Ο κορυφαίος μουσικοσυνθέτης Μίμης Πλέσσας «έφυγε» από τη ζωή μόλις μία εβδομάδα πριν συμπληρώσει τα 100 χρόνια του και ξεκινήσει εμφανίσεις στο θέατρο για να γιορτάσει τα γενέθλιά του.
Ο Μίμης Πλέσσας δημιούργησε πάνω από 3.000 τραγούδια, πολλά εκ των οποίων για τις ταινίες τού παλιού ελληνικού κινηματογράφου, τα οποία ακούγονται μέχρι σήμερα.
Σε όλη την πορεία του ήταν διακριτικός και αφοσιωμένος στη μουσική του μέχρι την τελευταία του στιγμή.
Ο ίδιος είχε πει σε παλαιότερη συνέντευξή του στην «Καθημερινή»: «Όταν πάψω να παράγω, θα πεθάνω. Το μόνο που θέλω είναι να είμαι χρήσιμος. Όλη μου τη ζωή αυτό έκανα και μου βγήκε σε πολύ καλό. Αναρωτιούνται πώς τα καταφέρνω. Επειδή εργάζομαι διαρκώς, δεν αφήνομαι».
Τελικά, ο Μίμης Πλέσσας έμεινε παραγωγικός μέχρι την τελευταία του στιγμή, καθώς προετοίμαζε μια μεγάλη μουσική παράσταση για να γιορτάσει τα 100 χρόνια του στο θέατρο Παλλάς.
Ο συνθέτης στη μεγάλη του διαδρομή είχε καταφέρει να ασχοληθεί με όλα τα είδη μουσικής και ήταν αυτοδίδακτος.
«Όταν στην Ευρώπη σάρωνα τα βραβεία και ήμουν διδακτέα ύλη στην Ασία, στη χώρα μου δεν με άφησαν να είμαι σε ωδείο γιατί δεν είχα πτυχίο... Ήμουν αυτοδίδακτος»
«Πριν τρία χρόνια είχα πάρει τρία βραβεία από το μεγαλύτερο τζαζ Φεστιβάλ στο Ρότερνταμ -συμμετείχαν 19 από τους καλύτερους μουσικούς της Ευρώπης. Πήρα βραβείο για τη σύνθεση, την ενορχήστρωση και την ερμηνεία. Οι άνθρωποι εκεί δεν ήξεραν την ηλικία μου -εξάλλου και οι κλασικοί μουσικοί και η τζαζ συγχωρούν την ηλικία. Φτάνει αυτά που παίζεις να είναι ''φρέσκα''.
»Συνεργάστηκα με τις μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου και είναι ένα κεφάλαιο που δεν τολμώ να το θίγω, γιατί όταν πήγαινα να διευθύνω όλες αυτές τις ορχήστρες κανείς δεν με ρωτούσε τι ωδείο έχω τελειώσει. Μπορεί να με ρωτούσαν αν θέλω μπαγκέτα κι απαντούσα ''όχι, ευχαριστώ, διευθύνω με τα χέρια''. Παίζαμε και μαζεύαμε κατά συρροήν τα βραβεία.
»Όταν με κάλεσαν στη χώρα μου να διδάξω σε ένα από τα ωδεία, είπα ότι είναι μεγάλη μου τιμή και θα το κάνω με μεγάλη χαρά. Μου ζήτησαν, λοιπόν, να πάω τα χαρτιά μου, για να μπορέσει να γίνει η πρόσληψη. Λέω τι χαρτιά, εγώ είμαι αυτοδίδακτος και η απάντηση ήταν απλή: ''Ε, τότε δε γίνεται''. Κι εγώ αυτή τη στιγμή είμαι διδακτέα ύλη στη Μόσχα… Τέλος πάντων....» είχε αναφέρει σε συνέντευξή του στις «Ανοιχτές Σελίδες».
