαλλικά και ο Παπα-Θεοδόσης για την εκκλησιαστική μουσική.
Ο Χρυσόστομος σπούδασε στη θεολογική Σχολή Χάλκης (1884 - 1891 μ.Χ.) και υπηρέτησε ως αρχιδιάκονος του μητροπολίτη Μυτιλήνης Κωνσταντίνου Βαλιάδη, ο όποιος αναδείχθηκε Οικουμενικός Πατριάρχης ως Κωνσταντίνος Ε' (1897 μ.Χ.). Χρημάτισε πρωτοσύγκελος της Μεγάλης Εκκλησίας και το 1902 μ.Χ. χειροτονήθηκε από τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ' μητροπολίτης Δράμας (1902 - 1910 μ.Χ.). Οι αγώνες του εναντίον της βουλγαρικής προπαγάνδας και για την τόνωση του εθνικού φρονήματος ενόχλησαν την Υψηλή Πύλη, η οποία αξίωσε από το Πατριαρχείο την άμεση ανάκληση του (1907 μ.Χ.). Αποχωρίστηκε με πικρία το ποίμνιό του και αποσύρθηκε στην Τριγλία με την ελπίδα της επιστροφής στην μητρόπολη Δράμας, η οποία κατέστη δυνατή το 1908 μ.Χ. με την ψήφιση του νέου τουρκικού συντάγματος. Η ενθουσιώδης υποδοχή που του επιφύλαξε ο λαός της Δράμας συνδέθηκε με την έξαρση του εθνικού αγώνα, γι' αυτό και χαρακτηρίστηκε από την Υψηλή Πύλη επικίνδυνος για την δημόσια τάξη. Ανακλήθηκε εκ νέου από την μητρόπολη Δράμας (20 Ιανουαρίου 1909 μ.Χ.) και αποσύρθηκε πάλι στην Τριγλία μέχρι την μετάθεση του στην μητρόπολη Σμύρνης (11 Μαρτίου 1910 μ.Χ.).
Στην Μητρόπολη Σμύρνης συνέχισε τους εθνικούς του αγώνες, οργάνωσε δε πάνδημο συλλαλητήριο για να καταγγείλει τις βιαιότητες των Βουλγάρων στην Μακεδονία εναντίον των Ελλήνων, την υποστήριξη των τουρκικών αρχών προς την βουλγαρική προπαγάνδα και τις γενικότερες καταπιέσεις της Υψηλής Πύλης εναντίον του Ελληνισμού του Οθωμανικού κράτους. Οι τουρκικές αρχές της περιοχής θορυβήθηκαν και πέτυχαν την απομάκρυνση του από την μητρόπολη Σμύρνης (1914 μ.Χ.), στην οποία επέστρεψε μετά την ανακωχή του Μούνδρου (1918 μ.Χ.). Κατά την περίοδο της ελληνικής διοίκησης της Σμύρνης (1919 - 1922 μ.Χ.), λειτουργούσε ως αναμφισβήτητος εθνάρχης του μικρασιάτικου Ελληνισμού και ως ο εμπνευσμένος ηγέτης της «Μικρασιατικής Άμυνας» για την δημιουργία αυτόνομου κράτους σε περίπτωση ήττας του ελληνικού στρατού. Η κατάρρευση όμως του μικρασιάτικου μετώπου (Αύγουστος 1922 μ.Χ.) απογοήτευσε τον μεγαλόπνοο μητροπολίτη, ο όποιος αποδοκίμασε τα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων για την απομάκρυνση του ελληνικού στοιχείου από την Μικρά Ασία. Η εισβολή των Τούρκων στην Σμύρνη υπήρξε η δοκιμασία των εθνικών του οραμάτων. Αρνήθηκε να εγκαταλείψει τον λαό του, παρά την πίεση των προξένων της Αγγλίας και της Γαλλίας. Στις 27 Αυγούστου 1922 μ.Χ. συνελήφθη από τον Τούρκο φρούραρχο της πόλης Νουρεντίν πασά, μετά το τέλος της θείας Λειτουργίας στο ναό της Αγίας Φωτεινής, και παραδόθηκε στον εξαγριωμένο τουρκικό όχλο. Έπειτα από φρικτά βασανιστήρια βρήκε μαρτυρικό θάνατο. Ο εκφραστής των εθνικών πόθων κατέστη πλέον το σύμβολο των τραγικών πεπραγμένων του Γένους. Το δίτομο έργο του Περί Εκκλησίας, τα άρθρα του στα περιοδικά Εκκλησιαστική Αλήθεια και Ιερός Πολύκαρπος και η όλη κηρυκτική του δράση αναδεικνύουν την υπέροχη πνευματική μορφή του εθνομάρτυρα Ιεράρχη.
