22 Ιανουαρίου - Άγιος Τιμόθεος ο Απόστολος, Άγιος Αναστάσιος ο Πέρσης ο Οσιομάρτυρας, Εύρεσις της Ιεράς Εικόνας της Παναγίας Ελεηστρίας Κορώνης, Άγιοι Μανουήλ Επίσκοπος, Γεώργιος Επίσκοπος Δεβελτού, Πέτρος Επίσκοπος, Λέων Επίσκοπος Νικαίας, Γαβριήλ, Σιώνιος, Ιωάννης, Λέων, Πάροδος Πρεσβύτερος και άλλοι τριακόσιοι εβδομήντα επτά Μάρτυρες, Όσιος Αναστάσιος ο Διάκονος, Όσιος Ιωσήφ ο ηγιασμένος ο Σαμάκος , Όσιος Βησσαρίων Κορκολιάκος, ο Αγαθωνίτης, Όσιος Μακάριος εκ Ρωσίας και Άγιος Ιωάσαφ Φωτιστής της Αλάσκας
Άγιος Τιμόθεος ο Απόστολος
Ἔρωτι θείων Τιμόθεος στεμμάτων,
Τυφθεὶς βάκλοις, ἔβαψε γῆν ἐξ αἱμάτων.
Εἰκάδι δευτερίῃ πνεῦμ’ ἤρθη Τιμοθέοιο.
Βιογραφία
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας παρέχουν οι Πράξεις των Αποστόλων και οι Επιστολές του Αποστόλου Παύλου, ο Τιμόθεος ήταν ο πιο αγαπητός μαθητής του και ένας από τους πιο στενούς συνεργάτες του Αποστόλου Παύλου. Το όνομά του είναι ελληνικό και σημαίνει αυτός που τιμά τον Θεό, αλλά και αυτόν που τιμά ο Θεός.
Ο Άγιος Απόστολος Τιμόθεος γεννήθηκε στα Λύστρα της Λυκαονίας από Έλληνα πατέρα και Ιουδαία μητέρα, την Ευνίκη. Έμεινε πολύ μικρός ορφανός από πατέρα και η γιαγιά του, η Λωίδα, τον ανέθρεψε «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου». Όταν ο απόστολος Παύλος επισκέφθηκε τα Λύστρα, εκτιμώντας τα πνευματικά του χαρίσματα και το φλογερό ιεραποστολικό του ζήλο, τον διαπαιδαγωγεί κατάλληλα και τον παίρνει συνοδό του στην Β΄ αποστολική περιοδεία όπου ζει όλες τις περιπέτειες του κορυφαίου αποστόλου για τη διάδοση του Ευαγγελικού μηνύματος. Μετά το μαρτυρικό θάνατο του Παύλου, επιστρέφει στην Έφεσο και συνεχίζει την ιεραποστολική του δράση.
Κατά τη διάρκεια μίας ειδωλολατρικής εορτής της Αρτέμιδος της Εφέσου, υπέστη άγριο ξυλοδαρμό και μαρτυρικό θάνατο από τον εξαγριωμένο ειδωλολατρικό όχλο επειδή κατέκρινε τα όργιά τους.
Το σκήνωμά του μεταφέρθηκε το έτος 356 μ.Χ. επί Κωνσταντίου στην Κωνσταντινούπολη, στο ναό των Αγίων Αποστόλων.
Άγιος Αναστάσιος ο Πέρσης ο Οσιομάρτυρας
Ἀναστάσιος ἐν τραχήλῳ τὸν βρόχον,
Ὡς λαμπρὸν ὅρμον ὡραΐζεται φέρων.
Εἰκάδι δευτερίῃ Ἀναστάσιος βρόχον ἔτλη.
Βιογραφία
Ο Άγιος Αναστάσιος έζησε τον 7ο αιώνα μ.Χ. στα χρόνια του βασιλιά των Περσών Χοσρόη Β' (590-628 μ.Χ.) και του αυτοκράτορα Κωνσταντινούπολης Ηρακλείου και ήταν Πέρσης. Γεννήθηκε στο χωριό Ραζήχ της επαρχίας Ρασνουνί και ήταν γιος του μάγου Βαβ και αρχικά ονομαζόταν Μαγουνδάτ (κατ' άλλους Μαζοενδάτ).
Όταν το 614 μ.Χ. οι Πέρσες κυρίευσαν τα Ιεροσόλυμα πήραν μαζί τους τον Τίμιο Σταυρό. Λόγω των πολλών θαυμάτων που έγιναν στην Περσία από τον Τίμιο Σταυρό, πολλοί Πέρσες ενδιαφέρθηκαν να γνωρίσουν την νέα θρησκεία, μεταξύ αυτών και ο Μαγουνδάτ. Γι' αυτό πήγε στα Ιεροσόλυμα, όπου βαπτίσθηκε και έκάρη μοναχός στη Μονή του Αββά Ιουστίνου (κατ' άλλους στη Μονή του Αγίου Σάββα) και μετονομάσθηκε Αναστάσιος.