Ως χημικός, ο Μίμης Πλέσσας είχε αναφέρει σχετικά με την Τέχνη»: «Δύο παράλληλες ευθείες συναντώνται στο άπειρο. Έτσι θεωρώ ότι είναι η Τέχνη και η Επιστήμη. Και οι δύο ψάχνουν την ομορφιά, τι προσπαθούν να κάνουν; Ο τρόπος που το κάνουν είναι αλλιώτικος. Εγώ όταν πρέπει να κάνω μουσική στοχάζομαι, ερωτεύομαι, ονειροβατώ, ονειροπολώ, πάσχω, αγαπάω... Όταν είμαι επιστήμων μετράω, ξαναμετράω, μελετάω, για να καταλάβω τι θέλει να μου πει μια εξίσωση. Όσο διαφορετική κι αν είναι η Επιστήμη και η Τέχνη, την ομορφιά ψάχνουν».
«Όταν θέλεις να γράψεις ένα τραγούδι, γράψ' το. Μην περιμένεις όμως τη στιγμή που το γράφεις να έχεις την ανταπόδοση. Πρέπει να έχεις την υπομονή να περάσει ο χρόνος με ένα δρεπάνι και που κάθε τόσο ξεκαθαρίζει τα ψεύτικα μπόλια».
Η συνεργασία του με τον Τόλη Βοσκόπουλο
Σε συνέντευξή του στην εκπομπή «Καλύτερα δε γίνεται», το 2020, ο Μίμης Πλέσσας είχε αναφέρει για τη συνεργασία του με τον Τόλη Βοσκόπουλο:
«Στην αρχή, ο Τόλης Βοσκόπουλος μου ζητούσε να του γράψω τραγούδια, αλλά δεν ήθελα. Γιατί να θέλω; Ο Τόλης ήταν τότε πολύ μεγάλη φίρμα και σαν τέτοια έκανε ό,τι ήθελε στο πεντάγραμμο, στην οθόνη… Έτσι, λοιπόν, πραγματικά, ήρθε στο σπίτι, του έγραψα αυτό που εκείνος νόμιζε ότι θα μπορέσει να τον βοηθήσει. Το αποτέλεσμα αυτών των αρνήσεων και των αποδοχών ήταν η συγκλονιστική συνεργασία που έχουμε με τον Τόλη».
Η ιστορία πίσω από το τραγούδι «Η ζωή εδώ τελειώνει», για την ταινία «Ορατότης μηδέν», με τον Νίκο Κούρκουλο
Ο Φίνος ζήτησε από τον Μίμη Πλέσσα να γράψει ένα τραγούδι για την ταινία «Ορατότης Μηδέν» για τη σκηνή που ο Νίκος Κούρκουλος καίει τα υπάρχοντά του -από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της ταινίας.
Ο συνθέτης θα πει σχετικά, σε συνέντευξή του στο Propaganda»: «Το λέω στον Λευτέρη Παπαδόπουλο κι απαντάει ''Δεν γράφω επί παραγγελία, ρε Μήτσο''. Παράλληλα, του διηγούμαι πώς πρέπει να είναι για να κάψει ο Κούρκουλος τα πράγματά του και μια ώρα αργότερα με παίρνει λέγοντας ''Γράφε''. Ήταν το ''Η ζωή εδώ τελειώνει'', που το έχω ακούσει ακόμα και σε γάμους, με τους νεόνυμφους να το τραγουδούν δυνατά κι εγώ να μην ξέρω πού να κρυφτώ».
Ο γάμος με τη Λουκίλα Καρρέρ και η κόρη του, Ελεάννα
Ο Μίμης Πλέσσας είχε παντρευτεί δύο φορές. Από τον πρώτο του γάμο απέκτησε το γιο του, Αντώνη Πλέσσα.
Με τη δεύτερη γυναίκα του, Λουκίλα Καρρέρ, έμειναν μαζί για 30 χρόνια και απέκτησαν την 26χρονη κόρη τους, Ελεάννα. Μάλιστα, η κόρη του συνθέτη σε ηλικία μόλις 17 ετών είχε κάνει την πρώτη της ατομική έκθεση ζωγραφικής, με τους γονείς της να είναι στο πλευρό της και τον μπαμπά της να δηλώνει περήφανος για τα έργα της κόρης του.
«Η κόρη μου είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσα να φανταστώ ότι έχω. Τη θαυμάζω πολύ» είχε αναφέρει ο ίδιος σε συνέντευξή του.
