1 Ιουνίου -Αγίων Τριακοσίων δέκα οκτώ (318) Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου, Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος, Άγιος Θεσπέσιος, Ανάμνηση της απαλλαγής της νήσου Λευκάδας από την αρρώστια πανώλη, το έτος 1743, Άγιοι Ιούστος, Ιουστίνος, Χαρίτων, Χαρίτω η παρθένος, Ευέλπιστος, Ιέραξ, Παίων και Λιβεριανός, Διήγηση ωφέλιμη κάποιου γεωργού Μετρίου ονομαζόμενου, Άγιος Νέων, Όσιος Πύρρος ο Επίσκοπος ο Παρθένος, Άγιος Φίρμος, Άγιος Γεράσιμος, Άγιοι Δέκα Χιλιάδες Μάρτυρες, Όσιος Διονύσιος του Γλουσέτσκ ο Θαυματουργός, Όσιος Αγαπητός ο εν τω σπηλαίω ο Ανάργυρος και Ιαματικός ο εκ Ρωσσίας, Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, Άγιος Ουϊστάν, Όσιος Καρπάσιος, Άγιοι Φελινός και Γρατινιανός οι Μάρτυρες, Άγιοι Ρεβεριανός και Παύλος και οι συν αυτοίς, Άγιος Κρεσκεντιανός ο μάρτυρας, Άγιος Πρόκλος ο μάρτυρας, Άγιος Σεκούνδος ο Μάρτυρας, Όσιος Ρουαδανός της Κορνουάλης, Άγιος Φορτουνάτος, Άγιος Σίος ο οσιομάρτυρας ο εκ Γεωργίας, Άγιοι Δαβίδ, Γαβριήλ και Παύλος οι εκ Γεωργίας και Άγιος Ισχυρίων ο μάρτυρας και οι συν αυτώ, Άγιοι Βασίλειος, Παύλος, Σέργιος, Νικόλαος, Λέοντας, Πέτρος, οι πρεσβύτεροι, Ιγνάντιος ο μοναχός, Ιωάννα οι μάρτυρες και οι συν αυτοίς μαρτυρήσαντες εν Πολωνία και Άγιος Αγάθαρχος Επίσκοπος Λευκάδας και οι Άγιοι Πέντε Θεοφόροι Πατέρες
Αγίων Τριακοσίων δέκα οκτώ (318) Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου
Πόλου νοητοῦ ἀστέρες σελασφόροι,
ἀκτῖσιν ὑμῶν φωτίσαιτέ μοι φρένας.
Ξένον τὸν Υἰὸν Πατρὸς οὐσίας λέγων,
Ἄρειος, ἤτω τῆς Θεοῦ δόξης ξένος.
Η έκτη κατά σειρά Κυριακή μετά το Άγιο Πάσχα είναι αφιερωμένη από την Εκκλησία μας στην μνήμη των 318 Αγίων Πατέρων, οι οποίοι έλαβαν μέρος στην Α' Οικουμενική Σύνοδο που συνήλθε στην Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ. Η σύνοδος συνήλθε κατά πρόσκληση του Μέγα Κωνσταντίνου κατά το εικοστό έτος της βασιλείας του και είχε διάρκεια 3,5 χρόνια. Διακριθείσες μορφές της συνόδου ήταν ο Αλέξανδρος ο Κωνσταντινουπόλεως, ο Αλέξανδρος ο Αλεξανδρείας, ο Μέγας Αθανάσιος, ο Ευστάθιος ο Αντιοχείας, ο Μακάριος ο Ιεροσολύμων, ο Παφνούτιος, ο Σπυρίδων, ο Νικόλαος, κ.α.
Η Α' Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε τον Άρειο και τον Αρειανισμό. Διατύπωσε τους πρώτους όρους ορθού Χριστιανικού δόγματος και ιδιαίτερα τα περί του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, τον Ιησού Χριστό, ως ομοούσιον τω Θεώ Πατρί. Συνέταξε τα πρώτα επτά άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως.
Συνοπτική παράθεση των ιερών Κανόνων
Κανών Α': Καταδικάζει τη συνήθεια του οικοιοθελούς ευνουχισμού και απαγορεύει τη χειροτονία ευνουχισμένων, πλην όσων για ιατρικούς λόγους ή λόγω βασανιστηρίων εξετμήθησαν.
Κανών Β': Απαγορεύει τη χειροτονία ως κληρικών στα νέα μέλη (νεόφυτοι) της εκκλησίας.
Κανών Γ': Καταδικάζει την συνήθεια των κληρικών όλων των βαθμών να συζούν με νεαρές γυναίκες τις οποίες δεν είχαν παντρευτεί (συνείσακτοι).
Κανών Δ' - Ε': Εισάγεται το «μητροπολιτικό σύστημα», το οποίο ίσχυε στην οργάνωση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, και καθορίζουν την αρμοδιότητα της επαρχιακής συνόδου στη χειροτονία των επισκόπων.
Κανών ΣΤ': Αναγνωρίζει κατ' εξαίρεση το αρχαίο έθος της συγκεντρωτικής δικαιοδοσίας του επισκόπου της Αλεξάνδρειας στις εκκλησίες της Αιγύπτου, Λιβύης και Πεντάπολης —όπως συνέβαινε και με την εκκλησία της Ρώμης—, ενώ εξαιρεί τη Ρώμη και την Αντιόχεια από το γενικό μέτρο του μητροπολιτικού συστήματος.
Κανών Ζ': Ορίζεται ότι ο επίσκοπος Αιλίας (δηλ. Ιερουσαλήμ) να είναι ο επόμενος στη σειρά απόδοση τιμών.
Κανών Η': Ορίζει τον τρόπο επιστροφής στην εκκλησία της Αιγύπτου των λεγόμενων «Καθαρών» (Μελιτιανό σχίσμα).
Κανών Θ': Αναφέρεται στην συνήθη περίπτωση χειροτονίας πρεσβυτέρων των οποίων δεν εξετάστηκαν τα προσόντα ή οι οποίοι δεν παραμένουν άμεμπτοι.
Κανών Ι': Καταδικάζει τη χειροτονία πεπτωκότων.
Κανών ΙΑ' - ΙΒ': Καθορίζεται η μετάνοια των πεπτωκότων, με αυστηρότερα κριτήρια.
Κανών ΙΓ': Δέχεται ότι είναι δυνατόν να παρασχεθεί Θεία Ευχαριστία επί της επιθανατίου κλίνης.
Κανών ΙΔ': Ορίζεται η μετάνοια των πεπτωκότων κατηχουμένων.
Κανών ΙΕ' - ΙΣΤ': Καταδικάζεται η επιδίωξη κληρικών για μετάθεση σε άλλες εκκλησίες.
Κανών ΙΖ': Καταδικάζει την πλεονεξία και αισχροκέρδεια των κληρικών που προέρχεται από τον έντοκο δανεισμό.
Κανών ΙΗ': Απαγορεύει στους διακόνους να μεταδίδουν και να αγγίζουν τη Θεία Ευχαριστία πριν από τους πρεσβυτέρους, και δεν επιτρέπεται το να κάθονται μεταξύ των πρεσβυτέρων.
Κανών Κ': Απαγορεύει τη γονυκλισία στη Θεία Λειτουργία της Κυριακής και την ημέρα της Πεντηκοστής.
Επισπρόσθετα καθορίστηκε η κοινή ημέρα εορτασμού του Πάσχα.
Τα συμπεράσματα τις συνόδου υπογράφηκαν από περισσότερους από 318 και ο αριθμός αυτός επικράτησε για συμβολικούς λόγους. Οι επίσκοποι που ήταν παρόντες στη σύνοδο συνοδεύονταν από κατώτερους κληρικούς των οποίων ο συνολικός αριθμός ανερχόταν στο τριπλάσιο ή τετραπλάσιο των επισκόπων.
Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος
Ἰουστῖνον κώνειον ἦρεν ἐκ βίου,
Ὡς εἴθε πρῶτον τοὺς πιεῖν δεδωκότας.
Πρώτῃ Ἰουνίου Ἰουστῖνε ἐλλεβορίζῃ.
