13 Απριλίου -  Κυριακή των Βαΐων, Άγιος Μαρτίνος πάπας Ρώμης και δύο Επισκόπων, Άγιος Ζωΐλος ο Ρωμαίος, Άγιοι Κυντιλλιανός, Μάξιμος και Δάδας, Άγιος Ελευθέριος ο Πέρσης, Άγιος Θεοδόσιος, Ανακομιδή ιερών λειψάνων του Αγίου Νεομάρτυρα Γεωργίου του Κυπρίου, Αγία Θεοδοσία η βασίλισσα και Γερόντιος ο υπηρέτης της, Άγιος Αρσένιος Αρχιεπίσκοπος Ελασσώνος, Άγιος Χριστόφορος ο Οσιομάρτυρας και Άγιος Στέφανος ο Νέος ο Ιερομάρτυρας και Ανάμνηση Θαύματος Αγίου Σπυρίδωνα

Κυριακή των Βαΐων

Πώλῳ καθίσας, ὁ λόγῳ τείνας πόλον,
Βροτοὺς ἐκζητεῖ λῦσαι τῆς ἀλογίας.

Την ημέρα αυτή γιορτάζουμε την πανηγυρική είσοδο του Κυρίου Ιησού Χριστού στην Ιερουσαλήμ. Τότε, ερχόμενος ο Ιησούς από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα, έστειλε δύο από τους Μαθητές του και του έφεραν ένα γαϊδουράκι. Και κάθισε πάνω του για να μπει στην πόλη.

Ο δε λαός, ακούγοντας ότι ο Ιησούς έρχεται, πήραν αμέσως στα χέρια τους βάγια από φοίνικες και βγήκαν να τον υποδεχτούν. Και άλλοι μεν με τα ρούχα τους, άλλοι δε κόβοντας κλαδιά από τα δέντρα, έστρωναν το δρόμο απ’ όπου ο Ιησούς θα περνούσε. Και όλοι μαζί, ακόμα και τα μικρά παιδιά, φώναζαν: «Ωσαννά· ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ».

Ο Χριστός εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα «επί πώλον όνου». Πορεύεται και οι Ισραηλίτες τον υποδέχονται με τιμές ως Βασιλιά. Εκείνος δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στις τιμές, δεν περιορίζεται στο πανηγύρι, στην πρόσκαιρη δόξα, αλλά προχωρεί στο σταυρό και την Ανάσταση.

Η είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα είναι τελικά η είσοδος του μαρτυρίου στην επίγεια ζωή του Κυρίου. Σε λίγες ημέρες θα μαρτυρήσει και θα θανατωθεί στο σταυρό, για να θανατώσει το θάνατο και να χαρίσει τη ζωή.

Άγιος Μαρτίνος πάπας Ρώμης και δύο Επισκόπων
Εις τον Μαρτίνον
Ὁ σὴν γεγηθὼς σάρκα Σῶτερ ἐσθίων,
Ἀπεκδύσει γέγηθε σαρκὸς Μαρτῖνος.
Ἀμφὶ τρίτῃ δεκάτῃ θάνε Μαρτῖνος περίπυστος.

Εις τους Επισκόπους
Oρθά φρονούντες άνδρες ιερωμένοι,
Φυγήν κατεκρίθησαν ευθύμως μάλα.