Στο μαρτύριο του μητροπολίτη παρευρέθηκαν και οι 20 Γάλλοι ναύτες, την αντίδραση των οποίων περιέγραψε ο Γάλλος συγγραφέας Ρενέ Πουώ.
Μία γαλλική περίπολος από είκοσι άνδρες, τους οποίους συνόδευα μαζί μ’ έναν άλλο πολιτοφύλακα, κατευθύνθηκε αμέσως στη Μητρόπολη, με σκοπό να πεισθεί ο μητροπολίτης να έλθει και να παραμείνει στην εκκλησία της Sacre-Coeur ή στο Γαλλικό Προξενείο. Ο μητροπολίτης Χρυσόστομος δεν δέχθηκε, λέγοντας ότι σαν καλός ποιμένας είχε χρέος να μείνει κοντά στο ποίμνιό του. Όταν η περίπολος έβγαινε από τη Μητρόπολη, ένα αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν ένας Τούρκος αξιωματικός και δύο στρατιώτες, με τις λόγχες πάνω στα όπλα, σταμάτησε μπροστά από το μητροπολιτικό κτίριο. Ο αξιωματικός ανέβηκε επάνω και διέταξε τον μητροπολίτη να τον ακολουθήσει στον Νουρεντίν πασά, τον στρατιωτικό διοικητή. Βλέποντας ότι απάγεται ο μητροπολίτης, είπα στους άνδρες της περιπόλου να πάρουμε από πίσω το αυτοκίνητο. Φθάσαμε μπροστά στον Μεγάλο Στρατώνα, όπου βρισκόταν ο στρατιωτικός διοικητής, ο στρατηγός Νουρεντίν. Ο αξιωματικός που συνόδευε τον Χρυσόστομο, τον οδήγησε μπροστά στον Νουρεντίν. Σε δέκα λεπτά, και ενώ ο Χρυσόστομος κατέβαινε, βγήκε στο μπαλκόνι του κτιρίου ο Νουρεντίν πασάς, ο οποίος απευθύνθηκε στους χίλους με χίλιους πεντακόσιους μουσουλμάνους, άνδρες και γυναίκες, που βρίσκονταν στην πλατεία· τους είπε ότι τους παραδίδει, τον μητροπολίτη, προσθέτοντας χαρακτηριστικά τις φράσεις: «Αν σας έκανε καλό, να του το ανταποδώσετε· αν σας έκανε κακό, να του κάνετε και εσείς κακό!»
Ο όχλος άρπαξε χωρίς χρονοτριβή τον μητροπολίτη και τον οδήγησε πιο πέρα, μπροστά στο κομμωτήριο του Ismail, ενός Ιταλού προστατευόμενου· εκεί σταμάτησαν και τον έντυσαν με μία άσπρη μπλούζα που πήραν από τον κομμωτή· άρχισαν αμέσως να τον χτυπούν λυσσασμένα με γροθιές και με ξύλα, και να τον φτύνουν στο πρόσωπο· του τρύπησαν με μαχαιριές το σώμα· του ξερίζωσαν τη γενειάδα· του έβγαλαν τα μάτια· του έκοψαν τη μύτη και τα αυτιά.» Πρέπει να σημειώσουμε, ότι η γαλλική περίπολος παρακολουθούσε τα γεγονότα μέχρι τη σκηνή που περιγράψαμε. Οι άνδρες που την αποτελούσαν (επρόκειτο για ναύτες), είχαν βγει έξω απ’ τα ρούχα τους, έτρεμαν χωρίς υπερβολή από την αγανάκτηση και ήθελαν να επέμβουν. Ο επικεφαλής, όμως, αξιωματικός, με το περίστροφο στο χέρι ακολουθούσε τις διαταγές που τους είχαν δοθεί και τους εμπόδισε να κάνουν οποιαδήποτε κίνηση. Στη συνέχεια, δεν είδαμε πια το μητροπολίτη, που τον αποτελείωσαν σε μικρή απόσταση πιο πέρα». (Rene Puaux, «Ο θάνατος της Σμύρνης», Αθήνα 1992, σσ. 57-58).
Άγιος Αμβρόσιος Μητροπολίτης Μοσχονησίων
Ο Άγιος Αμβρόσιος σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού Ιεροσολύμων και στη θεολογική Ακαδημία του Κιέβου. Υπήρξε δε εφημέριος σε πολλές ελληνικές κοινότητες της Κριμαίας (Θεοδοσίας, Συμφεροπόλεως, Σεβαστουπόλεως). Το 1913 μ.Χ. χειροτονήθηκε βοηθός επίσκοπος της Μητροπόλεως Σμύρνης με τον τίτλο Ξανθουπόλεως, αναπλήρωσε δε τον εξόριστο μητροπολίτη κατά τη διάρκεια του Α' παγκοσμίου πολέμου. Το 1919 μ.Χ. χρησιμοποιήθηκε ως πατριαρχικός έξαρχος στα Μοσχονήσια, το δε 1922 μ.Χ. έγινε Μητροπολίτης Μοσχονησίων. Κατά τη Μικρασιατική καταστροφή τάφηκε ζωντανός, από τους Τούρκους μαζί με άλλους εννέα Ιερείς σε λάκκο έξω από την πόλη των Κυδωνιών (15 Σεπτεμβρίου 1922 μ.Χ.).