Επισκέφθηκε εν συνεχεία την Καισαρεία, όπου ο διοικητής Μαρζαβανά πληροφορήθηκε ότι είναι χριστιανός και, επειδή απέτυχε να τον μεταπείσει, διέταξε τον βασανισμό του. Μετά από πολλά βασανιστήρια οι ειδωλολάτρες τον αποκεφάλισαν. Το μαρτύριό του έγινε το 628 μ.Χ. με άλλους 70 Χριστιανούς Μάρτυρες.
Η Σύναξη του Αγίου ετελείτο στο Μαρτύριό του, που βρισκόταν εντός του Αγίου Φιλήμονος, στο Στρατήγιο. H δε ανακομιδή των λειψάνων του Οσίου Αναστασίου, εορτάζεται στις 24 Ιανουαρίου.
Σχετικά με τα Λείψανα του Αγίου Αναστασίου επικρατούν τρείς παραδόσεις.
Σύμφωνα με την πρώτη, την οποία δέχεται και ο Άγγλος ιστοριογράφος Όσιος Βέδας ο Αιδέσιμος (βλέπε 27 Μαΐου), τα Λείψανα μεταφέρθηκαν στη Ρώμη κατά την βασιλεία του Ηρακλείου και κατατέθηκαν στην Ελληνική Μονή των Τριών Πηγών («Tre Fontane»). Η δεύτερη δέχεται μεταφορά των Λειψάνων στην Κωνσταντινούπολη, επίσης κατά την βασιλεία του Ηρακλείου, απ’ όπου η Κάρα μεταφέρθηκε στη Ρώμη επί των ημερών του Ελληνικής καταγωγής και πιθανώς Ιεροσολυμίτου Πάπα Θεοδώρου Α’ (642 – 649 μ.Χ.) (βλέπε 18 Μαΐου). Η Τρίτη τέλος παράδοση (Βενετική), δέχεται ότι τα Λείψανα μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη ο Ηράκλειος, απ’ όπου το 1204 μ.Χ. τα αφαίρεσε ο Δόγης Ερρίκος Δάνδολος και τα κατέθεσε στο Ναό της Αγίας Τριάδος Βενετίας.
Σήμερα τα φυλασσόμενα στον ρωμαιοκαθολικό Ναό του Αγίου Φραγκίσκου της Αμπέλου Λείψανα, έχουν την μορφή ακέφαλου σώματος, συναρμολογημένου μέσα σε στολή της εποχής.
Ο Σοφρώνιος Ευστρατιάδης, Μητροπολίτης πρ. Λεοντοπόλεως, δέχεται ότι κάποιος Ρωμαίος Επίσκοπος μετέφερε τα Λείψανα στην Καισάρεια της Παλαιστίνης (αυτά μεταφέρθηκαν στη συνέχεια στην Κωνσταντινούπολη) και την Κάρα στη Ρώμη (όπου και σήμερα φυλάσσεται).
Εύρεσις της Ιεράς Εικόνας της Παναγίας Ελεηστρίας Κορώνης
Σήμερα, 22 Ιανουαρίου και η Αγίας μας Εκκλησία τιμά την θαυματουργή εύρεση της Ιεράς Εικόνας της Υπεραγίας Θεοτόκου Ελεήστριας Κορώνης, η οποία βρέθηκε το 1897 μ.Χ. στην Κορώνη Μεσσηνίας.
Η ανακάλυψη της θαυματουργικής εικόνας της Ελεήστριας, έγινε με βάση ένα όραμα μιας ευσεβέστατης ηλικιωμένης γυναίκας από την Κορώνη, της Μαρίας Γ. Σταθάκη.
Η γυναίκα αυτή για δεκαπέντε χρόνια έβλεπε στον ύπνο της σαν όραμα την θεική μορφή της Θεοτόκου, που της υπεδείκνυε το σημείο όπου βρίσκονταν τρείς μικρές εικόνες, του Εσταυρωμένου, της Θεοτόκου και του Οσίου Λουκά.
Παρακάτω παρατίθενται κάποια από τα όνειρα της ηλικιωμένης:
Μία νύχτα ονειρεύτηκε ότι βρισκόταν στον χώρο, στον οποίο έχει τώρα κτιστεί ο ναός της Ελεήστριας.
