18 Αυγούστου - Άγιοι Φλώρος και Λαύρος, Ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων του Οσίου Αρσενίου του νέου, εν Πάρω, Όσιοι Αγάπιος και Πορφύριος οι Κολλυβάδες οι ασκητές, Άγιοι Πένητες Μάρτυρες, Άγιοι Έρμος, Σεραπίων και Πολύαινος, Αγία Ιουλιανή πλησίον του Στροβίλου, Άγιος Λέων, Άγιοι Τέσσερις Όσιοι Ασκητές, Άγιοι Γεώργιος και Ιωάννης Πατριάρχες Κωνσταντινούπολης, Όσιοι Βαρνάβας, Σωφρόνιος και Χριστόφορος, Όσιος Σωφρόνιος ο Αγιορείτης, Άγιος Κωνσταντίνος εκ Καππούας, Άγιος Ματθαίος ο Νεομάρτυς και Άγιος Αγάπιος ο εκ Γαλατίστης o Ιερομάρτυς 


Άγιοι Φλώρος και Λαύρος

Δίψει τελευτῆς τῆς ὑπὲρ Θεοῦ Λόγου,
Χωροῦσι Φλῶρος καὶ Λαῦρος πρὸς τὸ φρέαρ
Φλώρῳ ἀμφ' ὀγδοάτῃ δεκάτῃ φρέαρ εἰσέδυ Λαῦρος.

Οι Άγιοι Φλώρος και Λαύρος ήταν δίδυμα αδέλφια και ήταν άρρηκτα ενωμένοι δια της θερμής πίστεως και αγάπης που είχαν προς το Χριστό. Κατάγονταν από το Βυζάντιο και είχαν διδαχθεί το χριστιανισμό και την τέχνη του λιθοξόου από τους Αγίους Πρόκλο (ή Πάτροκλο σύμφωνα με τον Άγιο Νικόδημο) και Μάξιμο, οι όποιοι υπέστησαν και μαρτυρικό θάνατο για το Χριστό.

Μετά το θάνατο των διδασκάλων τους, ο Φλώρος και ο Λαύρος αναχώρησαν στην Ιλλυρία και διάλεξαν σαν τόπο διαμονής τους την πόλη Ουλπιανά. Στην πόλη αυτή εργάζονταν την τέχνη τους, αλλά συγχρόνως μέσω αυτής προσπαθούσαν για την εξάπλωση του Ευαγγελίου.

Εκεί υπήρχε και κάποιος Ιερέας ειδώλων, ονομαζόμενος Μερέντιος. Ο γιος αυτού Αθανάσιος από το ένα του μάτι έπαθε τύφλωση, που από την ιατρική επιστήμη δε βρήκε θεραπεία. Τότε πλησίασε τους δύο τεχνίτες αδελφούς, οι οποίοι με την επίκληση του ονόματος του Χριστού θεράπευσαν το μάτι του γιου του ειδωλολάτρη Ιερέα, με αποτέλεσμα να πιστέψουν και οι δύο στο Χριστό. Αυτό μόλις το έμαθε ο έπαρχος Λύκων, συνέλαβε τους δύο αδελφούς και, αφού τους βασάνισε φρικτά, τους έριξε μέσα σε ένα πηγάδι, όπου και παρέδωσαν το πνεύμα τους. Έτσι, οι δύο τεχνίτες αδελφοί μπήκαν στην αιώνια πόλη, «ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός» (Προς Εβραίους Επιστολή, ια' 10). Της οποίας, δηλαδή, τεχνίτης και κτίστης είναι αυτός ο Θεός. Τα λείψανα αυτών τα συνέλεξαν πιστοί Χριστιανοί και τα μετέφεραν στη Βασιλεύουσα.


Ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων του Οσίου Αρσενίου του νέου, εν Πάρω
Ο Όσιος Αρσένιος γεννήθηκε στα Ιωάννινα στις 31 Ιανουαρίου του έτους 1800 μ.Χ. και ονομαζόταν Αθανάσιος. Από μικρή ηλικία έμεινε ορφανός και σε ηλικία εννέα ετών μετέβη στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας, όπου σπούδασε στην ονομαστική σχολή της πόλεως έχοντας ως σχολάρχη τον περίφημο διδάσκαλο ιερομόναχο Γρηγόριο Σαράφη. Κατά τα τελευταία έτη της φοιτήσεώς του συνδέθηκε με τον πνευματικό Γέροντα Δανιήλ από τη Ζαγορά του Πηλίου, έναν από τους ονομαστούς πνευματικούς της εποχής εκείνης και έγινε υποτακτικός του.