Ο Άγιος Ιουστίνος γεννήθηκε στη Φλαβία Νεάπολη της Παλαιστίνης το 100 μ.X. αι. Οι γονείς του, Έλληνες ειδωλολάτρες (τον πατέρα του έλεγαν Πρίσκο Βάκχιο), φρόντισαν ώστε ο Ιουστίνος να λάβει εξαιρετική θεολογική αλλά και φιλοσοφική μόρφωση, η οποία ωστόσο δεν ήταν αρκετή για να δώσει απάντηση στα ερωτήματα που έθετε η ανήσυχη ψυχή του. Ο Θεός βλέποντας την αγνότητα και την ειλικρινή πρόθεση των αναζητήσεών του, ανταποκρίθηκε θαυμαστά. και κάποια ημέρα πού ο Ιουστίνος βάδιζε κοντά στη θάλασσα, συνάντησε ένα γέροντα, ο οποίος ήταν βαθύτατα καταρτισμένος στις αλήθειες των Θείων Γραφών, ο οποίος μετά το διάλογο δίδαξε στον Άγιο τη χριστιανική διδασκαλία. Όταν αυτοκράτορας ήταν ο Αντωνίνος Πίος, ο Ιουστίνος μετέβη στη Ρώμη, όπου παρέδωσε στον αυτοκράτορα απολογία, στην οποία εξέθετε τις βασικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού και αναιρούσε όλες τις εναντίον των χριστιανών κατηγορίες και αποδείκνυε την πλάνη των ειδώλων, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα από την Αγία Γραφή. Δια την ενέργειά του αυτή, εκλήθη και Απολογητής. Η χριστομίμητη όμως δράση του Ιουστίνου, ο οποίος δεν έπαυε να κηρύττει το λόγο του Θεού και να συγγράφει έργα απολογητικού και ποιμαντικού χαρακτήρα προκάλεσε τη μήνι των ειδωλολατρών. Για το λόγο αυτό ο μέγας φιλόσοφος και ευσεβής χριστιανός συνελήφθη και αφού υπέστη διάφορα βασανιστήρια, αποκεφαλίστηκε το 165 μ.X. αναδεικνυόμενος όχι μόνο απολογητής της ορθόδοξης πίστης αλλά και αθλοφόρος μάρτυρας.
Άγιος Θεσπέσιος
Tωόντι Θεσπέσιος εκ των πραγμάτων,
Mάρτυς δέδειξαι Θεσπέσιε τω ξίφει.
Ο Άγιος Θεσπέσιος έζησε στα χρόνια του βασιλιά Αλεξάνδρου Σεβήρου, το έτος 222, και καταγόταν από την Καππαδοκία. Επειδή ομολογούσε τον Χριστό συνελήφθη από τον άρχοντα της Καππαδοκίας Σιμπλίκιο και οδηγήθηκε στο ναό των ειδώλων για να θυσιάσει σ' αυτά. Ο Θεσπέσιος όχι μόνο δεν θυσίασε, αλλά ενέπαιξε τα είδωλα, με αποτέλεσμα να τον κρεμάσουν και να ξεσχίσουν τις σάρκες του. Έπειτα τον έβαλαν μέσα σ' ένα καζάνι με βραστό νερό, αλλά ο Θεσπέσιος με τη χάρη του Θεού έμεινε αβλαβής. Στη συνέχεια τον έφεραν και πάλι στο ναό των ειδώλων, για να προσφέρει σ' αυτά θυσία, αλλά όταν πλησίασε τον βωμό τον γκρέμισε. Οπότε αμέσως τον έβαλαν μέσα σ' ένα καζάνι με βραστό λάδι, πίσσα και λίπος, και αφού έμεινε μέσα σ' αυτό δύο μέρες βγήκε αβλαβής, χωρίς να έχει κανένα έγκαυμα στο σώμα του. Τότε πολλοί Έλληνες ελκύστηκαν στην πίστη του Χριστού. Τέλος, τον έβγαλαν έξω από την πόλη και τον αποκεφάλισαν, και έτσι ανέβηκε η μακάρια ψυχή του στεφανηφόρος στα ουράνια.
Ανάμνηση της απαλλαγής της νήσου Λευκάδας από την αρρώστια πανώλη, το έτος 1743
Το νησί της Λευκάδος περί τα μέσα του 18ου αιώνος μ.Χ. πέρασε μια μεγάλη δοκιμασία από το λοιμό της πανώλης. Με βάση διάφορα στοιχεία 1.800 κάτοικοι αφανίσθηκαν από την «πανούκλα». Επίσης Ενετική φρουρά αποδεκατίσθηκε. Το ίδιο και ολόκληροι οικισμοί, όπως τα Κολυβάτα του ορεινού χωριού Αλέξανδρος. Τον Αύγουστο του 1743 μ.Χ., ο ιερομόναχος Ματθαίος μετέφερε στη Λευκάδα από την ιερά μονή Δουσίκου, κοντά στα Τρίκαλα, την τιμία κάρα του Αγίου Βησσαρίωνος, Αρχιεπισκόπου Λαρίσης (βλέπε 15 Σεπτεμβρίου). Με τη βοήθεια του Αγίου οι Λευκαδίτες σώθηκαν από τη φοβερή ασθένεια. Ανήγειραν μάλιστα ναό προς τιμήν του στο χώρο όπου είχε στηθεί προηγουμένως το λοιμοκαθαρτήριο και τον παρεχώρησαν ως μετόχι στη μονή Δουσίκου. Η περιοχή εκείνη μέχρι σήμερα ονομάζεται «Αγία Κάρα».
Άγιοι Ιούστος, Ιουστίνος, Χαρίτων, Χαρίτω η παρθένος, Ευέλπιστος, Ιέραξ, Παίων και Λιβεριανός
Eις τον Iούστον και Iουστίνον.
Oύπω τεμείν Iούστον έφθη το ξίφος,
Kαι την κεφαλήν ην κλίνων Iουστίνος.
Eις τον Xαρίτωνα και Xαριτώ.
Θείος Xαρίτων και Xαριτώ παρθένος,
Tμηθέντες ευμοιρούσι θείων χαρίτων.
Eις τον Eυέλπιστον.
Eύελπις Eυέλπιστός εστιν εικότως,
Ως κλήρον έξει τον Θεόν τμηθείς κάραν.
Eις τον Iέρακα.
Oρμά προς άθλους Iέραξ ως ιέραξ,
Tμηθείς δε θηρά ψυχικήν σωτηρίαν.
Eις τον Παίωνα.
Παίων ο παίων δυσσεβή πίστιν λόγοις,
Xειρί ξιφήρει παίεται κατ’ αυχένος.
Eις τον Λιβεριανόν.
Δείξεις τι και συ τω Θεώ τμηθέν μέλος,
Mελών το κρείττον Λιβεριανέ κάραν.
Οι Άγιοι Ιούστος, Ιουστίνος, Χαρίτων, Χαρίτω η παρθένος, Ευέλπιστος, Ιέραξ, Παίων και Λιβεριανός (κατ' άλλους Βαλλεριανός) έλαβαν τα μαρτυρικά στεφάνια, μαζί με τον φιλόσοφο και απολογητή Ιουστίνο (βλέπε ίδια ημέρα)., στο διωγμό κατά των χριστιανών επί Μάρκου Αυρηλίου. Ανήκαν στην ανδρεία φάλαγγα των χριστιανών της Ρώμης, όπου μόνο το γνήσιο χριστιανικό θάρρος, μπορούσε να μη πτοείται από τη δύναμη της ειδωλολατρίας, που υποστηριζόταν από τα ανάκτορα και το στρατό. Αφού λοιπόν επανειλημμένα ομολόγησαν το Χριστό, καταδικάστηκαν να πεθάνουν με αποκεφαλισμό. Όλοι υπέστησαν το μαρτύριο αυτό ατάραχοι και χαρούμενοι, με την πεποίθηση ότι τους περίμεναν τα αθάνατα ουράνια αγαθά, που δίνονται από τον ουράνιο Πατέρα, σ' όλους όσους έζησαν με πίστη και αγάπη στη γη.
Διήγηση ωφέλιμη κάποιου γεωργού Μετρίου ονομαζόμενου
Bίος Mετρίου πάσι τοις χριστωνύμοις,
Στήλη πρόκειται αρετών τε και πίναξ.
Στη Γαλατία της Ασιατικής Παφλαγονίας ήταν κάποιος γεωργός, που ονομαζόταν Μέτριος. Αυτός λοιπόν έβλεπε τον γείτονα του που είχε γιους και τους προετοίμαζε για την Κωνσταντινούπολη, για να γίνουν αξιωματικοί και υπηρέτες του Βασιλιά. Τότε ο Μέτριος παρακάλεσε τον Θεό λέγοντας: «Κύριε, αν και εγώ είμαι άξιος δούλος σου, χάρισε μου ένα αρσενικό παιδί για να το έχω αποκούμπι στα γηρατειά μου».