Παρουσιάζεται μπροστά της μια γυναίκα ντυμένη στα λευκά, και της είπε: «Να πεις στους συμπολίτες σου να έρθουν να κάνουν ανασκαφή σ΄αυτό το μέρος και θα βρούν μέσα σε σχισμή βράχων τρεις μικρές εικόνες και εκεί που θα βρεθούν οι εικόνες να χτίσουν ναό. Τα θεμέλια του ναού να τα χτίσουν σ’ αυτόν το τοίχο, που τον διαφύλαξα ανεπηρέαστο από σεισμούς, πολέμους και θεομηνίες».
Αυτό το όνειρο το έβλεπε κάθε Σεπτέμβριο για τρία χρόνια.eleistr1
Κάποια άλλη στιγμή είδε ότι κατά την ανασκαφή και πριν βρεθούν ο εικόνες, θα έβρισκαν μια δεξαμενή με σκάλα.
Βέβαια αυτά τα θεικά οράματα η σεβάσμια γυναίκα απέφυγε να τα ανακοινώσει στους συμπατριώτες της από τον φόβο μήπως της κοροϊδέψουν ή την θεωρήσουν τρελή.
Αλλά το 1897 εμφανίστηκε και πάλι η Παρθένος και την διέταξε επιτακτικά να αναζητήσει με ανασκαφές τις Άγιες εικόνες στο μέρος που της είχε υποδείξει.
Έντρομη η γριά ανακοίνωσε τότε τα οράματά της.
Έτσι κατευθύνθηκαν ομαδικά άντρες και γυναίκες κάθε ηλικίας και τάξης, από την Κορώνη και τα περίχωρα στον χώρο που υπέδειξε η γυναίκα και άρχισαν να ανασκάπτουν με ευλάβεια και προθυμία.
Μετά από λίγες ημέρες βρέθηκε η δεξαμενή με την σκάλα της αλλά επειδή δεν μπορούσαν να βρούν τις Άγιες εικόνες, χαλάρωσαν και οι εργασίες σταμάτησαν.
Αμέσως όμως εμφανίστηκε η Θεοτόκος στην ηλικιωμένη γυναίκα και την πρόσταξε να συνεχιστούν οι εργασίες μέχρι την ανέγερση των Αγίων εικόνων και την ανέγερση του ναού.
eleistr2Σαν σημάδι γι΄ αυτούς που θα έφερναν αντιρρήσεις ή θα περιφρονούσαν το θείο όραμα, της ανήγγειλε ότι θα εμφανιστούν στον καρπό του δεξιού χεριού της τρεις μαύρες σφραγίδες.
Όντως ένα πρωί εμφανίστηκαν στον καρπό του δεξιού χεριού της γυναίκας οι τρεις σφραγίδες. Όταν έγινε γνωστό στο κοινό της Κορώνης το σημάδι, προκάλεσε μεγάλη έκπληξη!
Αμέσως πάρα πολλοί προσέτρεξαν στον ιερό χώρο και άρχισαν πάλι οι ανασκαφές με μεγαλύτερη ευλάβεια και προθυμία από πριν.
Μετά από συνεχή εργασία δέκα ημερών, ευδόκησε η Θεία Χάρη της Θεοτόκου και το έργο στέφθηκε με επιτυχία.
Γιατί μέσα σε μια μεγάλη σχισμή ενός τεράστιου ογκόλιθου βρέθηκαν οι ζητούμενες εικόνες την 21η, 22α και 23η Ιανουαρίου 1897.
Την πρώτη ημέρα βρέθηκε η εικόνα του Εσταυρωμένου, την δεύτερη η εικόνα της Θεοτόκου και την Τρίτη ημέρα η εικόνα του Οσίου Λουκά μαζί με ένα κομμάτι από πετραχήλι και μέρος μιας λαβίδας.
Η ανακάλυψη των εικόνων προκάλεσε στους κατοίκους της Κορώνης και των γύρω χωριών τεράστιο ενθουσιασμό, ώστε άρχισε η μαζική προσεύλεση του κόσμου στον χώρο της ανεύρεσης.
Με κάθε είδους αφιερώματα και πολλή προσωπική εργασία, συντελέσθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα η ανέγερση του ναού, σύμφωνα με τις υποδείξεις της ηλικιωμένης γυναίκας.
Τα εγκαίνια έγιναν στις 26 Δεκεμβρίου 1900, ημέρα Τρίτη, από τον αρχιερέα Γαβριήλ Πετρουδάκη, πρώην Μητροπολίτη Νικοπόλεως, που καταγόταν από την Λέρο και είχε ερθεί γι’ αυτόν το λόγο από την Αθήνα.