Το έτος 1815 μ.Χ. ο Άγιος αναχώρησε για το Άγιον Όρος με τον Γέροντα Δανιήλ και εκεί εκάρη μοναχός. Αργότερα χειροτονήθηκε Διάκονος παρά τις αντιδράσεις του, καθώς δεν θεωρούσε τον εαυτό του άξιο και μετά από εξαετή παραμονή στο Άγιον Όρος ήλθε και πάλι με τον Γέροντά του, στη μονή Πεντέλης στην Αθήνα. Στη συνέχεια μετέβησαν στις Κυκλάδες, όπου ο Όσιος χειροτονήθηκε το 1817 μ.Χ. Πρεσβύτερος.

Ο Όσιος Αρσένιος έδρασε κυρίως στην Πάρο και τη Φολέγανδρο, όπου δίδαξε από το 1829 μ.Χ. μέχρι το 1840 μ.Χ.

Μετά την κοίμηση του Γέροντά του Δανιήλ, ο Όσιος ασκήτεψε στη μονή Λογγοβάρδας της Πάρου. Κοιμόταν και έτρωγε ελάχιστα και συνεχώς αγρυπνούσε, προσευχόμενος για τα πνευματικά του τέκνα και τη σωτηρία του κόσμου. Βασική του τροφή ήταν η ανάγνωση των θείων Γραφών και των συγγραμμάτων των Αγίων Πατέρων. Γι’ αυτό και ο Όσιος θεωρούσε τη μικρή του βιβλιοθήκη ως κήπο τερπνότατο και ωραιότατο με αγλαόκαρπα δένδρα, πλήρη από εύχυμους καρπούς.

Ο Όσιος αγαπούσε τους πάντες χωρίς διακρίσεις. Περισσότερο όμως αγαπούσε τους ασθενείς, τους οποίους διακονούσε με μεγάλη προθυμία.

Όταν το 1861 μ.Χ., κοιμήθηκε ο ηγούμενος της μονής, ευσεβής ιερομόναχος Ηλίας, οι πατέρες εξέλεξαν ηγούμενο και προϊστάμενό τους τον Όσιο Αρσένιο, ο οποίος τους ποίμανε με θεοφιλή και θεάρεστο τρόπο. Λίγα χρόνια αργότερα παραιτήθηκε, για να ασχοληθεί απερίσπαστα με το έργο της ιεράς εξομολογήσεως.

Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη στις 31 Ιανουαρίου του έτους 1877 μ.Χ. Η ανακομιδή των λειψάνων του έγινε το έτος 1938 μ.Χ. και εορτάζεται στις 18 Αυγούστου. Τα ιερά λείψανά του φυλάσσονται με ευλάβεια στη Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Πάρου.


Όσιοι Αγάπιος και Πορφύριος οι Κολλυβάδες οι ασκητές
Οι ιδρυτές του απόκρημνου Ασκηταριού στα άκρα του Μέσα Βουνού, ανάμεσα από τους όρμους Περίσσιας και Καμαρίου Θήρας, είναι οι όσιοι κολλυβάδες Αγάπιος και Πορφύριος.

Το 1822 μ.Χ. έφτασε στην Σαντορίνη ο ρακένδυτος μοναχός από το Άγιο Όρος, όσιος Αγάπιος Μεταξάς, ο οποίος καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Κατέστη ευαγγελιστής του νησιού με το αγνό και άδολο κήρυγμά του. Αρχικά ασκήτευε σε ένα σπήλαιο στο Μονόλιθο. Το Ασκητήριο αμέσως μετετράπη σε πνευματική πηγή για τους διψώντες για αληθινό Λόγο και προσευχή. Στο μοναστήρι του Προφήτου Ηλία την εποχή αυτή εγκαταβίωνε ο ενάρετος ιερομόναχος Πορφύριος Μηνδρινός από τη Γωνιά της Θήρας, ο οποίος επιθυμούσε να ζήση ερημικά. Ως μοναδικό τόπο ησυχίας στο νησί σκέφτηκε το απόμερο και απόκρημνο μέρος πέρα της Αρχαίας Θήρας. Το λογισμό του αυτό εμπιστεύτηκε στον καθηγούμενο της Μονής του, Γεράσιμο Μαυρομμάτη, ο οποίος όμως αρνήθηκε να φύγει από τη Μονή λόγω της λειψανδρίας, που τη μάστιζε.