Αφού προσευχήθηκε, στη συνέχεια πήγε στο πανηγύρι που γινόταν κάθε χρόνο στην Παφλαγονία. Στην επιστροφή, στάθηκε σε ένα δασάκι που είχε νερό, για να ποτίσει τα ζώα του. Εκεί λοιπόν βρήκε ένα πουγκί, που είχε μέσα 1500 φλουριά. Όπως ήταν σφραγισμένο, χωρίς να το ανοίξει, το πήρε και το πήγε στο σπίτι.
Την επόμενη χρονιά, ξαναπήγε στο πανηγύρι της Παφλαγονίας και όταν τελείωσε, ο Μέτριος πήγε και στάθηκε στο δασάκι που βρήκε τα φλουριά και παρατηρούσε τους διαβάτες. Τότε φάνηκε κάποιος, που κάτι έψαχνε και αναστέναζε βαριά. Ο γεωργός τον ρώτησε γιατί αναστενάζει τόσο και αυτός του απάντησε ότι πέρυσι είχε πολλά εμπορεύματα, τα όποια πούλησε στο πανηγύρι και είχε μαζέψει 1500 φλουριά, τα όποια έχασε σ' αυτό το δασάκι. Τότε ο γεωργός έβγαλε από το αμάξι του το πουγκί, που είχε βρει και του το έδειξε. Ο έμπορος όταν το είδε έπεσε από τη χαρά του κάτω αναίσθητος. Ο φτωχός γεωργός τον συνέφερε, αποσφράγισαν το πουγκί, μέτρησαν τα φλουριά και ήταν πράγματι 1500. Ο έμπορος τότε θέλησε να δώσει στον γεωργό τα 500, αλλά αυτός δεν δέχθηκε τίποτα. Έτσι αφού ευχαρίστησαν και οι δυο τον Θεό αποχωρίστηκαν.
Τη νύχτα εκείνη, όταν ο γεωργός έπεσε να κοιμηθεί, είδε στον ύπνο του άγγελο Κυρίου, που του είπε ότι θα κάνει παιδί αρσενικό, θα το ονομάσει Κωνσταντίνο και θα φέρει μεγάλη ευλογία στο σπίτι του. Έτσι και έγινε, μετά από ορισμένο χρόνο η γυναίκα του γεωργού γέννησε αγοράκι, το όποιο μεγάλωσε, μορφώθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ο βασιλιάς τον ανύψωσε σε Πατρίκιο. Έτσι έφερε πολλά αγαθά στην οικογένεια του και ο Θεός αντάμειψε μ' αυτό τον τρόπο τον γεωργό για την τίμια πράξη του.
Άγιος Νέων
Eρυθρόν ημίν η Γραφή πόντον λέγει,
Kαι γην ερυθράν εκτελεί τμηθείς Nέων.
O Άγιος Νέων μαρτύρησε δια ξίφους.
Όσιος Πύρρος ο Επίσκοπος ο Παρθένος
Έστησε Πύρρος πύργον αγνείας μέγαν,
Δι’ ου θεωρεί τον Θεόν χούν θεις κάτω.
Ο Όσιος Πύρρος απεβίωσε ειρηνικά.
Άγιος Φίρμος
Πολλάς ο Φίρμος υπομείνας βασάνους,
Πολλάς και εύρεν ανταμείψεις εν πόλω.
Ο Άγιος Φίρμος έζησε στα χρόνια του βασιλιά Μαξιμιανού. Το έτος 299 μ.Χ., συνελήφθη διότι ομολογούσε τον Χριστό και οδηγήθηκε στον Μάγο (ίσως το κύριο όνομα του ηγεμόνα), και επειδή δεν πείστηκε να θυσιάσει στα είδωλα, πρώτα τον γύμνωσαν και τον μαστίγωσαν με μαστίγια από νεύρα βοδιών, έπειτα τον κρέμασαν και ξέσχισαν τις σάρκες του και με ξυράφι έκοψαν τη ράχη του. Κατόπιν εξάρθρωσαν τα μέλη του και κατέσφαξαν με μαχαίρια την κοιλιά του, τα πόδια και τα χέρια του. Επειδή όμως ο Φίρμος παρέμεινε σταθερός στη χριστιανική του πίστη τον αποκεφάλισαν.
Άγιος Γεράσιμος
Η μνήμη του αναφέρεται στον υπ' αριθμ. 53 Κώδικα της Μονής Βλατέων. Καμία άλλη πληροφορία δεν έχουμε για τη ζωή του Αγίου αυτού.
Άγιοι Δέκα Χιλιάδες Μάρτυρες
Οι Άγιοι Δέκα Χιλιάδες Μάρτυρες, μαρτύρησαν στην Αντιόχεια επί αυτοκράτορα Δεκίου.
Η μνήμη των Αγίων δεν αναφέρεται στον Συναξαριστή του Αγίου Νικόδημου, αναγράφεται όμως σ' αυτόν του Delehaye και στον υπ' αριθ. 53 Κώδικα των Βλατέων.
Όσιος Διονύσιος του Γλουσέτσκ ο Θαυματουργός
Ο Όσιος Διονύσιος, κατά κόσμον Δημήτριος, γεννήθηκε, πιθανόν το 1362 μ.Χ., στα προάστια της πόλεως Βολογκντά της Ρωσίας. Από μικρή ηλικία αγαπούσε το μοναχικό βίο. Για το λόγο αυτό άφησε την πατρική οικία και εισήλθε, το 1386/87 μ.Χ., στη μονή Σπασοκαμένσκϊυ. Ηγούμενος ήταν ο Διονύσιος ο Έλλην, μετέπειτα Επίσκοπος Ροστώβ († 1425 μ.Χ.). Ο νεαρός Δημήτριος με δάκρυα στα μάτια παρακάλεσε τον γούμενο να τον κάνει μοναχό. Ο ηγούμενος Διονύσιος, βλέποντας τον ένθεο ζήλο του, προχώρησε στη μοναχική κουρά και του έδωσε το όνομα Διονύσιος, ενώ τον εμπιστεύθηκε στην πνευματική καθοδήγηση κάποιου εκ των αδελφών της μονής. Εκεί έζησε για εννέα χρόνια με υπακοή, νηστεία και αδιάλειπτη προσευχή, χωρίς να μειώσει ποτέ την άσκηση μέχρι το τέλος της ζωής του.
Η ταπεινοφροσύνη, η άσκηση στην αγάπη και η εργατικότητά του, έκαναν τον Όσιο Διονύσιο πολύ αγαπητό μεταξύ των μοναχών, που τον θεωρούσαν άνθρωπο με μεγάλο πνευματικό βάρος.
Από τη μονή έφυγε, μαζί με το μοναχό Παχώμιο, μετά από ευλογία του ηγουμένου, με προορισμό την ξεχασμένη κοινοβιακή μονή του Αγίου Λουκά αναζητώντας την ησυχία. Ο άγιος βίος και πνευματική σοφία του Οσίου Διονυσίου προσείλκυσαν πολύ κόσμο. Ο Όσιος συμπεριφερόταν προς όλους ως πραγματικός πατέρας. Κατείχε, επίσης, το χάρισμα του αγιογράφου, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως μαραγκός και σιδηρουργός για τις ανάγκες της μονής. Δεν περνούσε λεπτό χωρίς ασχολία και έτρωγε μόνο ελάχιστη τροφή, όταν εξαντλούσε όλες του τις δυνάμεις. Το 1396 μ.Χ., ο Όσιος Διονύσιος χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος από τον Αρχιεπίσκοπο του Ροστώβ Γρηγόριο (†1416 μ.Χ.).