Άγιοι Μανουήλ Επίσκοπος, Γεώργιος Επίσκοπος Δεβελτού, Πέτρος Επίσκοπος, Λέων Επίσκοπος Νικαίας, Γαβριήλ, Σιώνιος, Ιωάννης, Λέων, Πάροδος Πρεσβύτερος και άλλοι τριακόσιοι εβδομήντα επτά Μάρτυρες
Εις τον Μανουήλ
Ξίφος Μανουὴλ εἰς μέρη τέμνει δύω,
Τιμῶντ’ ἀτμήτους οὐσίας Χριστοῦ δύω.
Εις τον Γεώργιον και Πέτρον
Γεώργιον καὶ Πέτρον, οἷς κοινὸν σέβας,
Τέμνουσι κοινῇ Δεσπότου κοινοῦ χάριν.
Εις τον Λέοντα
Ἄρρητον εἶχε τὴν προθυμίαν Λέων,
Ῥήσσοντος αὐτοῦ τοῦ ξίφους τὴν γαστέρα.
Εις τον Γαβριήλ και Σιώνιον
Δέος, ξίφους ταθέντος ἐγγὺς αὐχένων,
Μακρὰν Γαβριήλ, καὶ μακρὰν Σιωνίου.
Εις τον Ιωάννη και Λέοντα
Ὄντως στρατηγοὶ μὴ πτοούμενοι ξίφος
Ἰωάννης τε καὶ Λέων οἱ γεννάδαι.
Εις τον Πάροδον
Βληθεὶς Πάροδος χειροπληθῶν ἐκ λίθων,
Ὁδὸν παρῆλθεν ἡδέως τὴν τοῦ βίου.
Εις τους τριακόσιους εβδομήκοντα επτά,
Τρεῖς πενταρίθμους εἰκάδας κτεῖναν ξίφος,
Συνῆψεν αὐτὰς ἑνδεκαπλῇ ἑπτάδι.
Ο Άγιος Μανουήλ ήταν Μητροπολίτης Αδριανούπολης. Συνελήφθη από τον ηγεμόνα των Βουλγάρων μαζί με άλλους επισκόπους, Γεωργίου επισκόπου Δολβέρτου και επισκόπου Πέτρου, καθώς και με πολλούς άλλους χριστιανούς, όταν οι Βούλγαροι κατέβηκαν να πολεμήσουν κατά του Βυζαντίου επί Λέοντος Αρμενίου του είκονομάχου (815 μ.Χ.).
Ηγέτης τους ήταν ο Κρούμος και κατέλαβαν την Αδριανούπολη. Τρεις μέρες οι αιμοχαρείς έσφαζαν τους χριστιανούς. Αλλά και μετά τον θάνατο του Κρούμου οι διάδοχοι του Δούκουμος και μετά απ' αυτόν ο Δίτσεγγος, έδειξαν θηριώδη συμπεριφορά στους άτυχους χριστιανούς. Τον Δίτζευγο διαδέχθηκε στην εξουσία ο Μουρτάγων (Ομουρτάγ).
Ο Μουρτάγων με τα ίδια του τα χέρια έκοψε από τους ώμους τα χέρια του Μανουήλ και το σώμα του το έριξε στα σκυλιά. Επίσης, τους επισκόπους Γεώργιο και Πέτρο, αφού τους καταξέσχισε, κατόπιν τους αποκεφάλισε. Έπειτα ο ίδιος αποκεφάλισε τους στρατηγούς Λέοντα και Ιωάννη, τον επίσκοπο Νικαιας Λέοντα ξέσχισε την κοιλιά με ξίφος και τους Γαβριήλ και Σιώνιο τους αποκεφάλισε. Τον δε σεβάσμιο πρεσβύτερο Πάροδο λιθοβόλησε, και άλλους 377 χριστιανούς αποκεφάλισε.
Όσιος Αναστάσιος ο Διάκονος
Ο Όσιος Αναστάσιος ασκήτεψε στη Μεγάλη Λαύρα του Κιέβου τον 12ο αιώνα μ.Χ.
Όσιος Ιωσήφ ο ηγιασμένος ο Σαμάκος
Ο Όσιος Ιωσήφ ήταν γέννημα και θρέμμα της Κρήτης, από ένα χωριό που ονομαζόταν Κεράμων (σημερινό Αζωκέραμο Σητείας) το 1440 μ.Χ.. Οι ευσεβείς γονείς του, όταν ήλθε σε κατάλληλη ηλικία τον παρέδωσαν σ' έναν δάσκαλο, σεβάσμιο πνευματικό πατέρα, που κατοικούσε στο μονύδριο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, του Δερματάνου όπως πολλοί το ήξεραν. Αυτό βρισκόταν κοντά στη θάλασσα, στον Χάνδακα (Ηράκλειο).