Ο Άγιος Μαρτίνος, Επίσκοπος Ρώμης, γεννήθηκε στην κεντρική Ιταλία, στο Τόδι της Ομβρικής. Έγινε Πάπας Ρώμης την εποχή που την Εκκλησία ταλαιπωρούσε η αίρεση των Μονοθελητών. Δυστυχώς, τότε και η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης είχε πέσει στα δίχτυα αυτής της αίρεσης, διότι ο Πατριάρχης Παύλος ο Β' ήταν υπέρμαχος του Μονοθελητισμού, μαζί με τον αυτοκράτορα Κώνστα τον Β' . Ο Πάπας Μαρτίνος, υπέρμαχος της Ορθοδοξίας, προσπάθησε με επιστολή του, αλλά και με ειδικούς απεσταλμένους κληρικούς, να επαναφέρει τον Πατριάρχη Παύλο στο ορθόδοξο δόγμα. Μάταια, όμως. Ο Πατριάρχης, επηρεαζόμενος από τον αυτοκράτορα, επέμενε στο Μονοθελητισμό και εξόρισε τους απεσταλμένους του Μαρτίνου σε διάφορα νησιά. Μάλιστα, ο Κώνστας ο Β' έστειλε και συνέλαβαν με δόλο και τον ίδιο το Μαρτίνο. Και αφού τον οδήγησαν αιχμάλωτο στην Κωνσταντινούπολη, κατόπιν τον εξόρισαν στη Χερσώνα. Εκεί, πέθανε στις 16 Σεπτεμβρίου του 655 μ.Χ., αφού κυβέρνησε την εκκλησία του έξι χρόνια. Το σπουδαιότερο, όμως, είναι ότι ο θάνατος τον βρήκε αγωνιζόμενο στις επάλξεις της Ορθοδοξίας, ορθοτομούντα τον λόγον της αληθείας. Δηλαδή, να διδάσκει ορθά, χωρίς πλάνη, το λόγο της αλήθειας. (Η μνήμη του, από ορισμένους Συναξαριστές, επαναλαμβάνεται στις 20 Σεπτεμβρίου).

Μαζί με τον Άγιο Μαρτίνο εξορίστηκαν στη Χερσώνα και δυο ακόμα Επίσκοποι, όπου μετά από πολλές ταλαιπωρίες πέθαναν.

Άγιος Ζωΐλος ο Ρωμαίος
Τόξου βέλει, Ζώϊλε, πληγεὶς ἐν ξύλῳ,
Πλήττεις τὸν εἰσάξαντα τὴν φθορὰν ξύλῳ.

Ο Άγιος Ζωΐλος μαρτύρησε αφού τον κρέμασαν επάνω σε ξύλο.

Άγιοι Κυντιλλιανός, Μάξιμος και Δάδας
Τίνες κεφαλῶν οἶδε κείμενοι δίχα;
Κυντιλλιανός, Μάξιμός τε καὶ Δάδας.

Οι Άγιοι αυτοί, έζησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Μαξιμιανού (285 - 305 μ.Χ.) και Διοκλητιανού (284 - 305 μ.Χ.) και των υπάτων Γαβιβίου και Ταρκυΐνου. Κατάγονταν από την Οζοβία και ήταν αναγνώστες της Εκκλησίας. Όταν έγινε ο διωγμός κατά των χριστιανων, φυλακίστηκαν. Κατόπιν τους κτύπησαν σκληρά και τους έριξαν πάλι στη φυλακή. Εκεί οι ειδωλολάτρες, κατέβαλαν πολλές και ποικίλες προσπάθειες, για να τους παρασύρουν στην άρνηση του Χριστού. Αυτοί όμως έμειναν πιστοί μέχρι τέλους και αξιώθηκαν του μαρτυρικού στεφάνου, αφού αποκεφαλίστηκαν για την πίστη τους. Οι Χριστιανοί περισυνέλεξαν με ευλάβεια τα ιερά λείψανα αυτών και τα μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη, στο ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου «ἐν τοὶς Βιγλεντίου», όπου ετελείτο και η Σύναξη αυτών.

Άγιος Ελευθέριος ο Πέρσης
Ἐλευθέριος οὐκ ἐδουλώθη πλάνῃ.
Ἐλεύθερος δὲ πρὸς ξίφους ἔστη στόμα.