Όμως ο μοναχός Παχώμιος δεν άντεξε τη σκληρή άσκηση και γι’ αυτό αναγκάσθηκε και ο Όσιος Διονύσιος να εγκαταλείψει το μέρος εκείνο μαζί του. Πήγε ανατολικά, στη λίμνη Κουμπενσκόε, 15 χιλιόμετρα από την όχθη του ποταμού Γκλουσίκα. Εγκαταστάθηκε σε ένα απομακρυσμένο μέρος το οποίο περιέβαλαν δένδρα. Στον τόπο αυτό ύψωσε το σταυρό που μετέφερε από τον Άγιο Λουκά και αφού κατασκεύασε ένα κελί, ξεκίνησε απομονωμένος τη σκληρή ζωή του ερημίτη. Μετά τον ερχομό ενός στάρετς και μερικών άλλων αδελφών, οι οποίοι επιθυμούσαν να μείνουν μαζί του, περί το 1400 μ.Χ., δημιούργησε μία μικρή μοναχική αδελφότητα. Καλλιεργήθηκε έτσι σκέψη να κτιστεί ένα μοναστήρι. Με τη βοήθεια του πρίγκιπα της περιοχής, ο οποίος ήταν ο πατέρας του πρίγκιπα Ιωάσαφ, που έγινε και αυτός μοναχός, στάλθηκαν εργάτες και ξεκίνησε η οικοδόμηση του μοναστηριού. Το 1402 μ.Χ., ο Όσιος Διονύσιος πήγε στο Ροστώβ προκειμένου να πάρει την άδεια του Επισκόπου Γρηγορίου για την ανέγερση της νέας μονής. Ο Επίσκοπος συμβούλευσε τον Όσιο να ιδρύσει κοινόβια μονή, για να μην έχουν προσωπική περιουσία οι μοναχοί και να ζουν με κοινοκτημοσύνη κατά το πρότυπο των Αποστόλων. Το 1403 μ.Χ., τελείωσε ο ξύλινος ναός του μοναστηριού, ο οποίος ήταν αφιερωμένος στην Κυρία Θεοτόκο.
Την εποχή εκείνη οι πατέρες της μονής ήταν περί τους 15 και μόναζαν σύμφωνα με τους αυστηρούς κοινοβιακούς κανόνες του Αγίου Όρους. Καθώς αυξανόταν σταδιακά ο αριθμός των αδελφών της μονής, το 1412 μ.Χ., κτίστηκε μια καινούργια εκκλησία, και αυτή αφιερωμένη στην Παναγία.
Η αγάπη για την ερημική ζωή ήταν ριζωμένη στην καρδία του Οσίου Διονυσίου και τον προκαλούσε να εγκατασταθεί σε ένα απομακρυσμένο και κρυφό τόπο. Έτσι αποφάσισε να μεταβεί 4 χιλιόμετρα μακριά από τη μονή στις όχθες του ποταμού Γλουσίκα, περιοχή που αργότερα ονομάστηκε Σονσοβέτς. Εκεί διέμενε σε άγνοια των μοναχών, προσευχόμενος και νηστεύοντας αυστηρά. Μετά από μεγάλες πιέσεις των άλλων μοναχών ο Όσιος Διονύσιος επέστρεψε στο μοναστήρι, αλλά αποφάσισε να κτίσει μικρά ασκηταριά στην περιοχή του Σονσοβέτς για τους μοναχούς εκείνους που επιθυμούσαν να αποσυρθούν στην έρημο. Το 1419 μ.Χ., πήγε εκ νέου στο Ροστώβ προκειμένου να πάρει την ευλογία του Επισκόπου για το νέο μοναστήρι. Ο Επίσκοπος, αφού του έδωσε την ευλογία του, του προσέφερε μία εικόνα της Παναγίας της Βρεφοκρατούσας και διάφορα άλλα σκεύη για το ναό. Έτσι στο Σονσοβέτς κτίστηκε, το 1420 μ.Χ., μια εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Για την ανέγερση του μοναστηριού, ο Όσιος Διονύσιος κατάφερε να εξασφαλίσει την οικονομική βοήθεια του πρίγκιπα Γεωργίου, του οποίου διασώζονται τρείς επιστολές περί των δωρεών του. Περί το 1422 μ.Χ., ο Όσιος Διονύσιος εγκατέλειψε το μοναστήρι του Γλουσίκα και την ηγουμενία, για να ζήσει ακόμη πιο ασκητικά με μερικούς μοναχούς στο Σονσοβέτς.
Η αγάπη προς τους πτωχούς και ελεημοσύνη ήταν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της πνευματικότητας του Οσίου Διονυσίου. Σε περιόδους πείνας πολλοί ήταν εκείνοι που κατέφευγαν στο μοναστήρι, για να πάρουν λίγο ψωμί και ό,τι άλλο μπορούσε να τους διαθέσει. Διέθετε ακόμη και το δικό του φαγητό στους ενδεείς. Οι αδελφοί της μονής κάποιες φορές δεν κατανοούσαν αυτή τη γενναιοδωρία του Οσίου Διονυσίου, οποία κάποιες φορές απειλούσε να εξαντλήσει ακόμη και τις λιγοστές προμήθειες της μονής.
Στη βιογραφία του Οσίου Διονυσίου καταγράφεται το παρακάτω περιστατικό: «Ένας νέος μεταμφιέσθηκε σε ζητιάνο με την καθοδήγηση των μοναχών. Αυτός πήγε στην πόρτα του μοναστηριού και ζήτησε βοήθεια από τον Όσιο Διονύσιο. Εκείνος του έδωσε χρήματα, αλλά το ίδιο βράδυ οι μοναχοί απεκάλυψαν στον Όσιο τι είχαν κάνει δίδοντάς του πίσω τα χρήματα που είχε δώσει στο νέο. Ο Όσιος, χωρίς να θυμώσει, τους είπε ότι εφ’ όσον είναι εντολή του Κυρίου να κάνουμε το καλό θα πρέπει να σταματήσουν να του υποδεικνύουν να πάψει να είναι ελεήμων. Κατηχώντας τους άλλους μοναχούς, έλεγε· “Παιδιά μου, μη φοβάστε τους κόπους που έχει έρημος και μην αφήνετε την άσκηση. Μέσα από πολλές δοκιμασίες θα φθάσουμε στη Βασιλεία των Ουρανών. Ελευθερωθείτε με τη νηστεία από κάθε χοϊκό και φθαρτό πράγμα. Η προσευχή μας πρέπει να πηγάζει από την καθαρή καρδιά μας και θα πρέπει να είμαστε ταπεινοί. Σχετικά με την ελεημοσύνη σας υπενθυμίζω τα λόγια του Κυρίου· “Μακάριοι οι ελεήμονες”. Aς είμαστε ελεήμονες απέναντι σε όλους και ο Κύριος θα δείξει έλεος και σε εμάς, διότι αγαπά τον Θεό μόνον όποιος αγαπά τον αδελφό του”».
Επτά χρόνια πριν την κοίμησή του ο Όσιος έσκαψε τον τάφο του και κάθε μέρα τον επισκεπτόταν. Με αυτό τον τρόπο καλλιεργούσε στην καρδιά του τη μνήμη του θανάτου.
Ο Όσιος Διονύσιος κοιμήθηκε με ειρήνη, το 1437 μ.Χ., σε ηλικία εβδομήντα πέντε ετών.
Όσιος Αγαπητός ο εν τω σπηλαίω ο Ανάργυρος και Ιαματικός ο εκ Ρωσσίας
Ο Όσιος Αγαπητός έζησε στη Ρωσία περί τον 11ο αιώνα μ.Χ. και ασκήτεψε στη Μεγάλη Λαύρα του Κιέβου στα χρόνια του Οσίου Αντωνίου (βλέπε 10 Ιουλίου). Ο Όσιος πράγματι ήταν αγαπητός στον Θεό και έτσι τον αξίωσε του χαρίσματος της θαυματουργίας. Η φήμη του απλώθηκε παντού και πλήθη πιστών έρχονταν στον Όσιο, για να θεραπευθούν. Για το λόγο αυτό τον αποκαλούσαν ιατρό. Ανάμεσα στους άλλους, θεράπευσε και τον πρίγκιπα του Τσέρνιγκωφ Βλαδίμηρο Βσεβολόντοβιτς, ο οποίος αργότερα έγινε μεγάλος πρίγκιπας του Κιέβου με την επωνυμία «Μονομάχος».
Ο Όσιος Αγαπητός κοιμήθηκε με ειρήνη και τα ιερά λείψανά του φυλάσσονται στο Σπήλαιο του Αγ. Αντωνίου.
Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς
Ἰουστῖνος ὕπνωσεν Σέρβος ὁ μέγας,
Θεολόγων σύνεδρος, Ἁγίων φίλος.
Θεανθρώπῳ ἥνωται ὑπνώσας λέων Ὀρθοδοξίας.