Εκεί ο Ιωσήφ έμαθε τη θεία θεωρία και καλλιγραφούσε. Όταν πέθαναν οι γονείς του, μοίρασε τη μεγάλη κληρονομιά του στους φτωχούς και επιδόθηκε περισσότερο στους πνευματικούς αγώνες. Αργότερα ο Θεός τον αξίωσε να γίνει ιερέας και να πάει να προσκυνήσει στους Αγίους Τόπους. Κατόπιν επέστρεψε στο μονύδριό του και έζησε ζωή αγία με αγάπη και ελεημοσύνες προς τους συνανθρώπους του.
Πέθανε πάνω από 70 χρονών στις 22 Ιανουαρίου του 1511 μ.Χ. και ενταφιάσθηκε στην μονή του. Με την ανακομιδή των λειψάνων του διαπιστώθηκε η αγιότητά του, διότι το ιερό λείψανο βρέθηκε ακέραιο και εξέπεμπε ευωδία. Το ιερό σκήνωμά του κατατέθηκε στο καθολικό της μονής. Η συνεχής θεραπεία πλήθους ασθενών, τυφλών και δαιμονισμένων και μετά την κοίμησή του, καθιέρωσε ευρύτατα την φήμη του ως θαυματουργού.
Το 1669 μ.Χ. οι Οθωμανοί κυρίευσαν το Χάνδακα (Ηράκλειο) και ο ευλαβής κληρικός Αντώνιος Αρμάκης, μετέφερε το ιερό λείψανο στη Ζάκυνθο, όπου στις 29 Αυγούστου 1669 μ.Χ. το κατέθεσε στη μονή του Αγίου Ιωάννου του Μαντινειού στα Ξεροβούνια. Εκεί παρέμεινε ως το 1915 μ.Χ., οπότε τοποθετήθηκε στον ενοριακό ναό του Παντοκράτορος Γαϊτανίου Ζακύνθου.
Όσιος Βησσαρίων Κορκολιάκος, ο Αγαθωνίτης
Ο Όσιος Βησσαρίων Κορκολιάκος, ο Αγαθωνίτης, γεννήθηκε στο Πεταλίδι Μεσσηνίας το έτος 1908 μ.Χ., όπου έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ανδρέας. Στα 18 του χρόνια πήγε στην Καλαμάτα, όπου συνδέθηκε με πνευματικούς ανθρώπους και αποφάσισε να εισέλθει στον ιερό κλήρο. Έγινε Μοναχός και πήρε το όνομα Βησσαρίων. Έπειτα χειροτονήθηκε Διάκονος, Ιερέας και έλαβε το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου.
Ανώτερες σπουδές του ήταν το Σχολαρχείο. Ωστόσο η συνεχής μελέτη των ιερών βιβλίων, των κειμένων της Εκκλησίας μας, των βιβλίων του αναλογίου, είχαν κάνει τον Όσιο Βησσαρίωνα άνθρωπο ευρύτατα και βαθύτατα μορφωμένο θεολογικά.
Γεμάτος πνευματικά εφόδια το έτος 1935 μ.Χ., ύστερα από πρόσκληση του επίσης Μεσσήνιου Μητροπολίτη Καρδίτσας Ιεζεκιήλ, ο Όσιος Βησσαρίων πήγε στην Καρδίτσα, όπου αφοσιώθηκε στο έργο της διακονίας του Κυρίου μας. Εκεί ασκήθηκε στο έργο της φιλανθρωπίας και μέσα σε αυτό ανάλωσε ολόκληρη τη ζωή του σε σημείο που ευρισκόμενος στο Νοσοκομείο «Σωτηρία», λίγο πριν το θάνατό του, να ρωτάει από το κρεβάτι του πόνου με ακαταπόνητη έγνοια για τα παιδιά, τους φτωχούς, για τα πράγματα της Εκκλησίας και της κοινωνίας.
Ανέλαβε πολλές και δύσκολες αποστολές. Μεταξύ αυτών έπαιξε σημαντικό ρόλο στη γερμανική κατοχή, κατά την οποία αναφέρεται ότι βοήθησε πολλούς πατριώτες και έσωσε με προσωπικές παρεμβάσεις του παιδιά που είχαν συλλάβει οι Γερμανοί.
