26 Αυγούστου - Άγιοι Αδριανός και Ναταλία, Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου του Βλαδιμήρου, Όσιος Ιωάσαφ γιος του βασιλιά της Ινδίας Αβενίρ, Όσιος Τιθόης, Άγιοι Εικοσιτρείς Μάρτυρες, Άγιοι Αττικός και Σισίνιος, Όσιος Ιβιστίων, Άγιος Αδριανός, Άγιος Γελάσιος, Όσιος Αδριανός εκ Ρωσίας και Οσία Μαρία Ιβάνοβνα του Ντιβέεβο η Δια Χριστόν Σαλή
Άγιοι Αδριανός και Ναταλία
Eις τον Aδριανόν.
Ἀδριανοῦ τέμνουσι χεῖρας καὶ πόδας
Χεῖρες πονηρῶν, ὧν φονοδρόμοι πόδες.
Eις την Nαταλίαν.
Ἐν τῷ βίῳ σύνευνος, ἐν δὲ τῷ πόλῳ
Ἀδριανῷ σύσκηνος ἡ Ναταλία.
Ἀδριανὸς τμήθη χεῖρας πόδας εἰκάδι ἕκτῃ.
Βιογραφία
Ο Άγιος Αδριανός, από τη Νικομήδεια, έζησε την εποχή του αυτοκράτορα Μαξιμιανού και ήταν παντρεμένος με την Ναταλία. Μια μέρα λοιπόν είδε 23 χριστιανούς, να είναι έτοιμοι να μαρτυρήσουν για την πίστη τους. Ο 28χρονος Αδριανός, εντυπωσιάστηκε από αυτά πού άκουσε και δήλωσε στους ειδωλολάτρες ότι είναι κι' αυτός χριστιανός. Αμέσως τον έπιασαν και τον έκλεισαν στην φυλακή. Εκεί πήγε η Ναταλία να του συμπαρασταθεί και να του πει να μην λυγίσει. Στην συνέχεια, αφού υπέμεινε πολλά και φρικτά βασανιστήρια παρέδωσε το πνεύμα του. Αξιοσημείωτο είναι, ότι όταν οι ειδωλολάτρες επιχείρησαν να του κάψουν το σώμα, ξέσπασε μία δυνατή νεροποντή η οποία έσβησε τη φωτιά. Το σώμα του ενταφιάστηκε από την γυναίκα του την Ναταλία, η οποία μετά από λίγο καιρό θάφτηκε δίπλα του, αφού μαρτύρησε και αυτή για τον Χριστό.
Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου του Βλαδιμήρου
Βιογραφία
Η παράδοση αποδίδει την ιστόρηση της ιεράς εικόνος της Παναγίας του Βλαδιμήρου στον Ευαγγελιστή Λουκά, της οποίας αντίγραφο του πρωτοτύπου βρισκόταν στο ναό της Ελεούσας Κωνσταντινουπόλεως, που κτίσθηκε από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Β' Κομνηνό (1118 - 1143 μ.Χ.). Η εικόνα μεταφέρθηκε από την Κωνσταντινούπολη στο Κίεβο, περί το 1131 μ.Χ., ως γαμήλιο δώρο στο μεγάλο πρίγκιπα Βλαδίμηρο.
Η εικόνα είναι μία Βρεφοκρατούσα του τύπου της Ελεούσας. Αρχικά την τιμούσαν στη γυναικεία μονή του Βόσγκοροντ. Το 1155 μ.Χ., στους χρόνους του πρίγκιπα Ανδρέα Μπογκολιούμπσκϊυ, την έφεραν στον καθεδρικό ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου της πόλεως του Βλαδιμήρου και το 1395 μ.Χ. η εικόνα μεταφέρθηκε στη Μόσχα. Μπροστά της ανακηρύσσονταν οι Πατριάρχες και στέφονταν οι τσάροι. Τον 15ο αιώνα μ.Χ., μετά από διαμαρτυρίες και απαίτηση των κατοίκων του Βλαδιμίρ, που ζητούσαν την εικόνα τους, ο Άγιος Ανδρέας (Ρούμπλιεφ) αγιογράφησε ένα αντίγραφο, το οποίο τοποθέτησε στο Βλαδιμίρ στη θέση του πρωτοτύπου.