Η φήμη του οσίου Αγαπίου είχε φτάσει και στη Μονή του Προφήτου Ηλιού. Ήρθε η στιγμή που ο Πορφύριος τον συνάντησε και εν τέλει τον ακολούθησε. Οι δύο τους αργότερα κατέφυγαν στην κολλυβάδικη Μονή Προφήτου Ηλιού Ύδρας, όπου ο Πορφύριος έγινε μύστης του κολλυβαδικού πνεύματος. Από εκεί με την ευχή του Καθηγουμένου της Μονής επιστρέφουν στη Θήρα στο Ασκηταριό του Μονόλιθου.

Οι πιστοί κατέκλυζαν το μέρος για να αναπαυθούν πνευματικά. Αργότερα μεταφέρονται στη Γωνιά και τελούν τις ακολουθίες τους στο Ναό της Μεταμορφώσεως. Την εποχή αυτή άρχισαν να κατασκευάζουν το άβατο και κρημνώδες - πάνω από τον ορμίσκο «Κιόνι» - Ασκητήριό τους στα άκρα του Μέσα Βουνού. Στη Γωνιά το Ασκητήριο το διαμόρφωσαν μοναστική παλαίστρα για γυναίκες. Το έτος του 1844 μ.Χ. κοιμήθηκε ο όσιος Αγάπιος, ο οποίος αναπαύεται στο Ασκητήριο και ο λαός έδωσε εντολή στον αγιογράφο Μερκούριο Σιγάλα να κατασκευάσει δύο εικόνες του Οσίου. Τη μια την τοποθέτησαν στον τάφο του και την άλλη στο Ναό του Αγίου Νικολάου στην παραλία στό Καμάρι. Τρία χρόνια μετά την κοίμησή του τελέσθηκε η ανακομιδή του σκηνώματός του από τον αντιπρόσωπο της Μονής Προφήτου Ηλιού Ύδρας, γέροντα Κυπριανό Ντακουτρό, ο οποίος κατέφτασε στη Θήρα για αυτό το σκοπό. Μετέφερε τα λείψανα του Αγαπίου στη Μονή της μετανοίας του στην Ύδρα.

Μετά την κοίμηση του Αγαπίου δόθηκε εντολή στον Πορφύριο να εφημερεύει στον ιστορικό Ναό του Τιμίου Σταυρού στην Περίσσα Θήρας. Το 1845 μ.Χ. μετέβη στη Θήρα ο αρχιεπίσκοπος Κυκλάδων Δανιήλ, ο οποίος ήταν πολέμιος του αναγεννησιακού κολλυβαδικού κινήματος. Όταν πληροφορήθηκε για τον πνευματικό αγώνα των Κολλυβάδων και ιδιαίτερα ότι δεν προσκυνούσαν τις «νέες δυτικές θρησκευτικές αντιλήψεις» της ξενοκίνητης εξουσίας της βαυαροκρατίας, ζήτησε από τον ομολογητή Πορφύριο να αρνηθεί τον αγώνα του, αλλά εκείνος έμεινε ανυποχώρητος. Μετά από αυτή την άρνηση ο Δανιήλ υπέβαλε αναφορά στην αποδυναμωμένη και ελεγχόμενη από τα γρανάζια της κοσμικής εξουσίας, Ιερά Σύνοδο του Βασιλείου της Ελλάδος. Δικάστηκε ερήμην χωρίς απολογία και καταδικάστηκε σε εξορία στη Μονή Ευαγγελιστρίας της Σκιάθου, όπου και κοιμήθηκε στις 26 Μαρτίου 1852 μ.Χ.

Και οι δύο κολλυβάδες Όσιοι, Αγάπιος και Πορφύριος, τιμώνται μαζί στις 18 Αυγούστου.

 

Άγιοι Πένητες Μάρτυρες
Πένητες ἄνδρες πλοῦτον εὗρον ἀθρόον,
Τὸ σύντροφον δός, εἰς τὸ πῦρ λελοιπότες.

Οι Άγιοι Πένητες οι Μάρτυρες, θανατώθηκαν από τον Λικίνιο δια πυρός, επειδή κατέστρεψαν τα είδωλα του ναού. Το ναό αυτό έκτισαν οι Άγιοι Φλώρος και Λαύρος (βλέπε 18 Αυγούστου). Τα χρήματα όμως που τους έδωσε ο βασιλιάς αυτός για την ανέγερση του ναού, οι άγιοι τα έδωσαν στο πλήθος αυτό των φτωχών, οι όποιοι, κατόπιν, με προτροπή των Αγίων Φλώρου και Λούρου, κατέστρεψαν τα είδωλα του ναού και τον μετέτρεψαν, τρόπον τινά, σε χριστιανικό.

Άγιοι Έρμος, Σεραπίων και Πολύαινος
Eις τον Έρμον.
Ἕρμῳ βιαίως ἐν πέτραις συρομένῳ,
Ὑπῆρξε πέτρα προσφυγὴ λαγῷ πόλος.