Άγιος Προκόπιος Λαζαρίδης Μητροπολίτης Ικονίου (1911 - 1923 μ.Χ.)
Προηγουμένως επίσκοπος Αμφιπόλεως (1894 - 1899 μ.Χ.) και Μητροπολίτης Δυρραχείου (1899 - 1906 μ.Χ.) και Φιλαδέλφειας (1906 - 1911 μ.Χ.). Ήταν και αυτός μεταξύ των εθνοϊερομαρτύρων εκείνων των χρόνων.
Οι συνθήκες γι' αυτόν ήταν ιδιαίτερες. Οι νεότουρκοι προσπαθούσαν να οργανώσουν τουρκορθόδοξη Εκκλησία, ανεξάρτητη απ' το Πατριαρχείο, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τη τουρκική γλώσσα. Για το σκοπό αυτό πίεζαν ιερείς να προσχωρήσουν σ' αυτή τη προσπάθεια. Αλλά απέτυχαν. Ιδιαίτερα στην Ανατολία - τα βάθη της Μικράς Ασίας - είχαν εγκλωβίσει τους ορθοδόξους και τους υπέβαλλαν σε φοβερές κακώσεις μέχρι να αποσκιρτήσουν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τρείς μάλιστα αρχιερείς, με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Ικονίου Προκόπιο, τους ανάγκαζαν να προβούν σε αυθαίρετη και αντικανονική χειροτονία επισκόπου, έτσι ώστε να διαρρηχτούν οι σχέσεις τους με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και να χειραφετηθούν αυθαίρετα ως αυτοτελής τουρκορθόδοξη Σύνοδος. Εν μέσω αυτής της καταδυναστεύσεως του ποιμνίου και των ποιμένων του, αλλά και των απελπισμένων κλαυθμών του λαού, ο Μητροπολίτης Προκόπιος παρέδωσε το πνεύμα του στον Μέγα Αρχιερέα και Σωτήρα Χριστό, προμαχώντας και συμπάσχοντας με τους στενάζοντες Έλληνες χριστιανούς της Ανατολίας.
Άγιος Γρηγόριος Μητροπολίτης Κυδωνιών (22 Ιουλίου 1908 - 3 Οκτωβρίου 1922)
Προηγουμένως διετέλεσε και μητροπολίτης Τιβεριουπόλεως και Στρωμνίτσης (12 Οκτωβρίου 1902 μ.Χ. - 22 Ιουλίου 1908 μ.Χ.). Το κοσμικό του όνομα ήταν Αναστάσιος Αντωνιάδης ή Σαατσόγλου και, κατά μεταγλώττιση δική του, Ωρολογάς. Γεννήθηκε στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας το 1864 μ.Χ. Ως Ιεροκήρυκας ανήκει στους πρώτους που στο κήρυγμα χρησιμοποίησαν τη δημοτική γλώσσα. Και στις τρεις μητροπόλεις που υπηρέτησε εργάστηκε με ζήλο και επιτυχία για την προάσπιση των εθνικών ελληνικών δικαίων και ιδιαίτερα συνεργάστηκε γι' αυτά με τον μητροπολίτη Δράμας Χρυσόστομο Καλαφάτη (1902 - 1910 μ.Χ.), τον κατόπιν εθνομάρτυρα μητροπολίτη Σμύρνης (1910 - 1922 μ.Χ.). Στις 12 Οκτωβρίου 1902 μ.Χ. χειροτονήθηκε μητροπολίτης στη σπουδαία από εθνικής απόψεως επαρχία Τιβεριουπόλεως και Στρωμνίτσης στην οποία αγωνίστηκε όχι μόνο κατά των τούρκων αλλά ιδιαίτερα εναντίον του βουλγαρικού κομιτάτου, μέλη του οποίου προσπάθησαν, πολλές φορές, να τον δολοφονήσουν (1905 μ.Χ.). Η τουρκική κυβέρνηση, όταν πληροφορήθηκε την εθνική δράση του Γρηγορίου, ανάγκασε το Οικουμενικό Πατριαρχείο να απομακρύνει τον Γρηγόριο, μεταθέτοντας τον στη νεοσύστατη μητρόπολη Κυδωνιών στις 22 Ιουνίου 1908 μ.Χ., όπου ο Γρηγόριος συνέχισε την εθνική του δράση. Το 1918 μ.Χ. κατηγορήθηκε από τους Τούρκους για εσχάτη προδοσία, δικάστηκε δύο φορές στο Στρατοδικείο της Σμύρνης, καταδικάστηκε και φυλακίστηκε. Μετά την αποφυλάκιση του (16 Οκτωβρίου 1918 μ.