Ο Μίμης Πλέσσας, σε δηλώσεις που είχε κάνει σε τηλεοπτικές κάμερες, είχε αναφερθεί και στη μεγάλη διαφορά ηλικίας που είχε με την κόρη του, Ελεάννα: «Δεν θα ισομοίραζα τα υπέρ και τα κατά της σημερινής μου ωριμότητας ως πατέρα, γιατί ο ψυχικός πλούτος που μπορώ να της προσφέρω είναι ασύγκριτα μεγαλύτερος. Και πολλές φορές ξεπερνά τις κάποιες δυσκολίες που αντιμετώπισα στο μεγάλωμά της, να τρέξω όσο θα ήθελε στα παιχνίδια μας, να τη βλέπω να με ξεπερνά όταν κολυμπάμε μαζί και να την παρακαλώ στα γενέθλιά της να βρει λίγη ώρα να μου δείξει, με την ευχέρεια που χαρακτηρίζει τη γενιά της, τη λύση για ένα πρόβλημα που είχα με τον υπολογιστή»
Ο βελούδινος Μίμης Πλέσσας, από το τζαζ συναπάντημα με τον Κουίνσι Τζόoυνς ως το βαρύ ζεϊμπέκικο του Διονυσίου
«Γλυκά πονούσε το μαχαίρι, έσταζε μέλι η μαχαιριά». Κατά κάποιον τρόπο, αυτός ο στίχος του Λευτέρη Παπαδόπουλου, εκφράζει την διαρκή επίδραση που είχε η μουσική του Μίμη Πλέσσα. Ο τρόπος του να γλυκαίνει την ψυχή, να την μελώνει, με την «τζαζίστικη» μουσική του που έβρισκε ακόμα και τις πιο μικροσκοπικές ρωγμές προκειμένου να συγκινήσει.
Απέραντα λυρικός, στοχευμένα ευθύς στο συναίσθημα, είχε το χάρισμα ο Μίμης Πλέσσας να σε διαπερνά να σε κάνει ακόμα και να ανατριχιάσεις ακούγοντας τα τραγούδια του, σαν ένα ξόρκι, υποδόρια και ευθύβολα μαζί.
Χειμαρρώδης στη μουσική και στον λόγο
Πέθανε μια εβδομάδα πριν τα 100 του γενέθλια, λες και ξαφνικά, αυτός ο χειμαρρώδης, επίμονος, διαρκής συνθέτης, να βιάστηκε για κάτι, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του. Ζωή που είχε κορυφές και χαράδρες που όμως καθόρισαν όχι μόνο την προσωπικότητά του αλλά και το καλλιτεχνικό του ύφος, το κοσμοπολίτικο, ελεύθερο, συναισθηματικό. Το παιδί που γεννήθηκε σε ένα νεοκλασικό σπίτι απέναντι ακριβώς από το Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, τότε που η ευρύτερη περιοχή των Πατησίων ήταν ένας ένδοξος δρόμος μεγαλοαστών της πόλης.
Πληθωρικός όχι μόνο στην μουσική αλλά και στις συζητήσεις, στις συνεντεύξεις, σε απευθείας σύνδεση με το κοινό, έχει περιγράψει σαν μυθιστόρημα τη ζωή του. Πίσω από κάθε του αφήγηση, αντιλαμβάνεσαι όμως τι ήταν αυτό που τον καθόρισε. Η ανάγκη του για μια κίνηση προς τα μπρος. Είτε ήταν το ποδηλατάκι που ζήτησε από τους γονείς του ως δώρο και έτρεχε με αυτό νιώθοντας ελεύθερος, είτε το ακορντεόν με τα 80 κουμπιά που απαίτησε ως δώρο για την ονομαστική του γιορτή από τους συγγενείς του -ένα μικροσκοπικό αγορίστικο σώμα με ένα τεράστιο ακορντεόν.
Αυτοδίδακτος συνθέτης, διδάκτωρ Χημείας
Είχε μια δίψα και μαζί μία απενοχοποιημένη σχέση με τη μουσική. Ήταν άλλωστε αυτοδίδακτος, δεν σπούδασε μουσική, αλλά χημεία, παίρνοντας διδακτορικό από το αμερικανικό πανεπιστήμιο Κορνέλ. Ήταν άλλα τα όνειρα του Ζακυνθινού πατέρα με το μεγάλο πιλοποιείο στην Αθήνα και της νοικοκυράς αλλά φιλότεχνης μητέρας από την Χάλκη των Πριγκιπονήσων για τον γιό τους. Το «μην τυχόν και γίνει μουσικάντης» της μητέρας του είναι χαρακτηριστικό.