Ο Άγιος αυτός ήταν χριστιανός από την Περσία και πήγε στον επίσκοπο Συμεών για να διδαχθεί τελειότερα τον λόγο της αληθείας. Όταν επέστρεφε στο σπίτι του, στο δρόμο, δίδασκε στους προσερχόμενους σ' αυτόν τα περί της οικονομίας του Χριστού. Έτσι κατόρθωσε να φέρει στη Χριστιανική πίστη πολλούς άπιστους και να τους βαπτίσει. Οι πυρολάτρες όμως Πέρσες τον κατάγγειλαν στον βασιλιά, ο όποιος τον συνέλαβε και αφού δεν μπόρεσε να τον μεταπείσει ο ίδιος, τον παρέδωσε στους αρχιμάγους για να τον πείσουν αυτοί ν' αρνηθεί τον Χριστό. Αφού και αυτοί, κατόπιν πολλών βασανιστηρίων, δεν μπόρεσαν να το κατορθώσουν, τελικά τον αποκεφάλισαν και έτσι πήρε το αμάραντο στεφάνι του μαρτυρίου.

Άγιος Θεοδόσιος
Θεοῖς προσοίσειν μηδαμῶς πεισθεὶς δόσιν,
Ἤχθη Θεοδόσιος τὴν ἐπὶ ξίφους.

Ο Άγιος Θεοδόσιος μαρτύρησε δια ξίφους.

Ανακομιδή ιερών λειψάνων του Αγίου Νεομάρτυρα Γεωργίου του Κυπρίου
Τα ιερά λείψανα του Αγίου Νεομάρτυρα Γεωργίου του Κυπρίου, ανεκομίσθηκαν από την Άκκρα (Πτολεμαΐδα) και κατατέθηκαν στον ιερό ναό του Αγίου Ιωάννου Λευκωσίας το έτος 1967 μ.Χ. Η μνήμη του Αγίου τιμάται 23 Απριλίου.

Αγία Θεοδοσία η βασίλισσα και Γερόντιος ο υπηρέτης της
Η μνήμη τους δεν φαίνεται πουθενά στους Συναξαριστές. Τους συναντάμε στο Λαυριωτικό Κώδικα Ι 70, όπου υπάρχει σχετικό υπόμνημα.

Σύμφωνα με αυτό η Θεοδοσία ήταν κόρη του βασιλιά Αδριανού (117 - 138 μ.Χ.) και επειδή δεν ήθελε να έλθει σε γάμο κοινωνία, όπως ήθελαν οι γονείς της, εγκατέλειψε το παλάτι μαζί με τον υπηρέτη της Γερόντιο και έφυγε από την πόλη μεταμφιεσμένη σε ζητιάνα. Πήγε στην Ιερουσαλήμ, προσκύνησε τους Αγίους Τόπους και περιηγήθηκε όλα τα εκεί μοναστήρια, όπου γνώρισε όλες τις αρετές των Όσιων. Κατόπιν κλείστηκε σ' ένα κελί και έκανε αυστηρή άσκηση με αγρυπνίες, νηστείες και προσευχή. Τον δε υπηρέτη της τον έβαλε σε μοναστήρι, όπου έγινε μοναχός και αφού έφτασε σε μεγάλα ύψη αρετής απεβίωσε ειρηνικά. Η δε Άγια, αφού και αυτή έφτασε σε μεγάλα ύψη αρετής, απέκτησε προορατικό χάρισμα και προείδε το τέλος της. Έτσι, φώναξε τον εκεί επίσκοπο, κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων και παρέδωσε το πνεύμα της στον Θεό.

Το Συναξάρι όμως αυτό, μάλλον είναι φανταστικό και συγχέεται με αυτό των Αγίων Γερόντιου και Βασιλείδη της 1ης Απριλίου

Άγιος Αρσένιος Αρχιεπίσκοπος Ελασσώνος
Ο Άγιος Αρσένιος γεννήθηκε στην Ευρυτανία, το έτος 1548 μ.Χ., από γονείς ευσεβείς και φιλόθεους, τον Θεόδωρο και την Χριστοδούλη.