Eις τον Σεραπίωνα.
Τὸν ἐκ πέτρας πάνδεινον ἑλκυσμὸν φέρει,
Καὶ Σεραπίων, ὁ πλέον στερρὸς πέτρας.

Eις τον Πολύαινον.
Ὁ Πολύαινος αἷμα χεῖ συρεὶς πέτραις,
Ὑπὲρ Χριστοῦ, χέαντος ἐκ πέτρας ὕδωρ.

Οι Άγιοι Έρμος (ή Ερμής), Σεραπίων και Πολύαινος ήταν τέκνα της Ρώμης και διακρίνονταν για το ζήλο τους στη διάδοση της πίστης και εναντίον της πολεμικής των ειδωλολατρών. Καταγγέλθηκαν στις αρχές και έμειναν σταθεροί στην ομολογία της πίστης τους. Τότε, μια σειρά από άγρια βασανιστήρια τους περίμεναν. Στην αρχή τους έδειραν αλύπητα και έπειτα τους έριξαν σε μια φυλακή σκοτεινή και δυσώδη. Εκεί τους ταλαιπωρούσαν με πολλές στερήσεις και κακοπάθειες. Αλλά τίποτα δεν κατάφερε να τους κλονίσει. Τότε τους έβγαλαν από κει, και αφού τους έδεσαν σφιχτά με σχοινιά, τους έσυραν οι όχλοι σε ανώμαλο έδαφος, γεμάτο με πολλές και κοφτερές πέτρες. Έτσι οι σάρκες τους κομματιάστηκαν και τα κεφάλια τους γέμισαν από πληγές και αίματα. Οι ψυχές τους όμως ανέγγιχτες, πέταξαν στον Σωτήρα Χριστό για να αναπαυτούν αιώνια κοντά Του.

 

Αγία Ιουλιανή πλησίον του Στροβίλου
Ιουλιανήν ήραν εντεύθεν νόες,
Tω μαρτυρίου αίματι κοσμουμένην.

Δεν έχουμε λεπτομέρειες για τον βίο της Αγίας. Πιαθνώς να είναι η ίδια με αυτή της 21ης Δεκεμβρίου, που μαρτύρησε στη Νικομήδεια.

Άγιος Λέων
Λέων κατά θάλασσαν αθλήσας κάτω,
Θάλασσαν εύρεν αγαθών εν τω πόλω.

Ο Άγιος Λέων μαρτύρησε στα παράλια των Μύρων της Λυκίας. Πιθανώς να είναι ο ίδιος με αυτόν της 18ης Φεβρουαρίου.

Άγιοι Τέσσερις Όσιοι Ασκητές
Ἀδελφότης τέθνηκεν ἀνδρῶν τεσσάρων,
Τὰ κῶλα θέντες εἰς ἐρημίαν μίαν.

Οι Άγιοι Τέσσερις Όσιοι Ασκητές απεβίωσαν ειρηνικά. Δεν έχουμε περισσότερες λεπτομέρειες για τον βίο τους.

Άγιοι Γεώργιος και Ιωάννης Πατριάρχες Κωνσταντινούπολης
Eις τον Γεώργιον.
Ὁ Γεώργιος «Ὡς κελεύεις Χριστέ μου»,
Ἔφασκε θνῄσκων «ἔρχομαι κληθεὶς ἄνω».

Eις τον Iωάννην.
Σκυθρωπὰ τὰ πρόσωπα τῆς Ἐκκλησίας.
Στέρησιν οὐ φέροντα τὴν Ἰωάννου.

Ο Πατριάρχης Ιωάννης ο Ε' διαδέχτηκε τον Θωμά Β' το έτος 668 μ.Χ. και πατριάρχευσε μέχρι το 674 μ.Χ. Προηγούμενα, πρεσβύτερος της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης, είχε υπηρετήσει σαν πρωτέκδικος και χαρτοφύλακας του Πατριαρχείου και σκευοφύλακας της αγίας Σοφίας. Διακρίθηκε για το ορθόδοξο φρόνημα του και ποίμανε την εκκλησία ειρηνικά επί Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου. Υπήρξε φιλάνθρωπος, αφιλοχρήματος, ζούσε με μεγάλη μάλιστα απλότητα και πάντα έλεγε, ότι κανένα άλλο δεν τιμά τον κληρικό και μάλιστα τον Ιεράρχη, όσο η απλότητα της ζωής του και η διάθεση των εισοδημάτων του για τους πεινασμένους και γυμνούς.

