Πέθανε σε ηλικία 81 ετών ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.
Όπως μεταδίδει η Deutsche Welle, την είδηση έκανε γνωστή η οικογένειά του στο γερμανικό πρακτορείο ειδήσεων DPA νωρίς την Τετάρτη (27/12).
Διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πολιτική στρατηγική της Ευρωπαϊκή Ένωση κατά την περίοδο της κρίσης, κερδίζοντας τόσο τον σεβασμό κάποιων, όσο και την κριτική πολλών περισσότερων.
Ποιος ήταν ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε
Ο Σόιμπλε γεννήθηκε στο Φράιμπουργκ και ήταν ο γιος ενός υπαλλήλου της εφορίας. Είναι ο μεσαίος από τρεις αδερφούς. Αφού έλαβε απολυτήριο λυκείου το 1961, ο Σόιμπλε σπούδασε Νομική και Οικονομικά στα Πανεπιστήμια του Φράιμπουργκ και του Αμβούργου από τα οποία αποφοίτησε το 1966 και το 1970 εργάστηκε ως εφοριακός και ως δικηγόρος, αφού πρώτα πέτυχε στις κρατικές εξετάσεις.
Ο Σόιμπλε εισήλθε στην τοπική αυτοδιοίκηση στο κράτος της Βάδης-Βυρεμβέργης και τελικά κατέληξε να γίνει ανώτερος διοικητικός υπάλληλος της φορολογικής υπηρεσίας του Φράιμπουργκ. Στη συνέχεια άσκησε τη δικηγορία στο περιφερειακό δικαστήριο του Όφενμπουργκ, από το 1978 έως το 1984.
Ο Σόιμπλε ήταν μέλος του Κοινοβουλίου (Μπούντεσταγκ) από το 1972.
Από το 1981 έως το 1984 ήταν κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης και τον Νοέμβριο του 1991 έγινε πρόεδρός της. Ο Σόιμπλε εγκατέλειψε τη θέση αυτή το 2000 ως μια επιμέρους συνέπεια ενός σκανδάλου χρηματοδότησης. Από τον Οκτώβριο του 2002 μέχρι το 2005 ο Σόιμπλε υπηρέτησε ως αναπληρωτής πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος, υπό την ηγεσία της Άνγκελα Μέρκελ.
Μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2017, ο Σόιμπλε ορίστηκε από την πλειοψηφία της κοινοβουλευτικής ομάδας της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης ως ο νέος πρόεδρος του Μπούντεσταγκ και διαδέχθηκε τον Νόμπερτ Λάμμερτ. Τον Οκτώβριο του 2021 τον διαδέχτηκε η Μπέρμπελ Μπας.
Η απόπειρα δολοφονίας που τον κατέστησε παράλυτο
Στις 12 Οκτωβρίου 1990, σε ηλικία 48 ετών, ο Σόιμπλε έγινε ο στόχος μιας απόπειρας δολοφονίας από τον Ντίτερ Κάουφμαν, ο οποίος άνοιξε πυρ εναντίον του μετά το τέλος μιας προεκλογικής εκστρατείας στο Οπενάου. Ο Κάουφμαν τραυμάτισε ελαφρά έναν σωματοφύλακά του, και πολύ σοβαρά τον νωτιαίο μυελό. Έφερε επίσης τραύματα στο πρόσωπο.
Ο Σόιμπλε παρέμεινε παράλυτος σε αναπηρικό καροτσάκι. Ο δράστης της επίθεσης κρίθηκε πως είχε ψυχολογικά προβλήματα από τους δικαστές ήταν έγκλειστος σε κλινική έως 2004.
Η «εξομολόγηση» για την ελληνική κρίση - Αμετανόητος μέχρι τέλους
«Αμετανόητος» μέχρι τέλους ήταν ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε σχετικά με τη στάση που κράτησε στη διάρκεια της ελληνικής οικονομικής κρίσης, αλλά και τα αυστηρά μέτρα που υιοθετήθηκαν.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, σε συνέντευξή του το 2022 επέμενε πως είχε «τη συνείδησή του καθαρή», υποστηρίζοντας πάντως πως σε καμία περίπτωση «δεν ήθελε να βλάψει την χώρα μας».
Ειδικότερα, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» ο Σόιμπλε, μιλώντας για τα αίτια της ελληνικής κρίσης είχε δηλώσει: «Το πρόβλημα ήταν ότι η Ελλάδα έγινε μέλος της ευρωζώνης με λάθος προϋποθέσεις. Ο πρώην υπουργός Οικονομικών, Γιώργος Παπακωνσταντίνου το περιέγραψε επακριβώς. Αλλά στην Ελλάδα είπαν μετά ότι οι υπαίτιοι είναι στις Βρυξέλλες και στο Βερολίνο. Μ’ αυτό πρέπει να ζήσει κανείς. Στην πραγματικότητα, πάντα ήθελα να βοηθήσω την Ελλάδα – και έχουμε βοηθήσει πολύ την Ελλάδα. Έχω καθαρή τη συνείδησή μου και πιστεύω ότι πολλοί στην Ελλάδα το έχουν αντιληφθεί. Στην ευρωζώνη βρισκόμαστε τώρα ενώπιον νέων, μεγαλύτερων προκλήσεων και διαπίστωσα βεβαίως ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο. Αυτό δείχνει ότι οι μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να κάνει η Ελλάδα έπιασαν τόπο. Δεν είναι όλα καλά, αλλά πολλά έγιναν καλύτερα».
Ο Γερμανός πολιτικός ερωτηθείς τότε για την έξοδο της Ελλάδας από την ενισχυμένη επιτήρηση της Κομισιόν είχε σχολιάσει:
«Δεν συμμερίζομαι την ευφορία σας. Η κρίση δεν ξεπεράστηκε τελεσίδικα – κυρίως υπό το φως και των επίκαιρων συνθηκών. Αλλά εκείνο που ισχύει είναι: Η Ελλάδα πέτυχε πολλά. Και αυτό δείχνει ότι η δουλειά που έγινε δεν πήγε χαμένη. Χρειάστηκε να απαιτήσουμε πολλά από την Ελλάδα, αλλά πρωτίστως η Ελλάδα χρειάστηκε να απαιτήσει πολλά από τον εαυτό της. Το αντίτιμο για την εσωτερική υποτίμηση, την οποία έπρεπε να υποστεί η Ελλάδα, είναι πολύ βαρύ για τους Έλληνες πολίτες. Αλλά αυτή ήταν μία απόφαση των Ελλήνων και όχι άλλων Ευρωπαίων».
cnn.gr








