Το συγγραφικό του έργο, η γλωσσομάθειά του και η θητεία του ως διδασκάλου, δείχνουν ότι ήταν πολύ μορφωμένος. Που έμαθε τα γράμματα δεν μας είναι γνωστό. Το έτος 1574 μ.Χ. ο Άγιος Αρσένιος εξελέγη Επίσκοπος «Δημονίκου και Ελασσώνος» και διαδέχθηκε τον Δαμασκηνό Β' (1570 - 1574 μ.Χ.). Τον ίδιο χρόνο δέχθηκε την επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχου Ιερεμίου Β' του Τρανού, που πραγματοποιούσε περιοδεία στη Ρούμελη και την Πελοπόννησο. Ο Πατριάρχης Ιερεμίας φιλοξενήθηκε στο μοναστήρι της Ολυμπιώτισσας.

Το γεγονός ότι περίπου από το έτος 1580 μ.Χ. λειτουργούσε στην Ολυμπιώτισσα κρυφό σχολειό, μας κάνει να θεωρούμε ότι ο Άγιος Αρσένιος ενδιαφέρθηκε ζωηρά και για την στοιχειώδη μόρφωση των νέων της Επισκοπής του. Γι' αυτό και σε συνεννόηση και συνεργασία με τον ηγούμενο και τους μοναχούς της Ολυμπιώτισσας οργάνωσε το σχολείο αυτό και παρακίνησε και ενθάρρυνε τα Ελληνόπουλα της Ελασσώνος, που είχαν ζήλο για τα γράμματα, να ανεβαίνουν στο μοναστήρι και εκεί να μαθαίνουν ανάγνωση και γραφή επάνω στα ιερά κείμενα.

Κατά το έτος 1588 μ.Χ. ο Άγιος συνόδευσε, μαζί με τον Μητροπολίτη Μονεμβασίας Ιερόθεο, τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμία Β' στη Μόσχα, όπου στις 26 Ιανουαρίου 1589 μ.Χ. αναγόρευσαν και εγκατέστησαν τον Μητροπολίτη Ιώβ ως Πατριάρχη Βλαδιμηρίας, Μόσχας και απάσης Ρωσίας και απασών των βορείων Χωρών. Την τελετή και τις εκδηλώσεις της ενθρονίσεως του Μητροπολίτη Ιώβ τις περιέγραψε ο Άγιος Αρσένιος με στίχους στη δημοτική γλώσσα, με τίτλο «Κόποι και διατριβή του ταπεινού Αρχιεπισκόπου Αρσενίου».

Ο Άγιος δεν ξαναγύρισε στην Επισκοπή Ελασσώνος, αλλά έμεινε οριστικά στη Ρωσία, όπου και κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1625 μ.Χ.

Σχετικά με τη ζωή και τη δράση του στη Ρωσία, γνωρίζουμε ότι δίδαξε στο Κοινοτικό Ελληνικό σχολείο του Λβωφ της Ρουθηνίας, όπου υπήρχε πολυμελής και ακμαία Ελληνική παροικία, κυρίως εμπόρων, μεταξύ των οποίων και ο Κρητικός κρασέμπορας Κωνσταντίνος Κορνιακτός.

Αργότερα ο Άγιος διετέλεσε διοικητής της επαρχίας Σουζδαλίας, από όπου αλληλογραφούσε συχνά με τον Πατριάρχη Αλαξενδρείας Άγιο Μελέτιο τον Πηγά. Στο διάστημα της πολύχρονης διαμονής του στη Ρωσία ο Άγιος Αρσένιος δεν λησμόνησε την γενέτειρά του και τα μοναστήρια, όπου μάλλον είχε περάσει τα νεανικά του χρόνια. Αφιέρωσε πολλά βιβλία, εικόνες και ιερά σκεύη στη μονή Τατάρνης και στα Μετέωρα.

Άγιος Χριστόφορος ο Οσιομάρτυρας
Ο Άγιος Οσιομάρτυρας Χριστόφορος, άσκησε στη μονή του Αγίου Σάββα. Δεν έχουμε περισσότερες λεπτομέρειες για τον βίο και το Μαρτύριο του Αγίου.