Ο δε Πατριάρχης Γεώργιος ο Α' πατριάρχευσε από το 678 μ.Χ. μέχρι το 683 μ.Χ. Προηγούμενα είχε κάνει Σύγκελος του Πατριαρχείου και σκευοφύλακας της Αγίας Σοφίας. Επί Γεωργίου Α' συγκροτήθηκε στην Κωνσταντινούπολη η έκτη Οικουμενική Σύνοδος, που αναθεμάτισε τους αιρετικούς μονοθελητές. Για τον χαρακτήρα του Πατριάρχη αυτού γράφτηκε ότι ήταν «Νομεὺς ἀγαθὸς τοῦ Θεοῦ νόμων φύλαξ».

Όσιοι Βαρνάβας, Σωφρόνιος και Χριστόφορος
Εις τον Σωφρόνιον και Βαρνάβαν
Τὴν γῆν λιπόντες, ἐν τάχει πρὸς τὸν Πόλον,
ἔβητε Σωφρόνιε, σύ τε Βαρνάβα.
Βαρνάβας, δεκάτῃ ὀγδόῃ θάνε Σωφρόνιός τε.

Εις τον Χριστόφορον
Χριστοῦ ὁ Μύστης ἐν μοναῖς ἀκηράτοις,
Χαίρων ἀνῆλθε, τῶν πόνων λαβεῖν γέρα.

Δεν έχουμε σαφή βιογραφικά τους στοιχεία. Μόνο από το «Νέον Λειμωνάριον» μαθαίνουμε ότι απεβίωσαν ειρηνικά κατά το έτος 412 μ.Χ.

Απ' αυτούς ο Βαρνάβας ήταν ιδρυτής της Μονής Σουμελά, ο Σωφρόνιος ήταν ανεψιός του, και οι δύο ήταν στην καταγωγή Αθηναίοι. Ο δε Χριστόφορος καταγόταν από την Τραπεζούντα και υπήρξε νέος Ιδρυτής της Μονής Σουμελά, μετά την ερήμωση της.

Όσιος Σωφρόνιος ο Αγιορείτης
Ο Όσιος Σωφρόνιος ο Αγιορείτης γεννήθηκε στην Ήπειρο από γονείς ευσεβείς το 18ο αιώνα μ.Χ. Από μικρός διακρινόταν για την σεμνή ζωή του και τον σεβασμό του στα θεία.

Όταν ήλθε σε ηλικία γάμου, οι γονείς του τον πάντρεψαν παρά τη θέληση του με μια σεμνή γυναίκα. Αλλά τη νύχτα του γάμου, έφυγε στο Άγιον Όρος.

Εκεί, στη σκήτη της Αγίας Άννας δοκιμάστηκε και εκάρη μοναχός. Αργότερα χειροτονήθηκε Ιερέας και έφτασε σε μεγάλα ύψη αγιότητας. Η ζωή του υπήρξε ενάρετη και αγγελική. Η πνευματική του τελειότητα ήταν παράδειγμα όχι μόνο στους αδελφούς της Σκήτης της Αγίας Άννας, αλλά και σ' όλο το Άγιον Όρος. Έτσι οσιακά αφού έζησε, απεβίωσε ειρηνικά.

Άγιος Κωνσταντίνος εκ Καππούας
Στα ζοφερά χρόνια της τουρκοκρατίας, όπως είναι γνωστό από την ιστορία, μαρτύρησαν χιλιάδες χριστιανοί. Ένας λοιπόν, απ' αυτούς είναι και ο άγιος νεομάρτυς της θεσσαλικής Καππούας Κωνσταντίνος, ο οποίος προτού βαπτισθεί και ενταχθεί στους κόλπους της Εκκλησίας μας ήταν μουσουλμάνος γιος Τούρκου αξιωματούχου. Σε ηλικία είκοσι χρόνων μυήθηκε στα χριστιανικά δόγματα από κάποιον λόγιο μοναχό του μοναστηρίου της Καππούας «Άγιος Νικόλαος». Ο μοναχός αυτός όταν έκρινε ότι είχε εδραιωθεί η πίστη του τουρκόπουλου στο Χριστό, το βάφτισε στο μοναστήρι και από Σαΐμ, που ήταν το όνομά του, το μετονόμασε Κωνσταντίνο.