Δεν πρόλαβε να δει τον γιο της να τραγουδιέται από τους Έλληνες, αφού πέθανε σε ηλικία 39 ετών, μέσα στην κουζίνα της, γεμάτη αλεύρια, καθώς έφτιαχνε κουλούρια, την ώρα που όρμησε μέσα ο Μίμης της για να της πει ότι πήρε άριστα στο Πανεπιστήμιο. Η τελευταία της λέξη ήταν το όνομά του. Έρχεται η Κατοχή και οι Ιταλοί επιτάσσουν το εργοστάσιο του πατέρα και παίρνουν τα μεταλλικά στοιχεία για να φτιάξουν κανόνια. Ακολουθούν οι Γερμανοί και μετατρέπουν το κτίριο σε στάβλο.
Τι ήταν αυτό που τροφοδοτούσε την διαρκή του αισιοδοξία και εφευρετικότητα; Υπερπηδούσε κάθε δυσκολία και προχωρούσε, έχοντας την χημεία ως επίσημο προσανατολισμό, αλλά την μουσική ως διαβατήριο. Το στυλ του ήταν εξαρχής ξεκάθαρο, τζαζίστικο όπως λένε. Έγραψε περί τα 3.300 τραγούδια και δεν είχε την προσποιητή μετριοφροσύνη να κρυφτεί: έλεγε ότι οι τρεις σημαντικότεροι σύγχρονοι Έλληνες συνθέτες ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μίμης Χατζιδάκις και ο ίδιος.
Ο Μίκης είχε την Αριστερά, ο Μάνος το αυτί του Καραμανλή
Ένιωθε περισσότερο κοντά στον Μίκη Θεοδωράκη. Δήλωνε περήφανα, αλλά όχι χωρίς μια υπόννοια ότι ένιωθε αδικημένος, ότι ο ίδιος δεν είχε ποτέ την υποστήριξη του συστήματος και δη του πολιτικού συστήματος. Ο Μίκης είχε την Αριστερά. Ο Χατζιδάκις, έχει πει ο Πλέσσας, μπορούσε να πάρει τηλέφωνο τον Καραμανλή, να γκρινιάξει για την Λυρική και σε λίγες μέρες να γίνει διευθυντής της. Δεν έμεινε απρόσβλητος από την πικρία για το γεγονός ότι το μουσικό σύστημα και το μιντιακό σύστημα, δεν βοήθησε να γίνει γνωστή στο ευρύ κοινό η πατρότητα των τραγουδιών του. Ήταν τότε το τραγούδι του Πουλόπουλου, της Βάνου, της Μαρινέλλας, του Διονυσίου, του Βοσκόπουλου. Το τραγούδι από τις ταινίες του Γιάννη Δαλιανίδη.
Αυτό δεν τον εμπόδισε να γράφει χειμαρρωδώς. Να πιάνει στα χέρια του στίχους που άλλοι είχαν απορρίψει και να τα κάνει μέγιστες επιτυχίες. Με τον αγαπημένο του φίλο και συνεργάτη Λευτέρη Παπαδόπουλο έγραψε ιστορία -από αυτές που μας συνοδεύουν σε στιγμές θλίψης, έρωτα, αγωνίας, στη ζωή μας.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αγάλματος. Τον τραγουδιών από τον κύκλο του Δρόμου. Τα είχε δει ο Ξαρχάκος, δεν του έβγαινε μουσική, τα έβαλε ο Παπαδόπουλος στο συρτάρι. Τα είδε ο Πλέσσας και σε λίγες μέρες είχε γράψει αυτό τον συγκλονιστικό κύκλο τραγουδιών. Άλλη φορά, παίρνει τηλέφωνο τον Πλέσσα ο Παπαδόπουλος και του λέει να γράψει μουσική για την περίφημη σκηνή όπου ο Κούρκουλος, μετά από έξωση, κάνει ένα βουνό με τα έπιπλα του, ανάβει τσιγάρο, πετάει το αναμμένο σπίρτο και αυτά τυλίγονται στις φλόγες όσο αυτός χορεύει το «Βρέχει φωτιά στην στράτα μου».