Άγιος Στέφανος ο Νέος ο Ιερομάρτυρας
Ο Άγιος Ιερομάρτυς Στέφανος, κατά κόσμον Βαλέριος Στεπάνοβιτς Μπεκχ, γεννήθηκε το έτος 1872 μ.Χ. στο Ζιτομίρ, κοντά στην περιοχή Βολογκντά. Παρακολούθησε μαθήματα στο σεμινάριο της Αγίας Πετρουπόλεως και το έτος 1903 μ.Χ. εισήχθη στη θεολογική ακαδημία της Μόσχας. Στις 20 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους εκάρη μοναχός και έλαβε το όνομα Στέφανος. Όταν τελείωσε τις σπουδές του, διορίσθηκε σχολάρχης της θεολογικής σχολής του Σόλιγκαμ και αργότερα της Μενγκρελίας και του Μπεζχέτσκ. Στις 8 Οκτωβρίου του 1914 μ.Χ. εγκατέλειψε την διεύθυνση της θεολογικής σχολής και παρουσιάσθηκε στο στρατό, προκειμένου να διακονήσει τις θρησκευτικές ανάγκες των στρατιωτών. Από τα τέλη του έτους 1915 μ.Χ. μέχρι το 1918 μ.Χ. διηύθυνε τη θεολογική σχολή του Καργκοπόλ και διακόνησε ως Αρχιμανδρίτης στη Λαύρα του Αγίου Αλεξάνδρου Νέφσκυι.

Στις 9 Οκτωβρίου του 1921 μ.Χ. εξελέγη Επίσκοπος του Ιζχέβσκ, που εκκλησιαστικά ανήκε στην δικαιοδοσία του Σαραπούλ. Η ιεραποστολική δράση του οδήγησε στη σύλληψή του. Έτσι το έτος 1924 μ.Χ., φυλακίζεται στη φυλακή Ταγκάνκα της Μόσχας. Από το 1924 μ.Χ. μέχρι το 1926 μ.Χ. φυλακίζεται στην περιοχή του Σολόφκι, για να αφεθεί ελεύθερος λίγο αργότερα. Το έτος 1929 μ.Χ. συλλαμβάνεται και πάλι από τις αρχές και περιορίζεται στο χωριό Πομοζντίνο. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1932 μ.Χ. τον κλείνουν και πάλι στη φυλακή, όπου μετά από κακουχίες και βασάνους, το έτος 1933 μ.Χ., παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο.

Ανάμνηση Θαύματος Αγίου Σπυρίδωνα

Γύρω στα 1629-30 μ.Χ. καινούργια δοκιμασία έπληξε το ευλογημένο νησί της Κέρκυρας. Αρρώστια μεταδοτική και θανατηφόρα, το κτύπησε αυτή τη φορά χωρίς διάκριση και έλεος. Ήταν πανώλης (πανούκλα). Άνδρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, πλούσιοι και πτωχοί προσβάλλονται καθημερινά από την επάρατη νόσο και πεθαίνουν τόσο στην πόλη, όσο και στην ύπαιθρο, τα χωριά. Η διοίκηση του νησιού με τα πρώτα κρούσματα σπεύδει να ψηφίσει και να διαθέσει ένα τεράστιο ποσό, για να περιορίσει την εξάπλωση της αρρώστιας. Άδικα όμως αγωνίζεται. Σε λίγο καιρό η ωραία Κέρκυρα πάει να ερημώσει. Τα καταστήματα τόσο στην πόλη, όσο και στα μεγάλα κέντρα έχουν κλείσει. Η αγορά νεκρώθηκε. Οι δρόμοι έχουν αδειάσει. Μονάχα μερικά αλογοσυρόμενα κάρα κινούνται κάπου-κάπου φορτωμένα με πτώματα για να μεταφέρουν το μακάβριο φορτίο τους έξω από την πόλη για ταφή σε ομαδικούς τάφους. Εικόνα τραγική παρουσιάζει ολόκληρο το νησί.