Μετά την Απελευθέρωση και τον Εμφύλιο ο Όσιος Βησσαρίων έφυγε από την Καρδίτσα. Ήδη Αρχιμανδρίτης με πολύχρονο ασκητικό βίο και πλούσιο πνευματικό και κοινωνικό έργο, ήρθε στην Ιερά Μονή Αγάθωνος μετά το 1955 μ.Χ., επηρεασμένος από τον επίσης Πελοποννήσιο π. Γερμανό Δημάκο. Εκεί ανέλαβε να διακονεί τον πνευματικό τομέα του Μοναστηριού. Είχε εσωτερικό διακόνημα μέσα στο Μοναστήρι, αλλά είχε και εξωτερική υπηρεσία στον κόσμο. Κάθε Δευτέρα και Τρίτη πήγαινε στα Νοσοκομεία της Λαμίας, έβλεπε τους ασθενείς, τους παρηγορούσε και τους εξομολογούσε. Με τη χαρισματική προσωπικότητά του, την αγάπη του για τον άνθρωπο και τον γλυκύ και απλό τρόπο του κατάφερνε να ανακουφίζει τις πονεμένες ψυχές. Τις λοιπές ημέρες καθόταν στο Μοναστήρι, μπροστά στην Εκκλησία, υποδεχόταν με το ευπροσήγορο χαμόγελό του τον κόσμο και άκουγε τα προβλήματά του. Οι άνθρωποι που έρχονταν φορτωμένοι με πόνο, βάσανα και άγχος, έφευγαν από τον Όσιο Γέροντα ανακουφισμένοι. Πολλούς από αυτούς τους βοηθούσε και οικονομικά. Όσα πράγματα και χρήματα του έφερναν πολλοί άνθρωποι που τον εμπιστεύονταν, ο παππούλης τα μοίραζε στους φτωχούς και όσους είχαν ανάγκη. Έλεγε συνεχώς: «Έξω οι άνθρωποι είναι φτωχοί, έξω πεινάνε, πρέπει να τους βοηθήσουμε».
Κάθε Σαρακοστή έφευγε από το Μοναστήρι με την ευχή του Γέροντα Γερμανού και έφτανε από τη μια άκρη του Νομού Φθιώτιδος στην άλλη. Πήγαινε σε όλα τα σπίτια και βοηθούσε. Πολλές φορές κοιμόταν και εκεί. Η περιοδεία του περιλάμβανε κατ' αρχήν την εξομολόγηση, για την οποία τον ανέμεναν με αδημονία σε όλα τα χωριά. Ο Όσιος Βησσαρίων εξομολογούσε και τα παιδιά στο Εκκλησιαστικό Λύκειο της Λαμίας και ήταν ο πνευματικός τους. Εξομολογούσε τα παιδιά και στο τέλος πάντοτε τους έβαζε «κάτι» στο χέρι, για να τα ενισχύσει.
Όταν λειτουργούσε ο Όσιος Βησσαρίων, έλαμπε ολόκληρος, καθώς τελούσε τη Θεία Λειτουργία με όλο το σεβασμό και την ιεροπρέπεια που αρμόζει. Παρά το γεγονός ότι δεν μπορούσε να μιλήσει καλά, καθώς η φωνή του ήταν φθίνουσα, εξαιτίας ενός περιστατικού με τους Γερμανούς, δεν παραιτήθηκε από το Άγιο Θυσιαστήριο. Έλεγε πως: «ο δε έχω, Κύριε, τούτο σοι δίδωμι» (Πρ. γ', 6). Με συμβουλές που η Θεία Χάρις παραχωρούσε στην προσευχή του, με εμπνευσμένη κατήχηση, με μυστική εξομολόγηση, φιλοτεχνούσε το έργο του ο λειτουργός του Θεού. Ήταν Μέγας Εξομολόγος. Τον έβλεπαν οι άνθρωποι ευπροσήγορο, απλό, ταπεινό, με την αδύναμη φωνούλα του και έλκονταν.
Ο Όσιος Βησσαρίων ήταν και ο «κουβαλητής» του Μοναστηριού. Έβγαινε με την εικόνα της Παναγία στα χωριά, όπου με λαχτάρα τον περίμεναν στους δρόμους οι πιστοί. Τελούσαν ακολουθίες, ο παππούλης τους εξομολογούσε, τους μιλούσε με λόγους πνευματικούς και οικοδομητικούς και εκείνοι έδιναν ευλογίες από τα προϊόντα τους. Ο Όσιος Βησσαρίων όσα μάζευε τα μοίραζε σε δύο «σακιά». Ένα σακί έφερνε στο Μοναστήρι για τις ανάγκες του, καθώς τότε λειτουργούσε εδώ η Γεωργοτεχνική Σχολή και η Ιερά Μονή φιλοξενούσε 82 άπορα παιδιά. Όσα περιείχε το άλλο σακί τα μοίραζε κατευθείαν στους φτωχούς. Γνώριζε ποιες ήταν οι ανάγκες κάθε οικογένειας και ανάλογα έκανε τη διανομή.