Ο τζαζίστας που έγραψε το «Βρέχει φωτιά στην στράτα μου»
Του ζητάει ένα ζεϊμπέκικο. Του Πλέσσα, που ο λυρισμός, η τζαζ πηγή, αναβλύζει στα τραγούδια του. Αυτό είχε ζητήσει εξάλλου ο Νίκος Φώσκολος, σκηνοθέτης του «Ορατότης μηδέν». Ένα ζεϊμπέκικο. Ο Παπαδόπουλος παίρνει ένα βράδυ τον Πλέσσα, τον πηγαίνει στο μαγαζί που τραγουδούσε ο Στράτος Διονυσίου και σε ένα άλλο που τραγουδούσε ο Πρόδρομος Τσαουσάκης. Αυτό ήταν. Ο Πλέσσας μπαίνει μέσα σε αυτό το άγνωστο για τον ίδιο πέλαγος και γεννιέται το τραγούδι που έχει μείνει θρυλικό.
Οι ιστορίες του από την Αμερική είναι γνωστές, έχουν αυτή την κρούστα του θρύλου ήδη, την επιβεβαίωση του μέγιστου ταλέντου του που θα μπορούσε να τον έχει οδηγήσει σε μια μεγάλη καριέρα στις ΗΠΑ και σε μια αδιανόητη περιουσία. «Μείνε», του είχε πει ο Πατσιφάς όταν του τηλεφώνησε για να τον ενημερώσει ότι του προτείνουν παχυλά συμβόλαια, «και σε λίγα χρόνια θα είναι όλα τα δόντια σου χρυσά και θα υπογράφεις με χρυσά στυλό».
Αστειολογώντας προφανώς, είπε ότι κάνοντας βόλτες στο Central Park προκειμένου να σκεφθεί απρόσκοπτα και να πάρει τις αποφάσεις του, πήρε μια βαθιά ανάσα και μύρισε τα ούρα των σκίουρων του πάρκου. Και σκέφτηκε, πώς θα συνδεθώ εγώ με αυτή την πόλη, αυτή την χώρα, για να γράψω όπως στην Ελλάδα.
Ο αυτοδίδακτος μουσικός και διδάκτωρ Χημείας, βρέθηκε να διευθύνει ορχήστρες, να έχει μάλιστα τον Κουίνσι Τζόουνς ως τέταρτη τρομπέτα σε μια συναυλία το 1954. Τον φώναζε Κουινσάκι, και αυτός παρατηρούσε ότι ο Πλέσσας είναι πολύ ασπρουλιάρης για μαύρο μουσικό. Αυτή ήταν η μουσική του φλέβα.
Ο ασπρουλιάρης της μαύρης μουσικής
Ιστορία που δεν χόρταινε να λέει είναι για εκείνο το δείπνο στο σπίτι του Χάρι Τζέιμς. Ο πιανίστας του αρρώστησε, εκλήθη εσπευσμένα να παίξει ο Μίμης Πλέσσας στη θέση του. Για να τον ευχαριστήσει ο Τζέιμς τον κάλεσε σπίτι του όπου γνώρισε την γυναίκα του, Μπέτι Γκρέιμπλ που είχε ασφαλίσει τα πόδια της για ένα εκατομμύριο δολάρια. Εμφανίστηκε αυτή με ρόμπα, μάσκα στο πρόσωπο και δεν τους χάλασε το χατίρι. Άνοιξε την ρόμπα λίγο για να φανούν τα χρυσά πόδια.
Συνηθίζεται όταν φεύγει από τη ζωή ένας σημαντικός συνθέτης ή τραγουδιστής, να πλημμυρίζουν τα μέσα ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης με τραγούδια του. Ναι, αυτό συμβαίνει από σήμερα το πρωί με τα τραγούδια του Μίμη Πλέσσα. Αλλά σκεφτείτε, υπάρχει μέρα που δεν έχετε ακούσει κάποιο τραγούδι του στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, σε ένα reel.
iefimerida.gr/Mimis Plessas - Official








