Η αντίδραση του Τούρκου αξιωματούχου, πατερά του νεοφώτιστου Κωνσταντίνου, υπήρξε κεραυνοβόλος και δυναμική. Θέλησε να τιμωρήσει με θάνατο τους τρεις μοναχούς του μοναστηρίου της Καππούας αλλά δεν το κατόρθωσε, γιατί αυτοί κατάφεραν να δραπετεύσουν και να καταφύγουν στα Μετέωρα, όπου ζήτησαν προστασία από τους εκεί μοναχούς. Η οργή του πατέρα κορυφώθηκε και πυρπόλησε το μοναστήρι. Εξοργισμένος από τη σθεναρή στάση και τη συμπεριφορά του γιου του διέταξε στρατιώτες της φρουράς του να τον ρίξουν στο μπουντρούμι και να μην τον βγάλουν από κει, αν δεν επανέλθει στην πατρώα του πίστη. Οι στρατιώτες έπραξαν συμφωνά με τις εντολές του πατέρα. Έριξαν τον Κωνσταντίνο στο σκοτεινό και μουχλιασμένο μπουντρούμι και πρωί - βράδυ τον ρωτούσαν αν είχε μετανιώσει για την αποστασία του. Ο Κωνσταντίνος, όμως, τους απαντούσε με γλυκύτητα και σταθερότητα: «Το Χριστό μου δεν θα τον αρνηθώ ποτέ ο, τι και να μου κάνετε· δεν φοβάμαι τίποτα· είναι δίπλα μου και με ενισχύει». Τα όρια της υπομονής του πατέρα εξαντλήθηκαν και οργισμένος έδωσε εντολή στους στρατιώτες να τον βασανίσουν σκληρότερα και αν δεν μεταπεισθεί και πάλι, να τον οδηγήσουν στην κρεμάλα. Άλλα και τα νέα σκληρότερα βασανιστήρια δε στάθηκαν ικανά να κάμψουν το φρόνημα και την πίστη του Κωνσταντίνου. Τότε οι στρατιώτες του ανακοίνωσαν την απόφαση του πατέρα του να τον απαγχονίσει, ως τελευταία και κορυφαία απειλή, αλλά και πάλι πήραν την αγέρωχη απάντηση: «Σας λέγω και πάλι· τίποτα δεν μπορεί να με χωρίσει από το Χριστό μου. Τον αγαπώ τόσο πολύ, που δε με νοιάζει αν δώσω για την αγάπη του και τη ζωή μου ακόμη».

Οι στρατιώτες σύμφωνα με τη διαταγή του πατέρα του, τον οδήγησαν έξω από την πόλη Καππούα, στο σημείο όπου είναι κτισμένο το σημερινό χωριό Καππά. Εδώ έριξαν σχοινί σ’ ένα χοντρό κλωνάρι του «μεγάλου πλατάνου» που υπήρχε στη θέση αυτή, πλησίον του κοινοτικού γραφείου της Καππάς και κρέμασαν τον Κωνσταντίνο. Όμως το θαύμα έγινε· το σχοινί κόπηκε τρεις φορές οπότε οι δήμιοι αναγκάστηκαν, υστέρα από διαταγή του παριστάμενου πατέρα του, να τον αποκεφαλίσουν. Η αγία ψυχή του νεαρού Κωνσταντίνου πέταξε κοντά στην αιώνια αγάπη του, το Χριστό. Το τιμημένο σκήνωμα του το έθαψαν οι χριστιανοί κοντά όταν τόπο του μαρτυρίου του, στην τοποθεσία «Τρία Δέντρα».

Ο Κωνσταντίνος μαρτύρησε στις 18 Αυγούστου 1610 μ.Χ.

Άγιος Ματθαίος ο Νεομάρτυς
Ξίφει Ματθαῖε ἀποτμηθεὶς τὴν κάραν
Χαίρων εἰσῆλθες τῶν Ἀθλητῶν εἰς μάνδραν.

Ὀγδοάτη δεκάτη Ματθαῖος ἐτμήθη κεφαλήν.

Ο Ματθαίος γεννήθηκε περί το 1670 μ.Χ. στο Γερακάρι Αμαρίου της Επισκοπής Λάμπης και Σφακίων. Η Κρήτη την εποχή εκείνη είχε υποδουλωθεί στους Τούρκους κατακτητές, οι οποίοι διώκαν και βασάνιζαν τους χριστιανούς. Ο πατέρας του Ματθαίου ήταν ιερέας, κι αυτό βοήθησε τον νεαρό Άγιο να ανατραφεί με τις χριστιανικές αξίες και αρετές.

Αυτό ήταν αιτία, και ο φθονερός διάβολος μίσησε τις αρετές του Ματθαίου και τον οδήγησε στην ασέβεια. Έτσι οι αλλόθρησκοι τον επιλέγουν να νυμφευθεί την Οθωμανή Αϊσέ για να ασπασθεί τον Μωαμεθανισμό.