Ο Όσιος Γέρων Βησσαρίων πέρασε τη ζωή του νουθετώντας, συμβουλεύοντας, διακονώντας με παντοειδείς τρόπους το ποίμνιο του Θεού. Ήταν ο καλός ποιμήν, που θυσίασε τη ζωή του υπέρ των προβάτων. Τα του κόσμου όλα τα θεωρούσε σκύβαλα, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, «ίνα Χριστόν κερδήσει». Και τον κέρδισε το Χριστό. Ο Όσιος Βησσαρίων είναι σήμερα κοντά στον Κύριο, ο οποίος οικονόμησε εξαιρετικά να του δώσει ιδιαίτερη τιμή. Δεν τον αγίασε απλά, του κράτησε το σώμα σε αφθαρσία, για να το δούμε όλοι εμείς ιδίοις όμμασι και να πιστέψουμε, να δυναμωθούμε, να συνετιστούμε, να συγκλονιστούμε.
Ο Όσιος Βησσαρίων ήταν καλά στην υγεία του σε γενικές γραμμές. Δεν είχε μεγάλα προβλήματα. Προς το τέλος της ζωής του ήρθαν η κόπωση και τα γεράματα. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο «Σωτηρία» στην Αθήνα, όπου κοιμήθηκε από πνευμονικό οίδημα την 22 Ιανουαρίου 1991 μ.Χ.
Η πρόσβαση στο Μοναστήρι εκείνες τις ημέρες ήταν δύσκολη λόγω έντονης χιονόπτωσης. Με δυσκολία ανέβηκε η νεκροφόρα. Για δύο ημέρες τοποθετήθηκε στην Εκκλησία, όπου πολύς κόσμος περνούσε για να χαιρετήσει το Γέροντα και να κλάψει. Έλαμπε το πρόσωπό του μέσα στο φέρετρο και το σώμα του ευωδίαζε. Το σώμα του δεν μπορούσε να ενταφιαστεί στο κοιμητήριο λόγω των καιρικών συνθηκών και ως εκ τούτου κηδεύτηκε στα Βαπτιστήρια, όπου υπήρχαν δωμάτια προορισμένα για την εξομολόγηση. Πολλοί άνθρωποι για χρόνια κατέβαιναν για να προσκυνήσουν το σκήνωμα, δείχνοντας την ευσέβειά τους. Μάλιστα πολλοί του έφερναν αφιερώματα, σαν να τα προσέφεραν σε Άγιο, χωρίς να περιμένουν οποιοδήποτε σημείο για να αποδείξει την αγιότητά του. Μάλιστα υπάρχουν αναφορές των θαυμαστών εμπειριών και των βιωμάτων που είχαν στον τάφο του Γέροντα. Πολλοί είχαν ταραχή μέσα στο σπίτι τους, μα όταν είδαν τον Όσιο Βησσαρίωνα στον ύπνο τους, ήρθε η γαλήνη πάλι στην οικογένεια, και άλλα παρόμοια. Αποφασίστηκε να μη γίνει εκταφή, αλλά αναβάθμιση του χώρου των Βαπτιστηρίων. Ωστόσο η καθίζηση που παρουσιάστηκε στην ανατολική πλευρά του Μοναστηριού απαιτούσε το γκρέμισμα και την ανοικοδόμηση αυτής με νέα στηρίγματα. Επομένως η εκταφή ήταν απαραίτητο να γίνει. Αφού τελέστηκε Τρισάγιο, ξεκίνησε η αφαίρεση των τούβλων. Φάνηκε το φέρετρο σε άριστη κατάσταση. Αφού μεταφέρθηκε στο κοιμητήριο, άνοιξαν οι Μοναχοί το φέρετρο για να αφαιρέσουν τα οστά. Όταν όμως το άνοιξαν, διαπίστωσαν με έκπληξη ότι το σώμα του κάτω από το σάβανο ήταν άφθαρτο.
Αυτό αποτελούσε θαυμαστό γεγονός και θεία οικονομία. Παρά το γεγονός ότι όλοι οι Μοναχοί πίστευαν στην αγιότητά του, η Αγία Εκκλησία έπρεπε να επιληφθεί της υπόθεσης. Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φθιώτιδος κ.κ. Νικόλαος, όταν το έμαθε συγκλονίστηκε, επισκέφθηκε το Μοναστήρι και προσκύνησε συγκινημένος το ιερό σκήνωμα. Το άφθαρτο σώμα του Όσιου Γέροντα μεταφέρθηκε στο παρεκκλήσιο της Αγίας Τριάδας για να προστατεύεται και έκτοτε εκεί βρίσκεται προς προσκύνηση από χιλιάδες πιστούς.
