Ὁ Ἐπίσκοπος Ὠλένης
Α Θ Α Ν Α Σ Ι Ο Σ
Κυριακή 13 Mαρτίου 2022
Σήμερα Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀγαπητοί μου ἀναγνῶστες, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τήν ἀνάμνηση τοῦ κορυφαίου γε-γονότος τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ἱστορίας, τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἱερῶν εἰκόνων τό 843 μ.Χ. στό Βυζάντιο, μέ τήν ἀποφασιστική συμβολή τῆς Αὐτοκράτειρας καί μετέπειτα Ἁγίας Θεοδώρας, συζύγου τοῦ Αὐτοκράτορα Θεοφίλου (840 – 843 μ.Χ.).
Ἀναφερόμαστε στή μεγάλη εἰκονομαχική ἔριδα, ἡ ὁποία συνε-τάραξε κυριολεκτικά τήν Ἁγία μας Ἐκκλησία γιά περισσότερα ἀπό ἑκατό χρόνια.
Ἡ αὐτοκρατορία χωρίστηκε σέ δύο φοβερά ἀντιμαχόμενες ὁμάδες, τούς εἰκονομάχους καί τούς εἰκονολάτρες. Μεγάλες πα-τερικές μορφές ἀνέλαβαν νά ὑπερασπίσουν τήν ὀρθόδοξη πίστη.
Τό 787 μ.Χ. συγκλήθηκε ἡ Ζ’ Οἰκουμενική Σύνοδος στήν Νίκαια, ἡ ὁποία διατύπωσε μέ ἀκρίβεια τήν ὀφειλόμενη τιμή στίς ἱερές εἰκόνες, ὥστε νά ὁμιλοῦμε γιά θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας μας.Ἡ ὁποία γιά μία ἀκόμη φορά μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ νίκησε τήν αἵρεση τῆς Εἰκονομαχίας καί διεφύλαξε μέ πᾶσαν ἀκρίβεια τήν ἀπαρασάλευτη πίστη καί τήν παράδοση τῶν Ἁγίων Ἀποστό-λων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας.
Ἡ Εἰκόνα στήν Ὀρθοδοξία μας δέν ἀποτελεῖ ἀντικείμενο λα-τρείας, ἀλλά λειτουργεῖ ἀποκλειστικά ὡς μέσον τιμῆς τοῦ εἰκο-νιζόμενου προσώπου. Ἀκόμα καί ὁ Χριστός μπορεῖ νά εἰκονισθεῖ, διότι ἔγινε ἄνθρωπος. Ὅποιος ἀρνεῖται τόν εἰκονισμό τοῦ Χριστοῦ ἀρνεῖται οὐσιαστικά τήν ἀνθρώπινη φύση Του.
Ἡ προσκύνηση τῆς ἱερᾶς εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων μας δέν εἶναι εἰδωλολατρία, ὅπως ἰσχυ-ρίζοντο οἱ εἰκονομάχοι, διότι ἡ τιμή δέν ἀπευθύνεται στήν ὕλη, ἀλλά στό εἰκονιζόμενο πρόσωπο, καθότι «ἡ τῆς εἰκόνος τιμή ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει» (Μ.Βασίλειος P.G.32,149) καί «Προσκυ-νοῦμεν δέ ταῖς εἰκόσιν οὐ τήν ὕλην προσφέροντες τήν προσκύ-νησιν, ἀλλά δι΄αὐτῶν τοῖς ἐν αὐταῖς εἰκονιζομένοις»(Ἰ. Δαμασκ. P.G.94, 1356).Ἡ εὐλογία πού λαμβάνει ὁ πιστός ἀπό τήν προσκύ-νηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων δίνεται ἀπό τό ζωντανό ἱερό πρόσωπο καί ὄχι ἀπό τήν ὕλη τῆς εἰκόνας.
Ἡ πίστη αὐτή ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τήν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου, τή σωτηρία του καί τή θέωσή του. Ἡ προσκύνηση τῶν ἁγίων εἰκό-νων μαρτυρεῖ ὅτι ἐμεῖς ὁμολογοῦμε πώς ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, ἐσαρκώθη δηλαδή ἀληθινά ὁ Θεός καί ἔγινε Θεάνθρωπος.Ὁ ἄνθρω-πος γίνεται ἀληθινά τέκνον τοῦ Θεοῦ, σκεῦος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ναός τοῦ Θεοῦ. Προσκυνοῦμε τίς ἁγίες εἰκόνες τῶν Ἁγίων καί τά ἅγια λείψανά τους, ἀφοῦ κατοίκησε μέσα σ’ αὐτούς ὁ Θεός.
Ἡ Εἰκονομαχία δέν ἦταν ἕνα φαινόμενο τοῦ 7ου αἰῶνα μ.Χ., ἀλλά ἄρχισε ἀπό τότε πού ἐμφανίστηκε ὁ ἄνθρωπος. Ὁ διάβολος κίνησε πόλεμο κατά τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀνθρώπου, καί κατάφερε νά τή συντρίψει, νά πέσει ὁ ἄνθρωπος στήν ἁμαρτία, νά διαστραφεῖ αὐτή ἡ πανέμορφη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μαρτυρεῖ τήν ὀμορφιά τοῦ Θεοῦ. Ὅμως ὁ Θεός δέν ἤθελε νά βλέπει αὐτή τήν εἰκόνα του μέσα στή δυστυχία, πού τήν ἔπλασε μέ τόση ἀγάπη καί φροντίδα, νά χάνεται μέσα στή δυστυχία τῆς πτώσης καί τῆς ἁμαρτίας. Ἔτσι γίνεται ὁ ἴδιος ἄνθρωπος καί ξαναπλάθει τήν εἰκόνα αὐτή στόν ἑαυτό Του καί γίνεται ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ καινός ἄνθρωπος, καί γίνεται τό πρότυπο τῆς δικῆς μας σωτηρίας.
Δημιουργεῖ τήν ἐπίγεια Ἐκκλησία Του καί δίνει τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ἔργο Του εἶναι ἡ ἀνακαίνιση τῆς φθαρείσας φύσης τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ ἀναγέννησή του. Ἡ ἀναγέννηση αὐτή ἔρχεται μέσα ἀπό δυό παράγοντες. Ὁ πρῶτος εἶναι ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὁ δεύτερος ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, λοιπόν, ὁ Θεός ἀναπλάθει τόν ἄνθρωπο μέ τό μυστήριο τοῦ Ἁγίου Βαπτί-σματος καί ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ἀπεκδύεται τόν παλαιόν του ἑαυτόν καί ἐνδύεται τόν Χριστό, τόν καινό ἄνθρωπο. Στή συνέχεια μέ τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού μᾶς δίνεται διά τοῦ Ἁγίου Χαρίσματος, λαμβάνει δύναμη ὁ ἄνθρωπος, ὥστε τά χαρίσματα πού πῆρε μέ τό Βάπτισμα καί τό Χρῖσμα του νά τά ἐνεργοποιήσει, γιά νά τόν θεώσουν καί νά τόν ἁγιάσουν.
Καλούμεθα, λοιπόν, νά διατηρήσουμε διά τῶν μυστηρίων τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας τήν ἀναπλασθεῖσαν εἰκόνα μας, γιά νά πρα-γματοποιήσουμε τόν σκοπόν τῆς ὑπάρξεώς μας, πού εἶναι ἡ σωτη-ρία,ὁ ἁγιασμός, ἡ λύτρωσή μας καί ἡ κληρονομια τῆς Ἐπουρανίου Βασιλείας. ΑΜΗΝ.








