Μετά από λίγο όμως χρόνο κατάλαβε το φοβερό του λάθος, μετανόησε βαθιά και ξαναγύρισε στην πίστη και στην Εκκλησία του, ως κρυπτοχριστιανός.

Επειδή όμως ο Ματθαίος δεν μπορούσε να κρύψει την πίστη του, και πρωί – βράδυ έκανε τον σταυρό του, αυτό ήταν αφορμή η Οθωμανίδα σύζυγός του να εξοργιστεί, και να καταγγείλει τον σύζυγό της στον τούρκο κριτή της πόλεως του Ρεθύμνου. Ο Τούρκος κριτής τότε τον κάλεσε να απολογηθεί ενώπιόν του.

Ο Άγιος στέκεται με παρρησία μπροστά στους βάρβαρους κριτές και ομολογεί ευθαρσώς την αγάπη του για τον Χριστό. Το Δικαστήριο αποφασίζει την θανατική του ποινή δι’ αποκεφαλισμού. Ο Άγιος εξεδήμησε προς Κύριον την 18η Αυγούστου του έτους 1697 μ.Χ. Η μέρα αυτή έκτοτε αποτελεί και την ημέρα μνήμης και τιμής του Αγίου Ματθαίου.

Το μαρτυρικό του σκήνωμα μετέφεραν στην γενέτειρά του το Γερακάρι, ευσεβείς χριστιανοί οι οποίοι το κήδευσαν με τιμές σε τόπο που μέχρι σήμερα ονομάζεται «του Μαθιού το μνήμα». Στον ίδιο χώρο ανηγέρθη ναός προς τιμήν του μάρτυρος.

Αποτελεί καύχημα για την Κρήτη ο Άγιος Ματθαίος ο οποίος αν και είχε αλλάξει πίστη, μεταμεληθείς επανήλθε στην ορθόδοξη πίστη. Στην Ορθοδοξία μας και στην Κρήτη μας θα γίνει ο Άγιος της συμπάθειας και της αγάπης του λαού μας, πράγμα που καλλιεργείται και σμιλεύεται ήδη στις καρδιές και ψυχές των Γερακαριανών.

Άγιος Αγάπιος ο εκ Γαλατίστης o Ιερομάρτυς
Ο Άγιος Ιερομάρτυς Αγάπιος ο εκ Γαλατίστης γεννήθηκε στην κωμόπολη Γαλάτιστα της Χαλκιδικής περί το 1710 μ.Χ. Η Γαλάτιστα την εποχή εκείνη ήταν έδρα επισκοπής. Στην πατρίδα του έλαβε την εγκύκλια μόρφωση. Την περίοδο αυτή στη Γαλάτιστα, όπως και σε άλλα μέρη της Χαλκιδικής, «έχουσι σχολεία αρκετά καλά κατηρτισμένα και προσωπικόν διδασκάλων εις την διδασκαλίαν αυτών». Αξίζει να αναφερθεί πως από την Γαλάτιστα την ίδια εποχή ήταν οι σπουδαίοι συγγενείς αγιογράφοι λεγόμενοι Γαλατσάνοι, οι οποίοι αγιογράφησαν πολλές εικόνες και τοιχογραφίες στό Άγιον Όρος, και πολλά έργα τους σώζονται στη μονή Βατοπαιδίου.

Νέος μεταβαίνει για προσκύνηση των Αγίων Τόπων στα Ιεροσόλυμα, όπου παραμένει, κείρεται μοναχός και γίνεται μέλος της Αγιοταφικής Αδελφότητος. Από τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Παρθένιο (1737 - 1766 μ.Χ.), χειροτονείται ιερεύς του Παναγίου Τάφου.

Κατόπιν αποστέλλεται οικονόμος του μετοχίου του Παναγίου Τάφου στη Θεσσαλονίκη, που ήταν ο ναός της Νέας Παναγίας κοντά στον Λευκό Πύργο, όπου υπάρχει και σήμερα. Κατά την εκεί παραμονή του δίδασκε στην Αστική Σχολή Θεσσαλονίκης.

Το 1743 μ.Χ. ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Παρθένιος έστειλε τον αρχιμανδρίτη Αγάπιο στη Μόσχα για συλλογή εράνων προς εξόφληση του μεγάλου χρέους του Παναγίου Τάφου προς τους δανειστές του Πατριαρχείου. Ο Αγάπιος λόγω πολλών και διαφόρων προβλημάτων παρέμεινε στη Ρωσία ως το 1747 μ.Χ. και επέστρεψε με ένα ικανό ποσό πρός εξόφληση του χρέους.