Ο Όσιος και θεοφόρος πατήρ Ιουστίνος γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου του 1894 μ.Χ., ξημερώματα του Ευαγγελισμού στην πόλη Βράνιε της νοτίου Σερβίας. Ο πατέρας του ονομαζόταν Σπυρίδων και η μητέρα του Αναστασία. Κατά την βάπτιση έλαβε το όνομα Ευάγγελος. Η οικογένεια του πατέρα του ήταν εκ παραδόσεως ιερατική και είχε δώσει στην ορθόδοξη Εκκλησία τουλάχιστον επτά ιερωμένους. Αυτό εξάλλου φανερώνει και το επώνυμο Πόποβιτς (Παπαδόπουλος). Από μικρό παιδάκι ακόμα, συχνά επισκεπτόταν με τούς γονείς του τον Άγιο Πρόχορο τον Θαυματουργό στην κοντινή Μονή Πτσίνσκι όπου και είδε με τα μάτια του την θεραπεία της μητέρας του από βαριά ασθένεια.
Μια δεύτερη πηγή ευλάβειας για τον μικρό Ευάγγελο ήταν η τακτική ανάγνωση του Ευαγγελίου από τα δεκατέσσερα του χρόνια μα και η ασκητική βίωση του μέχρι το τέλος της ζωής του.
Τρίτη πηγή θείας έμπνευσης έγινε για τον μικρό Πόποβιτς η ανάγνωση των Συναξαριών και αργότερα των έργων των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Έλεγε ο ίδιος χαρακτηριστικά: «η Ορθοδοξία δεν είναι βιβλιοθήκη, την οποία μπορείς να μελετήσεις, αλλά βίωμα το όποιο καλείσαι να ζήσεις. Η Ορθοδοξία είναι πρώτιστα βιοτή και μάλιστα Όσια Βιοτή και ύστερα διδαχή και μάλιστα διδαχή ζωής, χάριτος, η οποία δεν έχει τίποτε από την νέκρα του σχολαστικισμού και τον ορθολογισμό του προτεσταντισμού. Η Ορθοδοξία έχει την δική της μεθοδολογία και παιδαγωγική, τους Βίους των Αγίων».
Από την φύση του φιλόσοφος και διψασμένος για την θεία μα και την ανθρώπινη γνώση, ο μικρός Ευάγγελος εγγράφεται στα 1905 μ.Χ. στην Εκκλησιαστική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι όπου αξιώθηκε να έχει ως δάσκαλο του τον φωτισμένο Άγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς (βλέπε 5 Μαρτίου). Τελείωσε την Σχολή στα 1914 μ.Χ. μα τον πρόλαβε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και στρατεύτηκε ως νοσοκόμος. Ακολουθώντας την τύχη του σέρβικου στρατού, πήρε το δρόμο της εξορίας μέσα από τα βουνά της Αλβανίας προς την Κέρκυρα. Καθ' οδόν ένοιωσε πλέον έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στο Χριστό και με την ευλογία του Μητροπολίτου Βελιγραδίου Δημητρίου έλαβε στην Σκόδρα το μοναχικό σχήμα την 1η Ιανουαρίου του 1916 μ.Χ. και πήρε το όνομα του αγίου μάρτυρος και φιλοσόφου Ιουστίνου.
Από την Κέρκυρα, μετά από ενέργειες του Μητροπολίτου Δημητρίου, φεύγει με μια ομάδα φωτισμένων θεολόγων για θεολογικές σπουδές στην Αγία Πετρούπολη. Σύντομα όμως, λόγω των πολιτικών εξελίξεων στην Ρωσία, αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει και να μεταβεί στην Οξφόρδη. Εκεί έμεινε δύο χρόνια ετοιμάζοντας την διδακτορική του εργασία με θέμα «Η θρησκεία και η φιλοσοφία του Ντοστογιέβσκι». Η εμμονή του στην κριτική του δυτικού Χριστιανισμού και στην υπεράσπιση του Ντοστογιέβσκι του κόστισε την απόρριψη της διατριβής. Έτσι στα 1919 μ.Χ., όταν, μετά το τέλος του πολέμου, γύρισε στην πατρίδα του τοποθετήθηκε ως καθηγητής θεολογίας στο Σρέμσκι Κάρλοβτσι. Σύντομα μεταβαίνει στην Αθήνα για να λαβή τελικά εκεί το διδακτορικό του δίπλωμα στην Πατρολογία στα 1926 μ.Χ. με θέμα «Το πρόβλημα του προσώπου και της γνώσεως στον Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο». Γνώριζε πολύ καλά την παλαιοσλαβική, την αρχαιοελληνική, την λατινική, την ρωσική, την νεοελληνική, την αγγλική, την γερμανική και την γαλλική.
Στα επόμενα έτη εργάστηκε στις Εκκλησιαστικές Σχολές του Καρλοβικίου, της Πριζρένης και του Μοναστηρίου (Βίτολα). Στα 1930-31 μ.Χ. η Σερβική Εκκλησία τον έστειλε μαζί με τον Μητροπολίτη Ιωσήφ σε ιεραποστολική αποστολή στην Τσεχοσλοβακία. Εκεί εργάστηκαν επί ένα χρόνο στην διαφώτιση και οργάνωση των ενοριών και του μοναχικού βίου των ορθοδόξων Σλοβάκων στα Καρπάθια οι όποιοι επέστρεφαν και πάλι στην Ορθοδοξία από την Ουνία. Ενώ ακόμη βρισκόταν εκεί, εξελέγη το 1931 μ.Χ. επίσκοπος της νεοσυσταθείσης Επισκοπής Καρπαθίας αλλά από ταπείνωση δεν δέχτηκε την θέση εκείνη.
Στην διάρκεια της γερμανικής κατοχής βρέθηκε σε διάφορες μονές και σταδιακά στο Βελιγράδι, μοιραζόμενος την τύχη του λαού του. Με την εγκαθίδρυση της νέας κομμουνιστικής εξουσίας στην Γιουγκοσλαβία το 1945 μ.Χ., ο πατήρ Ιουστίνος εξεδιώχθη από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου μαζί με άλλους 200 καθηγητές. Σύντομα συνελήφθη στην μονή Σούκοβο του Πίροτ στη νότια Σερβία (1946 μ.Χ.) και φυλακίστηκε. Λίγο έλειψε να εκτελεστεί από το καθεστώς ως «εχθρός του λαού», αλλά σώθηκε την τελευταία στιγμή όταν ο Πατριάρχης Γαβριήλ κατά την επιστροφή του από το Άουσβιτς απαίτησε την αποφυλάκιση του.
Διωγμένος από το Πανεπιστήμιο και δίχως κάποια σύνταξη, στερημένος από τα ανθρώπινα, θρησκευτικά και πολιτικά του δικαιώματα, ο πατήρ Ιουστίνος έζησε ουσιαστικά έγκλειστος στην μικρή γυναικεία μονή των Αρχαγγέλων στο Τσέλιε του Βάλιεβο. Ακόμη και εκεί όμως οι πολιτικές αρχές δεν τον άφηναν ήσυχο. Πέρα από την συνεχή και ασφυκτική παρακολούθηση, συχνές ήταν και οι ανακρίσεις στην πολιτική διοίκηση του Βάλιεβο. Σε περιόδους δε κρίσιμων συνεδριάσεων της Ιεράς Συνόδου στο Βελιγράδι, του απαγορευόταν οποιαδήποτε έξοδος από την μονή επί μήνες από τον φόβο τυχόν επιρροής του στους επισκόπους. Παρά τις δύσκολες αυτές και οδυνηρές συνθήκες ο πατήρ Ιουστίνος προσευχόταν αδιάλειπτα, επικοινωνούσε με όσους είχαν το θάρρος να τον επισκέπτονται, συνέχιζε το ιεραποστολικό του έργο και έγραφε συνεχώς δίχως να σταματήσει την παράλληλη μελέτη των προσφιλών του Αγίων Πατέρων και των Συναξαριών.
Λειτουργούσε καθημερινά, νήστευε πλήρως όλες τις Παρασκευές του έτους καθώς και την Α' Εβδομάδα των Νηστειών και την εβδομάδα των Παθών ενώ έκανε και άλλες νηστείες εκτός από τις διατεταγμένες της Εκκλησίας. Ακολουθώντας πιστά το μακραίωνο μοναστικό τυπικό, τελούσε όλες τις ακολουθίες του νυχθημέρου. Εκατοντάδες ήταν τα ονόματα πού μνημόνευε στην Θεία Λειτουργία, ονόματα που του έδιναν είτε προφορικά είτε μέσω επιστολών.