Η εικόνα του Βλαδιμήρου τιμάται, επίσης, στις 23 Ιουνίου, για την απελευθέρωση της Μόσχας από την επιδρομή του χάνου Ακμάτ (1480 μ.Χ.) και στις 26 Αυγούστου, για τη σωτηρία του Ρωσικού λαού από την εισβολή του Ταμερλάνου (1395 μ.Χ.).
Όσιος Ιωάσαφ γιος του βασιλιά της Ινδίας Αβενίρ
Ζήλῳ τὰ βασίλεια Παμβασιλέως,
ᾬκησεν υἱὸς γηΐνου βασιλέως.
Για τη ζωή του οσίου Ιωάσαφ βρίσκουμε σε κάποιο διήγημα, που επιγράφεται «Βαρλαάμ», και αποδίδεται στον Ιωάννη το Δαμασκηνό. Το περιεχόμενο συνοπτικά έχει ως έξης: Επί μεγάλου Κωνσταντίνου υπήρχε στις Ινδίες κάποιος βασιλιάς, που τον έλεγαν Αβενίρ. Σ' αυτόν λοιπόν, είπαν κάποιοι αστρολόγοι ότι ο νεογέννητος γιος του Ιωάσαφ, κάποτε θα ασπασθεί τη χριστιανική θρησκεία. Για να ματαιώσει αυτή την «προφητεία» ο Αβενίρ, έκλεισε το βασιλοπαίδι σ' ένα απομακρυσμένο παλάτι μαζί με υπηρέτες και δασκάλους, και τους συνέστησε να μη πουν τίποτα στο παιδί για την πίστη των χριστιανών. Εκεί ο Ιωάσαφ μεγάλωσε και του δόθηκε μεγάλη μόρφωση. Αλλά του έκανε εντύπωση ο περιορισμός μέσα στον όποιο ζούσε, και απαίτησε να μάθει την αιτία. Κανείς όμως δεν του έλεγε τίποτα. Αυτός όμως, μετά από πολλές παρακλήσεις προς τον πατέρα του, κατάφερε και τον έπεισε να βγαίνει έξω από το παλάτι αλλά υπό αυστηρή επιτήρηση. Σε κάποιο περίπατο του όμως, συνάντησε δύο φτωχούς γέρους, που τους έδωσε γενναία ελεημοσύνη και αυτοί συγκινημένοι του αποκάλυψαν το μυστικό του περιορισμού του. Από τότε ο Ιωάσαφ διψούσε να μάθει για τη χριστιανική θρησκεία. Και ο Θεός ευλόγησε και έμαθε, από κάποιο χριστιανό Ιερέα τον Βαρλαάμ, που κατάφερε να μπει στο παλάτι με την ιδιότητα του πραγματευτή. Τελικά ο Ιωάσαφ βαπτίστηκε, έκανε χριστιανό και τον πατέρα του, αργότερα έγινε μοναχός και δίδαξε στη χώρα του το Ευαγγέλιο.
Όσιος Τιθόης
Οὐκ εἶχεν, οἶμαι, σάρκα Τιθόης ὅλως.
Κἂν εἶχε, τήξας, οὐκ ἐᾷ βρῶσιν τάφῳ.
Ο Όσιος Τιθόης απεβίωσε ειρηνικά.
Ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει στον Συναξαριστή του:
Περί του Oσίου τούτου Tιθόη έλεγεν ο Aββάς Mατόης, ότι τόσον ακατηγόρητος ήτον ο αοίδιμος, ώστε οπού δεν εύρισκεν άνθρωπος να ανοίξη το στόμα του διά να τον κατηγορήση εις κανένα πράγμα. Eπειδή καθώς το καθαρόν και άδολον χρυσάφι ζυγιάζεται με την ζυγαρίαν, και δεν έχει κανένα ελάττωμα, έτζι ήτον και ο Aββάς Tιθόης (σελ. 692 του Eυεργετινού). Περί του Aββά Tιθόη τούτου γράφεται εις τον Παράδεισον των Πατέρων, ότι ήτον φίλος άκρος της ησυχίας. Όθεν καθήμενός ποτε εις το κλύσμα, όπου και άλλοι εκάθηντο, στοχαζόμενος ότι ευρίσκεται εις την ησυχίαν, λέγει τω μαθητή του, απόλυσον το νερόν εις τους φοίνικας τέκνον. O δε μαθητής του λέγει, εις το κλύσμα εσμέν Aββά. Λέγει ο γέρων, εις το κλύσμα τι ποιώ; Άρον με πάλιν εις το όρος. Oύτος ο Aββάς Tιθόης είπε και το αξιομνημόνευτον τούτο απόφθεγμα· «Ξενιτεία εστί, το κρατήσαι άνθρωπος το εαυτού στόμα».
Όθεν εκ της άκρας ησυχίας εις τόσην τελειότητα έφθασεν ο αοίδιμος, ώστε οπού γράφεται εν τω αυτώ Παραδείσω των Πατέρων, ότι όταν επροσηύχετο, εάν δεν επρόφθανε να κατεβάση τας χείρας του, αρπάζετο ο νους του εις θείας αρπαγάς. Όθεν όταν ετύχαινε να προσεύχεται μαζί με άλλους αδελφούς, εσπούδαζε να κατεβάζη ογλίγωρα τας χείρας του, ίνα μη αρπαχθή ο νους του και αργοπορήση εις την προσευχήν, και ούτω γνωρισθή εις τους άλλους η αρετή του.
Άγιοι Εικοσιτρείς Μάρτυρες
Τέμνουσιν ἀνδρῶν εἰκοσιτριῶν ἄκρα,
Τὰ τετράκις τοσαῦτα χεῖρας καὶ πόδας.
Οι Άγιοι αυτοί μαρτύρησαν δια ξίφους μαζί με τον Άγιο Αδριανό (βλέπε ίδια ημέρα). Τα ονόματα τους είναι: Ανατόλιος, Άνθιμος, Αντίοχος, Γεντήλιος, Ελευθέριος, Ερμογένης, Ευήθιος, Ευρετός, Ευτύχιος, Θεαγώνης, Θεόδωρος, Θύρσος, Ιωάννης, Καρτεράς, Κλαύδιος, Κυριάκος, Μαρίνος, Μαρδώνιος, Μηνώδιος, Πλάτων, Συνετός, Τρωάδιος και Φαρέτριος (+ 4ος αι).
Άγιοι Αττικός και Σισίνιος
Συσταδιοδρομοῦσιν ἀθληταὶ δύο,
Ξίφους δραμόντες στάδιον κουφοδρόμως.
Οι Άγιοι Αττικός και Σισίνιος μαρτύρησαν δια ξίφους. Ίσως συνελήφθησαν μαζί με τον Άγιο Αδριανό στη Νικομήδεια (βλέπε ίδια ημέρα).
Όσιος Ιβιστίων
Ῥυφθεὶς ὑσσώπῳ δακρύων, Ἰβιστίων,
Εὔθυμος εἰς ἄδακρυ χωρεῖς χωρίον.
Ο Όσιος Ιβιστίων απεβίωσε ειρηνικά.
Άγιος Αδριανός
Ἀδριανὸν τμηθέντα κοσμήσει στέφος,
Ἐν τῇ μεγίστῃ τῶν στεφάνων ἡμέρᾳ.