Ο ήσυχος παππούλης με τη χάρη του Θεού τάραξε το πανελλήνιο. Μετά από δεκαπέντε χρόνια βρέθηκε το σκήνωμα αυτού του ανθρώπου σε πλήρη συνοχή, απλώς συρρικνωμένο, αφυδατωμένο, να κρατά μάλιστα το Ιερό Ευαγγέλιο και να μην είναι εύκολο να του το αποσπάσει κανείς. Σαν να θέλει να μας πει ότι ξεφύγαμε από το Ευαγγέλιο και να μας προτρέπει, κυρίως τους Ιερείς: «Γυρίστε πάλι στις γάργαρες πληγές της Πίστεώς μας, στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση. Πάψτε να ασχολείστε με τις κοσμικότητες και τα κοινωνικά ζητήματα, είναι άλλοι αρμόδιοι για αυτά τα θέματα. Εσείς έχετε χρέος να οδηγήσετε τις ψυχές εις νομάς σωτηρίους, να ανεβάσετε τον άνθρωπο από τη Γη στον Ουρανό!...».
Στις 14 Ιουνίου 2022 μ.Χ. το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον κατέτατξε στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας. Ολόκληρο το ανακοινωθέν είναι το εξής:
«Συνῆλθε σήμερον, 14ην τ.μ. Ἰουνίου 2022, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν τακτικήν συνεδρίαν αὐτῆς, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, καθ᾿ ἥν:
α) εὐμενεῖ εἰσηγήσει Αὐτῆς ἐξέλεξε παμψηφεί τόν Μ. Ἀρχιδιάκονον κ. Παΐσιον, Ἐπίσκοπον Βοηθόν παρ᾿ Αὐτῇ ὑπό τόν ψιλόν τίτλον Ξανθουπόλεως, μέλλοντα ἵνα διακονήσῃ ὡς Ὑπεύθυνος ἐν τῇ Ἱερᾷ Πατριαρχικῇ καί Σταυροπηγιακῇ Μονῇ Ζωοδόχου Πηγῆς Βαλουκλῆ. Ἡ εἰς Ἐπίσκοπον χειροτονία αὐτοῦ θά τελεσθῇ, σύν Θεῷ, τήν Κυριακήν 3ην Ἰουλίου 2022, ὑπό τῆς Α. Θ. Παναγιότητος καί ἑτέρων ἁγίων Ἀρχιερέων, ἐν τῷ Πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ Ναῷ, καί
β) κατόπιν σχετικῶν ἐκθέσεων τῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς, κατέταξεν εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς κατ᾿ Ἀνατολάς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τόν νέον Ἱερομάρτυρα Ἀνανίαν, Ἀρχιεπίσκοπον Λακεδαιμονίας, καί τόν μακαριστόν Ἱερομόναχον Βησσαρίωνα (Κορκολιάκον), ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀγάθωνος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φθιώτιδος.
Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου»
Όσιος Μακάριος εκ Ρωσίας
Ο Όσιος Μακάριος του Ζαμπίνσκιϋ, κατά κόσμον Ονούφριος, καταγόταν από τη Ρωσία και γεννήθηκε το έτος 1539 μ.Χ. Μόνασε στη μονή των Εισοδίων της Θεοτόκου της πόλεως Ζαμπύν που βρίσκεται στην επαρχία του Ταμπώφ. Ο Θεός τον αξίωσε του θαυματουργικού χαρίσματος, γι’ αυτό και επονομάζεται Θαυματουργός.
Ο Όσιος Μακάριος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1623 μ.Χ.
Άγιος Ιωάσαφ Φωτιστής της Αλάσκας
Ο Άγιος Ιωάσαφ (Μπολότωφ) γεννήθηκε στη Ρωσία τον 18ο αιώνα μ.Χ. Από αγάπη στον Θεό έγινε ιερέας και εργάσθηκε ιεραποστολικά στην Αλάσκα. Έφθασε στη νήσο Κόντιακ στις 24 Σεπτεμβρίου 1794 μ.Χ. Εκεί, παρά τις τεράστιες και αφάνταστες δυσκολίες, διακονεί το κήρυγμα του Ευαγγελίου με όλες του τις δυνάμεις. Τον Ιούλιο του έτους 1796 μ.Χ. η Σύνοδος της Ρώσικης Εκκλησίας ανακήρυξε την Αλάσκα σε Επισκοπή του Ιρκούτσκ της Σιβηρίας και ο Άγιος Ιωάσαφ εξελέγη επίσκοπος. Σε μια ιεραποστολική περιοδεία το πλοίο ναυάγησε στα παγωμένα νερά του ωκεανού, παρασύροντας στον βυθό τον Άγιο Ιωάσαφ μαζί με όλο το πλήρωμα.
saint.gr/romfea.gr








