Παρά τον αυστηρό περιορισμό του από τις πολιτικές αρχές, η φήμη του εξαπλώθηκε γρήγορα και πέρασε τα σύνορα της Σερβίας. Έτσι, τον επισκέπτονταν όχι μονάχα Σέρβοι από διάφορες περιοχές της χώρας αλλά και πολλοί Έλληνες. Εκοιμήθη εν Κυρίω στις 25 Μαρτίου 1979 μ.Χ., ανήμερα του Ευαγγελισμού μα και ήμερα της γεννήσεως του.
Ο πατήρ Ιουστίνος, αφού εντρύφησε εμπειρικά στα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας, καρποφόρησε αυτή του την μελέτη και στα δικά του συγγράμματα όπου εύκολα διαφαίνεται το θεολογικό βάθος μα και το συγγραφικό του τάλαντο. Δύο είναι τα κεντρικά χαρακτηριστικά του όλου συγγραφικού του μόχθου, τα όποια συναντώνται σε όλα του τα έργα, από το πιο σύντομο μέχρι και το πιο εκτενές, και από το πιο βαθύ μέχρι και το πιο εκλαϊκευμένο. Το πρώτο είναι η αγάπη του για το πρόσωπο του «Θεανθρώπου Χριστού». Ίσως αυτή να είναι η πιο συχνή έκφραση μέσα στο έργο του. Γύρω από τον Θεάνθρωπο στρέφονται τα πάντα, από Αυτόν πηγάζουν όλα και σε Αυτόν απολήγουν, ενδοχρονικά μα και εσχατολογικά. Το δεύτερο εξίσου σπουδαίο είναι η μέριμνα του στο να μην αποκλίνει από την αλάνθαστη γραμμή των θεοφόρων Πατέρων της Ορθοδόξου Ανατολής. Ο υπερπλήρης αγάπης πατήρ Ιουστίνος είναι συνάμα και διαχρονικά ο ανυποχώρητος εις τα της πίστεως και ζηλωτής της εκκλησιαστικής τάξεως θεολόγος.
Ήδη την περίοδο 1932 - 35 μ.Χ. συνέγραψε το δίτομο έργο «Ορθόδοξος φιλοσοφία της Αληθείας», την γνωστή Δογματική του, το όποιο του χάρισε την έδρα της Δογματικής στην Θεολογική Σχολή τού Πανεπιστημίου τού Βελιγραδίου. Τον τρίτο τόμο εξέδωσε λίγο πριν από την κοίμηση του, το 1978 μ.Χ. Από πολλούς συγχρόνους ερευνητές θεωρείται ως η πληρέστερη ορθόδοξη Δογματική και έχει ήδη μεταφραστεί στην γαλλική ενώ μεταφράζεται στην αγγλική και στην ελληνική.
Άλλο μνημειώδες έργο του είναι οι Βίοι των Αγίων σε 12 τόμους και η Ερμηνεία της Καινής Διαθήκης σε 7 τόμους. Η μονή του Τσέλιε έχει ήδη ξεκινήσει την έκδοση των απάντων του τα όποια υπολογίζονται σε σαράντα τόμους από τούς οποίους έχουν κυκλοφορήσει περί τούς τριάντα. Με αφορμή την συμπλήρωση τριακονταετίας από την εις Κύριον εκδημία του, μεταφέρουμε στο παρόν πόνημα μία συνοπτικότατη εκλογή από το τεράστιο συγγραφικό του πλούτο ως ευκαιρία γνωριμίας των φιλαγίων αναγνωστών με μια μεγάλη μορφή ενός συγχρόνου ομολογητού και διδασκάλου της μαχόμενης Ορθοδοξίας.
Ή Ιερά Μονή του Τσέλιε
Η Ιερά Μονή του Τσέλιε βρίσκεται σε απόσταση 6 χιλιομέτρων νοτιοδυτικά της πόλης του Βάλιεβο, στις όχθες του πόταμου Γράδατς. Το μοναστήρι είναι χτισμένο μέσα σε ένα ορεινό, γραφικό και καταπράσινο τοπίο, μέσα σε μία μικρή κοιλάδα στα όρια του χωρίου Λέλιτς το όποιο είναι και η γενέτειρα του μεγάλου συγχρόνου άγιου της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας Νικολάου Βελιμίροβιτς (βλέπε 5 Μαρτίου). Η γύρω περιοχή με τα πολλά βουνά και τις μικρές κοιλάδες κάνουν το μοναστήρι αθέατο και ο επισκέπτης πρέπει να μπει στη μικρή κοιλάδα για να το αντικρίσει.
Η ακριβής χρονολογία κτίσεως της μονής δεν είναι γνωστή. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα ιστορικά στοιχεία η ίδρυση της μονής ανάγεται στους μεσαιωνικούς χρόνους, ενώ ιδιαίτερη παράδοση το θέλει ως κτίσμα του βασιλέως Δραγούτιν (1282 – 1316 μ.Χ.). Κατά την μακρά και σκοτεινή τουρκική σκλαβιά κάηκε, γκρεμίστηκε και ανακαινίστηκε αρκετές φορές. Οι προεστοί της μονής προσέφεραν πολλά στους αγώνες του σέρβικου έθνους κατά των κατακτητών και αλλοθρήσκων. Κατά τον 19ο αι. μ.Χ. ιδρύεται στη μονή Δημοτικό Σχολείο, από τα πρώτα που λειτούργησαν στην ελεύθερη Σερβία. Στο σχολείο αυτό έμαθε τα πρώτα του γράμματα και ό άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς. Στα 1837 μ.Χ. η μονή μετατράπηκε σε ενοριακό ναό και έτσι παρέμεινε ως το 1928 μ.Χ. όταν με απόφαση της Σερβικής Ιεράς Συνόδου μετατράπηκε σε γυναικεία μονή.
Το καθολικό της μονής τιμά τη Σύναξη των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ. Πρόκειται για βασιλική μετά τρούλου. Ο τρούλος είναι εννεάπλευρος προς τιμήν των εννέα αγγελικών ταγμάτων. Η μονή βρίσκεται στη διοικητική δικαιοδοσία της μητροπόλεως Σάμπατς και Βάλιεβο. Ο μεγαλύτερος θησαυρός που η μονή φυλάσσει και προσφέρει προς προσκύνηση, ευλογία και παρηγοριά των δεκάδων προσκυνητών είναι ο απέριττος τάφος του οσίου αββά Ιουστίνου Πόποβιτς ο όποιος εγκαταβίωσε στη μονή επί 28 συνεχόμενα έτη μέχρι της κοιμήσεως του το 1979 μ.Χ.
Σημείωση Ορθόδοξου Συναξαριστή
Η αγιοκατάταξη του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς έγινε από την Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία ακολουθεί το Ιουλιανό ημερολόγιο (παλαιό). Σαν ημέρα της εορτής του ορίστηκε η 1η Ιουνίου, ημέρα που εορτάζει και ο Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος του οποίου ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς φέρει το όνομα του. Έτσι όταν εορτάζει ο Άγιος Ιουστίνος στην Σερβία, στην Ελλάδα, που ακολουθούμε το Αναθεωρημένο Ιουλιανό ημερολόγιο (και όχι το Γρηγοριανό ημερολόγιο), έχουμε 14 Ιουνίου. Λανθασμένα, λοιπόν, αναφέρουν διάφορες πηγές ότι ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς εορτάζει στις 14 Ιουνίου. Υπενθυμίζουμε, ότι οι μόνες εορτές που συνεορτάζουν οι εκκλησίες που ακολουθούν το Ιουλιανό ημερολόγιο και αυτές που ακολουθούν το Αναθεωρημένο Ιουλιανό ημερολόγιο είναι οι εορτές με βάση το Πάσχα, εκτός και αν υπάρχει εκκλησιαστική εγκύκλιος που αναφέρει κάτι διαφορετικό.
Άγιος Ουϊστάν
Ο Άγιος Ουϊστάνος (Wistan) ήταν υιός του Βίμμουντ, υιού του βασιλέως της Μερσία. Όταν κοιμήθηκαν ο πατέρας και ο παππούς του, ο μικρός Ουϊστάνος, υπό την κηδεμονία του αδελφού του παππού του, ανήλθε στο θρόνο. Εν τω μεταξύ ο Άγιος μεγάλωνε και προέκοπτε σε χάρη και σοφία Θεού και αγωνιζόταν να τηρεί τις εντολές του Ευαγγελίου. Όμως ο επίτροπος του θρόνου Βερθούλφιος (840 - 852 μ.Χ.) συνωμότησε μαζί με τον υιό του κατά του Αγίου, για να απαλλαγούν από το νόμιμο διάδοχο του θρόνου, και τον δολοφόνησαν, το 849 μ.Χ., κατά τη στιγμή που εκείνος πλησίαζε τον ξάδελφό του, για να τον χαιρετήσει. Το κατακρεουργηθέν λείψανο του Αγίου ενταφιάσθηκε από τη μητέρα του με ευλάβεια και πολλά θαύματα τελέσθηκαν με τη μεσιτεία του.