Ο Άγιος Αδριανός έζησε στα χρόνια του βασιλιά Λικινίου (313 μ.Χ.). Καταγόταν από τη Ρώμη και ήταν γιος του Πρόθου βασιλιά της Ρώμης, που βασίλευσε το 276 μ.Χ. Ο Αδριανός διέμεινε, μαζί με τον αδελφό του Δομέτιο - επίσκοπο αργότερα του Βυζαντίου μετά τον Τίτο - στο Βυζάντιο. Ποθώντας να μαρτυρήσει για τον Χριστό, πήγε στη Νικομήδεια και ήλεγξε τον Λικίνιο, διότι μάταια ταλαιπωρούσε τα ρωμαϊκά στρατεύματα προφασιζόμενος ότι διώκει τους χριστιανούς. Όποτε ο Λικίνιος τον βασάνισε με διάφορους τρόπους και στο τέλος τον αποκεφάλισε. Ο δε αδελφός του Δομέτιος, πήρε το άγιο λείψανο του και το έθαψε στην Αργυρόπολη, που βρίσκεται κοντά στο Βυζάντιο. Εκεί επίσης βρίσκονταν και τα άγια λείψανα των Μαρτύρων Αδριανού και Ναταλίας, μαζί με αυτά του Αποστόλου Στάχυος, που έκανε πρώτος επίσκοπος Βυζαντίου μετά τον πρωτόκλητο Ανδρέα.
Άγιος Γελάσιος
Δεν έχουμε λεπτομέρειες για τον βίο του Αγίου Γελάσιου.
Όσιος Αδριανός εκ Ρωσίας
Το κοσμικό του όνομα του Οσίου Ανδριανού ήταν Ανδρέας Ζαβαλίσιν. Όταν ανακάλυψε στην παγωμένη έρημο τον Όσιο Αλέξανδρο του Σβιρ (βλέπε 30 Αυγούστου), έγινε μαθητής του. Μόνασε στην περιώνυμη Μονή Βαλαάμ και ασκήθηκε σε μία χερσόνησο της Λίμνης Λαντόγκας, όπου ίδρυσε μονή. Υπήρξε πνευματικός της Πριγκίπισσας Άννας, κόρης του Τσάρου Ιβάν Δ' του Τρομερού.
Τελειώθηκε μαρτυρικά το 1549 μ.Χ., από ληστές που του επετέθηκαν, ενώ επέστρεφε από την Μόσχα. Το ασκητικό και μαρτυρικό του σώμα ενταφιάσθηκε στη Μονή του, στο Ναό του Αγίου Νικολάου.
Το Λείψανό του ανακομίσθηκε αδιάφθορο το 1551 μ.Χ. Μετά την Επανάσταση του 1917 μ.Χ., δεν υπάρχουν πληροφορίες για την τύχη του.
Οσία Μαρία Ιβάνοβνα του Ντιβέεβο η Δια Χριστόν Σαλή
Η Οσία Μαρία γεννήθηκε στο χωριό Γκολέτκοβα της επαρχίας Ταμπόφ της Ρωσίας. Σε ηλικία 13 χρόνων έμεινε ορφανή και από τους δυο γονείς της Ζαχαρία και Πελαγία και πήγε να μείνει με την οικογένεια του μεγαλύτερου της αδελφού. Εκεί δεν την ήθελαν, λόγω κυρίως του γεγονότος ότι παραμελούσε τον εαυτό της και ένοιωθαν προσβεβλημένοι από το όλο παρουσιαστικό της. Ποτέ δεν χτενιζόταν και τα ρούχα της αποτελούνταν κυρίως από κουρέλια. Είχε επίσης από πολύ μικρή μια τάση να συμπεριφέρεται παράξενα.
Έτσι έφυγε και άρχισε να περιπλανιέται μεταξύ των περιοχών του Σάρωφ, του Ντιβέγεβο και του Αρντάτωφ. Πάντοτε μισόγυμνη και πεινασμένη φορώντας κατεστραμμένα παπούτσια χειμώνα-καλοκαίρι. Τα βράδια τα περνούσε στο δάσος προσευχόμενη και ήταν σχεδόν πάντοτε λασπωμένη.