Χ.) και την κατάληψη των Κυδωνιών από τον ελληνικό στρατό (19 Μαΐου 1919 μ.Χ.), ο Γρηγόριος δεν απομακρύνθηκε από την επαρχία του, για υποθέσεις της οποίας πολλές φορές ήλθε σε αντίθεση με τον ύπατο αρμοστή στη Σμύρνη Αριστείδη Στεργιάδη. Μετά την αποχώρηση των ελληνικών πολιτικών και στρατιωτικών αρχών από τις Κυδωνιές, ο Γρηγόριος, σε σύσκεψη με τη δημογεροντία, εισηγήθηκε την αναχώρηση των κατοίκων των Κυδωνιών και τη μεταφορά τους στη Μυτιλήνη, για να αποφύγουν τη σφαγή από τους Τούρκους, αλλά δυστυχώς οι υποδείξεις του δεν έγιναν αποδεκτές. Έτσι το δράμα των κατοίκων των Κυδωνιών άρχισε στις 22 Αυγούστου 1922 μ.Χ., όταν άτακτος τουρκικός στρατός κατέσφαξε κοντά στην κωμόπολη Φράνελι του Αδραμυττηνού Κόλπου 4.000 Έλληνες κατοίκους των Κυδωνιών. Ο μητροπολίτης Γρηγόριος, παρά τους εξευτελισμούς που υφίστατο από τις τουρκικές αρχές, τις επισκεπτόταν και αγωνιζόταν να σώσει και να θρέψει το ποίμνιο του. Όταν δε στις 15 Σεπτεμβρίου πληροφορήθηκε τη σφαγή του μητροπολίτη Μοσχονησίων Αμβροσίου και των 6.000 κατοίκων τους από τους Τούρκους, ο Γρηγόριος αγωνίστηκε υπεράνθρωπα και κατόρθωσε να συγκατατεθούν οι Τούρκοι να έλθουν ελληνικά πλοία από τη Μυτιλήνη με αμερικανική σημαία και με την εγγύηση του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού και να παραλάβουν 20.000 Έλληνες από τις 35.000 που κατοικούσαν τις Κυδωνιές. Ο Γρηγόριος αρνήθηκε να αναχωρήσει και στις 30 Σεπτεμβρίου οι Τούρκοι τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν. Στη φυλακή βασανίστηκε φρικτά και στις 3 Οκτωβρίου, μαζί με άλλους Ιερείς και προκρίτους των Κυδωνιών που είχαν επίσης συλληφθεί θανατώθηκε.
Άγιος Ευθύμιος Μητροπολίτης Ζήλων
Ο Ευθύμιος Αγριτέλης, υπήρξε επίσκοπος Ζήλων από το 1912 μ.Χ. έως το 1921 μ.Χ. Μοναχός της Ιεράς Μονής Λειμώνας, σπούδασε στη Θεολογική σχολή της Χάλκης και κατόπιν έκανε διδάσκαλος και Ιεροκήρυκας στη Λέσβο και πρωτοσύγκελος στη μητρόπολη Μηθύμνης. Στις 12 Ιουνίου 1912 μ.Χ. χειροτονήθηκε επίσκοπος Ζήλων. Ως επίσκοπος ανέπτυξε μεγάλη θρησκευτική και εθνική δράση. Όταν η δράση του έγινε γνωστή στους Κεμαλιστές Τούρκους, συνελήφθη και φυλακίστηκε μαζί με άλλους πρόκριτους της επαρχίας Αμασείας στις 21 Ιανουαρίου 1921 μ.Χ. Με αίτηση του, ζήτησε από την κεμαλική κυβέρνηση της Άγκυρας να θεωρηθεί μόνο αυτός ένοχος και να απαλλαγούν οι υπόλοιποι συλληφθέντες. Μάλιστα δε μπροστά στο δικαστήριο απολογήθηκε με θαυμάσια αγόρευση. Στη φυλακή υπέστη πολλά βασανιστήρια, από τα όποια και πέθανε στις 29 Μαΐου 1921 μ.Χ. Μετά δε τον θάνατο του ήλθε και η καταδικαστική απόφαση του τούρκικου δικαστηρίου!
Σύναξη των εν Χίω Αγίων
Την πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, η Εκκλησία μας εορτάζει την μνήμη όλων των εν Χίω Αγίων. Δεν έχουμε άλλες πληροφορίες για το γεγονός.
saint.gr








