Όσιος Καρπάσιος
Ο Όσιος Καρπάσιος έζησε στη Γαλλία τον 4ο και 5ο αιώνα μ.Χ. Αγάπησε το μοναχικό βίο και ασκήτεψε ως ερημίτης στις Λερίνους νήσους. Εκεί συνδέθηκε πνευματικά με τον Όσιο Ονωράτο (βλέπε 16 Ιανουαρίου) και το μεγαλύτερο αδελφό του Όσιο Βενάνδιο (βλέπε 30 Μαΐου). Μαζί επισκέφθηκαν τις μοναστικές κοινότητες της Ανατολής, για να γνωρίσουν αγίους ασκητές και να διδαχθούν από το βίο τους. Κατά τη διάρκεια του προσκυνηματικού ταξιδιού τους ο Όσιος Βενάνδιος κοιμήθηκε στην Ελλάδα, ενώ οι δύο Όσιοι επέστρεψαν στο ασκητήριό τους. Εκεί ο Όσιος Ονωράτος ίδρυσε μονή, στην οποία, μετά την εκλογή του σε Επίσκοπο, εγκατέστησε ηγούμενο τον Όσιο Καρπάθιο.
Ο Όσιος Καρπάθιος, αφού έζησε θεοφιλώς, κοιμήθηκε με ειρήνη, το 430 μ.Χ.
Άγιοι Φελινός και Γρατινιανός οι Μάρτυρες
Οι Άγιοι Μάρτυρες Φελινός και Γρατινιανός ήταν στρατιώτες του Ρωμαϊκού στρατού και μαρτύρησαν στην Περούτζια της Ιταλίας, το 250 μ.Χ., επί αυτοκράτορος Δεκίου (249 - 251 μ.Χ.). Τα ιερά λείψανά τους μετεκομίσθησαν, το 979 μ.Χ., στην πόλη Αρόνα κοντά στο Μιλάνο.
Άγιοι Ρεβεριανός και Παύλος και οι συν αυτοίς
Οι Άγιοι Ιερομάρτυρες Ρεβεριανός, που ήταν Επίσκοπος, και Παύλος ο πρεσβύτερος κατάγονταν από την Ιταλία και έζησαν τον 3ο αιώνα μ.Χ. Απεστάλησαν για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο στη Γαλλία. Συνελήφθησαν στην περιοχή του Αουτούν και μαρτύρησαν, το 272 μ.Χ., μαζί με άλλους Χριστιανούς, επί αυτοκράτορος Αυρηλιανού (270 - 275 μ.Χ.).
Άγιος Κρεσκεντιανός ο μάρτυρας
Ο Άγιος Μάρτυς Κρεσκεντιανός ήταν στρατιώτης και μαρτύρησε, το 287 μ.Χ., επί αυτοκράτορος Διοκλητιανού (284 - 305 μ.Χ.), στην πόλη Σάλντο της Ιταλίας, κοντά στο Καστέλλο.
Άγιος Πρόκλος ο μάρτυρας
Ο Άγιος Μάρτυς Πρόκλος ήταν Ρωμαίος αξιωματούχος και μαρτύρησε, το 304 μ.Χ., επί αυτοκράτορος Μαξιμιανού (285 - 305 μ.Χ.), στην πόλη Μπολόνια της Ιταλίας.
Άγιος Σεκούνδος ο Μάρτυρας
Ο Άγιος Μάρτυς Σεκούνδος άθλησε το 304 μ.Χ., επί αυτοκράτορος Διοκλητιανού (284 - 305 μ.Χ.), αφού τον έριξαν στον ποταμό Τίβερη κοντά στην πόλη Αμέλια της Ουμβρίας της Ιταλίας.
Όσιος Ρουαδανός της Κορνουάλης
Ο Όσιος Ρουαδανός καταγόταν από τη Βρετάνη και έζησε τον 6ο αιώνα μ.Χ. Ασκήτεψε θεοφιλώς στην περιοχή του Ταβίστοκ, της Κορνουάλης και της Βρετάνης και κοιμήθηκε με ειρήνη στην πόλη Λοκρονάν στη Βρετάνη.
Άγιος Φορτουνάτος
Ο Άγιος Φορτουνάτος ήταν πρεσβύτερος στην πόλη Τερριτά κοντά στο Σπολέτο της Ιταλίας. Διακρίθηκε για τη φιλανθρωπία και το χάρισμα της θαυματουργίας, το οποίο του δώρισε ο Κύριος. Κοιμήθηκε με ειρήνη, το 400 μ.Χ.
Άγιος Σίος ο οσιομάρτυρας ο εκ Γεωργίας
Ο Άγιος Σίος (Γκαρεγκέλι) έζησε στη Γεωργία το 17ο και 18ο αιώνα μ.Χ. Ασκήτεψε θεοφιλώς στην έρημο του Οσίου Δαβίδ στην ανατολική Γεωργία και τελειώθηκε μαρτυρικά από τους Μουσουλμάνους του Καυκάσου, το 1700 μ.Χ.
Άγιοι Δαβίδ, Γαβριήλ και Παύλος οι εκ Γεωργίας
Δεν έχουμε λεπτομέριες για τον βίο των Αγίων.
Άγιος Ισχυρίων ο μάρτυρας και οι συν αυτώ
Ο Άγιος Μάρτυς Ισχυρίων καταγόταν από την Αίγυπτο και ήταν αξιωματικός. Μαρτύρησε, το 250 μ.Χ., επί αυτοκράτορος Δεκίου (249 - 251 μ.Χ.), μαζί με πέντε από τους στρατιώτες του, επειδή ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό. Η Εκκλησία τιμά, επίσης, τη μνήμη του στις 22 Δεκεμβρίου.
Άγιοι Βασίλειος, Παύλος, Σέργιος, Νικόλαος, Λέοντας, Πέτρος, οι πρεσβύτεροι, Ιγνάντιος ο μοναχός, Ιωάννα οι μάρτυρες και οι συν αυτοίς μαρτυρήσαντες εν Πολωνία
Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου στην Πολωνία συστάθηκαν από υποχθόνια στοιχεία, που ήταν υπό την επήρεια της Ρωμαιοκαθολικής ᾿Εκκλησίας, ψευδοστρατιωτικές ομάδες με σκοπό την εκκαθάριση του Ορθόδοξου ποιμνίου της Πολωνίας. Οι εκκαθαρίσεις αυτές, εθνικού και θρησκευτικού χαρακτήρα γίνονταν κατά τη διάρκεια της νύχτας σε όλα τα χωριά της Ανατολικής Πολωνίας. Χιλιάδες άνθρωποι κατακρεουργήθηκαν, είτε γιατί ήταν πολίτες Ουκρανοί (περίπου 12.000), είτε γιατί ήταν Ορθόδοξοι (περίπου 1.200 Μάρτυρες). Στις 8 Ιουνίου 2003 μ.Χ., η Ορθόδοξη Εκκλησία της Πολωνίας κατέταξε με Συνοδική Απόφαση αυτής στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας επτά κληρικούς, τον Πρωτοπρεσβύτερο Βασίλειο Martysz, τον ιερέα Παύλο Szwajko, τον ιερέα Σέργιο Zacharczuk, τον ιερέα Νικόλαο Holz, τον ιερέα Λέοντα Κorobczna, τον ιερέα Πέτρο Οhryzko, το μοναχό Ιγνάτιο της Jableczna, την Πρεσβυτέρα Ιωάννα Szwajko και όλους εκείνους που μαρτύρησαν για την ορθόδοξη πίστη μαζί με αυτούς που τους γνωρίζει ο Θεός.
Άγιος Αγάθαρχος Επίσκοπος Λευκάδας και οι Άγιοι Πέντε Θεοφόροι Πατέρες
τα μισά του ανηφορικού δρόμου, που συνδέει τον ερημωμένο πια Αλέξανδρο με την παραθαλάσσια και σφύζουσα από ζωή Νικιάνα, ο οδηγός ή ο πεζοπόρος θα συναντήσει το Ησυχαστήριο των Αγίων Πατέρων. Πλήθη προσκυνητών ανηφορίζουν μέχρις εκεί, στις βορειοανατολικές παρυφές του όρους των Σκάρων, του λευκαδίτικου «Αγίου όρους», την Κυριακή των Πατέρων (Ζ’ από το Πάσχα), οπότε η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη των 318 Θεοφόρων Πατέρων που συγκρότησαν την Α’ Οικουμενική Σύνοδο.