Κάποια μέρα στη συμφορά αυτή την κοσμογονική ο πιστός και πονεμένος λαός παρά τις συστάσεις των ιατρών να αποφεύγει τον συνωστισμό, τολμά και σπεύδει να κατακλύσει τον ιερό ναό του αγίου και με συντριβή ψυχής και δάκρυα καυτά να εκζητήσει τη μεσιτεία του.

Κι η σωτηρία δεν αργεί. Προσφέρεται γρήγορα και πλούσια.

Ο ιστορικός της Κέρκυρας Ανδρέας Μάρμορας που ζούσε Τότε, μας λέγει, πως η τρομερή επιδημία, παρά την έλλειψη σχετικών φαρμάκων, σε λίγο περιορίστηκε στο ελάχιστο και μέχρι την Κυριακή των Βαΐων σταμάτησε τελείως. Όλες τις νύκτες κατά τις οποίες η πόλη δοκιμαζόταν από την αρρώστια, πάνω από το ναό του αγίου φαινόταν κάτι σαν φως μιας υπερκόσμιας κανδήλας. Ήταν το σημάδι πως ο άγιος αγρυπνούσε και φρουρούσε τον λαό του. Έτσι το εξήγησαν οι πιστοί. Το φως το έβλεπαν συνέχεια οι νυχτερινοί σκοποί των φρουρίων.

Η τρομερή αυτή επιδημία, η πανώλης, παρουσιάστηκε και δεύτερη φορά στην Κέρκυρα μετά από σαράντα περίπου χρόνια, το 1673 μ.Χ. Και τούτη τη φορά η αρρώστια ξαπλώθηκε γρήγορα σε πόλεις και χωριά. Τα κρούσματα υπήρξαν πάμπολλα. Το δρεπάνι του θανάτου θέριζε κι αυτή τη φορά καθημερινά ένα μεγάλο αριθμό από τους κατοίκους.

Στις παρακλήσεις του λαού του ο θαυματουργός άγιος έσπευσε να ανεβάσει και πάλι στον θρόνο της θείας Μεγαλωσύνης, τη συντριβή και τα δάκρυα του πιστού λαού μαζί με τα δικά του και να εκζητήσει και να λάβει τάχιστα το ουράνιο έλεος και τη σωτηρία του. Τα λόγια του Πνεύματος του Θεού «επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεώς σου και εξελούμαί σε και δοξάσεις με» (ψαλμ. μθ', 15) βρήκαν και στην περίπτωση αυτή πλήρη την εφαρμογή τους. Στις ικεσίες του θείου ιεράρχη και του μετανοημένου λαού η απάντηση δεν άργησε να δοθεί. Τα κρούσματα μέρα με τη μέρα ελαττώθηκαν στο ελάχιστο και τις τελευταίες μέρες του Οκτώβρη σταμάτησαν απότομα. Κι αυτή τη φορά στην κορυφή του καμπαναριού για τρεις νύχτες έβλεπαν οι πιστοί ένα σταθερό φως, και μέσα σ' αυτό το υπερκόσμιο φως, τον θαυματουργό άγιο να αιωρείται και μ' ένα Σταυρό στο χέρι να καταδιώκει ένα κατάμαυρο φάντασμα, την αρρώστια, που προσπαθούσε να αποφύγει τον άγιο και να σωθεί.

Η ευγνωμοσύνη κι οι ευχαριστίες του πιστού λαού υπήρξαν και πάλι μεγάλες. Με θέσπισμα της Ενετικής διοικήσεως καθιερώθηκε από τότε κάθε πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου να γίνεται πανηγυρική και παλλαϊκή λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος, για να θυμάται ο λαός κι ιδιαίτερα η νέα γενεά τον αληθινό και άγρυπνο προστάτη και Σωτήρα της.


saint.gr

nissan_tsioris_qashqai.png


 

Πρωτοσέλιδα