Συχνά επισκεπτόταν το μοναστήρι του Ντιβέγεβο και εκεί όσες καλογριές τη λυπόντουσαν της έδιναν καθαρά ρούχα, τα οποία σε λίγες μέρες ή Μαρία απαλλασσόταν δίνοντας τα στους φτωχούς. Υπήρχαν όμως και οι μοναχές εκείνες πού την έδιωχναν κακήν κακώς. Ποτέ δεν παραπονέθηκε για κανέναν και για τίποτα.
Από κάποιο χρονικό σημείο και μετά τη δέχτηκαν στο μοναστήρι οπού εκάρη μοναχή. Εκεί συνέχισε να προσποιείται τη σαλή για να κρύβει τις αρετές της, ιδίως το προορατικό χάρισμα που ο Κύριος μας της έδωσε. Άρχισαν σιγά-σιγά να την επισκέπτονται διάφοροι που άκουσαν γι’ αυτήν και ζητούσαν συμβουλή για κάποιο πρόβλημα τους ή για να πάρουν πνευματικές νουθεσίες.
Κάποτε την επισκέφτηκε ένα μικρό αγόρι και η Μαρία είπε: «Κοίταξε, ήρθε ο ιερέας Αλέξιος». Το παιδί αργότερα έγινε ιερομόναχος με το όνομα αυτό. Όταν κάποτε την επισκέφτηκε ο πατήρ Αλέξιος η οσία του είπε: «Δεν τρώω κρέας. Άρχισα να τρώω χορταρικά και τώρα είμαι καλύτερα». Τα λόγια αυτά ήταν για εκείνον, που είχε αρχίσει να τρώει κρέας μετά από κάποια αρρώστια του. Της έβαλε μετάνοια και έκοψε το κρέας.
Άλλοτε την επισκέφτηκε μια κυρία από το Μούρομ και μόλις την είδε της είπε ότι κάπνιζε σαν φουγάρο. «Δεν μπορώ να το κόψω, καπνίζω και τη νύχτα, ακόμα και πριν τη Θεία Λειτουργία» της απάντησε. Τότε η Μαρία είπε στη συγκελλιώτισσά της να πάρει την ακριβή ταμπακέρα της και να την πετάξει στη φωτιά. Μετά από καιρό πήραν ένα γράμμα από την κυρία αύτη που έκφραζε την ευγνωμοσύνη της, αναφέροντας ότι από τότε που τους επισκέφτηκε ούτε που σκέφτεται το τσιγάρο.
Μια άλλη φορά την επισκέφτηκαν κάποιες μοναχές, εξαδέλφες του Μίσα Αρτσιμπούσεβα και τη ρώτησαν γι' αυτόν. Η οσία τους είπε ότι ο Μίσα έμπλεξε τελευταία με μια γύφτισσα. Μετά αφού συναντήθηκαν και τον ρώτησαν σχετικά, τους εξήγησε ότι ενώ ποτέ δεν κάπνιζε, τελευταία αγόρασε ένα πακέτο τσιγάρα που είχαν για μάρκα μια «γύφτισσα».
Μετά την μεταπολίτευση στη Ρωσία από την Κομμουνιστική Επανάσταση του 1917 μ.Χ., η Μαρία άρχισε να χρησιμοποιεί πολύ άσχημη γλώσσα, θέλοντας έτσι να υποδείξει τα νέα δεινά της Εκκλησίας από το νέο καθεστώς. Οι υπόλοιπες μοναχές σκανδαλιζόμενες τη ρώτησαν πώς ήταν δυνατόν μια καλογριά να μην μιλάει ευγενικά και η Μαρία απάντησε: «Υπό τον Τσάρο Νικόλαο αυτό ήταν εύκολο, για δοκιμάστε το και με τους Σοβιετικούς».
Η Μαρία Ιβάνοβνα κοιμήθηκε ειρηνικά το 1927 μ.Χ.
πηγή saint.gr








