Όλοι θα ασπαστούν την εικόνα των Αγίων, θα αντλήσουν από το αγίασμα και θα προσευχηθούν στα «άγια κορμάκια».
Η παράδοση μας παρέχει πολλές πληροφορίες για τους Αγίους Πατέρες και την σχέση τους με το νησί της Λευκαδας.
Προτού προλάβει η Εκκλησία του Χριστού να βγει νικήτρια από τη δοκιμασία των Διωγμών, ένα νέο πρόβλημα προέκυψε και ταλαιπωρούσε τα μέλη Της. Ήταν οι αιρέσεις. Μία από αυτές και ο Αρειανισμός. Ένας κληρικός από την Αλεξάνδρεια, ο πρεσβύτερος Άρειος, άρχισε να διδάσκει ότι ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν Θεός και ένα από τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, αλλά κτίσμα (δημιούργημα) του Θεού Πατέρα. Αρκετοί, κληρικοί και λαϊκοί, ασπάστηκαν τη διδασκαλία του, η οποία ερχόταν σε αντίθεση με τα πιστεύω της Εκκλησίας μας.
Για να αντιμετωπιστεί το μεγάλο αυτό πρόβλημα, ο Αυτοκράτορας της Ρώμης Άγιος Μέγας Κωνσταντίνος συγκάλεσε Σύνοδο όλων των Χριστιανών επισκόπων. Αυτή έλαβε χώρα το 325 μ.Χ. στη Νίκαια της μικρασιατικής Βιθυνίας. Απ’ όπου υπήρχαν χριστιανικές Εκκλησίες έφτασαν επίσκοποι μαζί με τους συνοδούς τους. Ανάμεσα σε αυτούς ξεχώριζαν οι Άγιοι Σπυρίδων Τριμυθούντος, Νικόλαος Μύρων, Μητροφάνης Κωνσταντινουπόλεως, Αλέξανδρος Κωνσταντινουπόλεως (πρεσβύτερος ακόμη), Πέτρος Αλεξανδρείας, Αθανάσιος Αλεξανδρείας ο Μέγας (διάκονος τότε) και άλλοι. Οι Ορθόδοξοι επίσκοποι ήταν συνολικά 318 στον αριθμό.
Ένας από τους 318 Πατέρες ήταν και ο επίσκοπος Λευκάδος Αγάθαρχος. Καταγόταν μάλλον από την Αχαΐα και ήταν εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Παλαιάς Ηπείρου. Η αγιότητα του βίου του και η χαριτωμένη από το Άγιο Πνεύμα προσωπικότητά του λειτούργησαν, απ’ ό,τι φαίνεται, σαν πόλος έλξης και για άλλους πέντε από τους Πατέρες που έλαβαν μέρος στη Σύνοδο της Νίκαιας.
Έτσι, στην επιστροφή του στο νησί της Λευκάδας και την επισκοπή του, τον ακολούθησαν οι πέντε αυτοί Πατέρες. Το πλοίο τους αποβίβασε στον φυσικό όρμο, όπου βρίσκεται σήμερα ο οικισμός «Επίσκοπος», ενώ και η διπλανή περιοχή της Νικιάνας, ετυμολογείται πιθανόν από τις λέξεις «Νέα Νίκαια».
Οι τρεις από τους Πατέρες διάλεξαν μια σπηλιά στο βουνό των Σκάρων και αποφάσισαν να μείνουν εκεί για το υπόλοιπο της ζωής τους. Πράγματι, έμειναν εκεί, περνώντας τον καιρό τους με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή. Το τέλος τους ήταν ειρηνικό. Θάφτηκαν εκεί που σήμερα είναι το μικρό εκκλησάκι του ησυχαστηρίου των Αγίων Πατέρων.
Από τον τάφο ενός από τους Πατέρες αναβλύζει συνεχώς αγίασμα. Μάλιστα, η στάθμη του δεν ελαττώνεται χειμώνα‐καλοκαίρι, ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν. Κι ακόμη, δεν στερεύει ούτε και την ημέρα της γιορτής, οπότε χιλιάδες προσκυνητών αντλούν από το αγιασμένο νερό. Η Αγία Τράπεζα του μικρού ναού είναι πάνω στον τάφο του δεύτερου από τους Πατέρες, ενώ ο τρίτος είχε ταφεί στο σημείο που σήμερα είναι αναμμένα τρία καντήλια.
Δεν είναι λίγα και τα θαύματα που γίνονται συνεχώς σε όσους με πίστη πίνουν από το αγίασμα και επικαλούνται τη δύναμη των Αγίων Πατέρων.
Για παράδειγμα, στα 1890 μ.Χ. παρουσιάστηκαν στο μικρό ησυχαστήριο οι φοβεροί ληστές της εποχής, Ψήλιας και Χούτας. Με αλαζονεία ζητούσαν επίμονα να πιουν «από ‘κείνο το νερό». Όταν πλησίασαν στο σημείο του αγιάσματος, προσπάθησαν οι ίδιοι να αντλήσουν... «νερό». Αλλά, μάταια! Το αγίασμα είχε εξαντληθεί. Και δεν εμφανίστηκε μέχρι να πάει η μοναχή Ακακία για να αντλήσει απ’ αυτό και να δώσει στους έντρομους ληστές να πιουν.
Κι όταν σμήνος ακρίδων κατέστρεφε τα όσπρια (λαθύρια και ρεβύθια) που ήταν σπαρμένα στο Λιβάδι της Καρυάς, οι ακρίδες εξαφανίστηκαν απ’ την περιοχή, μόλις η ίδια μοναχή Ακακία ράντισε με το αγίασμα τις σπαρμένες εκτάσεις.
Κάτοικος των κοντινών Πηγαδισάνων νοσηλευόταν σε κλινική της Αθήνας προκειμένου να εγχειρισθεί, μετά από αποκόλληση που είχε πάθει στο μάτι. Την προηγούμενη της εγχείρησης νύχτα αισθάνθηκε φοβερούς πόνους στο μάτι. Καθώς δεν μπορούσε να βρεθεί ο γιατρός, μόλις ησύχασε για λίγο από τους φριχτούς πόνους, κατόρθωσε να αποκοιμηθεί. Βλέπει τότε σε όνειρο ότι περιπλανιόταν στην περιοχή της Ακόνης, γύρω από το ησυχαστήριο των Αγ. Πατέρων. Μόλις αντίκρυσε το μοναστήρι, θυμήθηκε το αγίασμα και τότε ένοιωσε έναν πόνο φοβερό. Ξύπνησε αμέσως, αλλά... θεραπευμένος! Δίχως να πονάει καθόλου. Επιβεβαιώθηκε μάλιστα η θεραπεία από το επιστημονικό προσωπικό της κλινικής, για να δοξάζεται το όνομα του Θεού και των Αγίων Πατέρων.
Οι άλλοι δύο από τους Πατέρες, που ακολούθησαν τον επίσκοπο Αγάθαρχο, μόνασαν στον χώρο που υπάρχει σήμερα το μοναστήρι της Φανερωμένης. Υπήρχε τότε μικρός οίκος προσευχής στη θέση εκείνη, όπου - πριν έρθουν στο νησί οι Απόστολοι Ακύλας και Ηρωδίων - υψωνόταν ο ειδωλολατρικός ναός της Λευκαδίας Αρτέμιδος. Έζησαν και αυτοί ασκητικά και «εκοιμήθησαν εν ειρήνη».
Δυστυχώς, η παράδοση δε διέσωσε τα ονόματα των πέντε Αγίων Πατέρων. Γιορτάζεται όμως η μνήμη τους πανηγυρικά την Ζ’ Κυριακή από το Πάσχα, κάθε χρόνο.
Στο ησυχαστήριο των Αγίων Πατέρων φυλάσσεται και «η σφραγίδα των Αγίων», δηλαδή μια μολύβδινη κυκλική σφραγίδα με χαραγμένες τις μορφές των τριών Αγίων.
saint.gr








