Όταν επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη συνέχισε το διδακτικό του έργο στην εκεί σχολή. Κατόπιν δίδαξε ως καθηγητής στην Αθωνιάδα Ακαδημία, κοντά στη μονή Βατοπαιδίου. Με υπόδειξη του σοφού διδασκάλου Ευγένιου Βούλγαρη ο Άγιος διορίστηκε από το σεπτό Οικουμενικό Πατριαρχείο Σχολάρχης της Αθωνιάδος: «Το ενδιαφέρον της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας ηυξήθη έτι περισσότερον εν τοις πρώτοις χρόνοις διά του διορισμού Εφορίας εν Κωνσταντινουπόλει και Άθωνι, επιτρόπων εν τη Ευρώπη και Σχολαρχών, ως τού Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου, του εναρέτου και σοφού Αρχιμ. Αγαπίου Αγιοταφίτου του και μαρτυρικώς τελειωθέντος κατά την 18ην Αυγούστου τού 1752 εν τη Θέρμη της Θεσσαλονίκης και εν συνεχεία του θαυμασίου και σοφωτάτου Ιεροδιακόνου Ευγενίου τού Βουλγάρεως».

Ο πολύς Ευγένιος Βούλγαρης σε επιστολή του της 10 Απριλίου 1752 μ.Χ. από τα Ιωάννινα προς τον Αγάπιο τον συγχαίρει για την ανάληψη των καθηκόντων του στην Αθωνιάδα. Την επιστολή αυτή είχε στο αρχείο του ο λόγιος επίσκοπος Καμπανίας Θεόφιλος (1749 - 1795 μ.Χ.), που υπήρξε μαθητής του Βούλγαρη στα Ιωάννινα. Από τα Ιωάννινα ήταν ο Θεόφιλος, και έδρα της επισκοπής του ήταν η Κουλακιά Θεσσαλονίκης, όπου σημειώνει ο ίδιος: « Η επιστολή αύτη επέμφθη τω σοφωτάτω αρχιμανδρίτη τού Παναγίου Τάφου Κυρίω Αγαπίω, ον περ απέκτειναν έξω της Θεσσαλονίκης, κακοποιοί φονείς Γενίτζαροι, επανακάμπτοντα από Γαλατίστης της πατρίδος αυτού κατά τδ ,αψνβ΄ Αυγούστου ιη΄! Φεύ τω δυστυχεί γένει ημών διά την στέρησιν τοιούτου σοφωτάτου ανδρός. Όντως τα κρίματα τού Θεού άβυσσος πολλή».

Στις 18 Αυγούστου 1752 μ.Χ. ο ενάρετος και σοφός «Αρχιμανδρίτης τού Παναγίου Τάφου, ο Μεγάλος Διδάσκαλος τού Γένους, ο σοφώτατος Σχολάρχης της Αθωνιάδος Αγάπιος ο Αγιοταφίτης φονεύεται μαρτυρικώς έξω από την Θεσσαλονίκη, πλησίον της Θέρμης, από κακοποιούς Γενιτσάρους καθώς ερχόταν από την Γαλάτιστα προς την Θεσσαλονίκην».

Γνωρίζουμε ότι την εποχή αυτή το στράτευμα των βίαιων Γενιτσάρων στην περιοχή αυτή προέβαινε σε λεηλασίες, αρπαγές και αιματοχυσίες σε βάρος του Ορθοδόξου λαού. Μας είναι άγνωστο τι συνέβη κατά τη σύλληψη και το μαρτύριο του Αγαπίου. Όπως επίσης δεν γνωρίζουμε που ενταφιάσθηκε και τι απέγιναν τα τίμια λείψανα του.

Η πρώτη εκδήλωση πρός τιμή τού αγίου Αγαπίου έγινε το 1977 μ.Χ. στη γενέτειρα του από τον σεβασμιώτατο μητροπολίτη Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου κ.κ. Νικόδημο, με ενέργειες του πρωτοσυγκέλλου αυτής αρχιμ. Χρυσοστόμου Μαϊδώνη. Η εικόνα του Αγίου αγιογραφήθηκε από τον Αγιορείτη ιερομόναχο Βενέδικτο Νεοσκητιώτη το 1997 μ.Χ. και τοποθετήθηκε στον ιερό ναό Παναγίας Γαλάτιστας. Ανεγείρεται ναός πρός τιμή του στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Την ιερά ακολουθία του συνέθεσε ο υμνογράφος Χαραλάμπης Μπούσιας.

Η μνήμη του είναι άγνωστη στους συναξαριστές. Τιμάται στις 18 Αυγούστου.

saint.gr





nissan-tsioris-qashqai.png


 

Πρωτοσέλιδα