16 Αυγούστου - Άγιος Διομήδης, Ανάμνηση της εισόδου της αχειροτεύκτου μορφής του Κυρίου εκ της Εδεσσηνών πόλεως εις την Βασιλίδα, Άγιος Σταμάτιος από τον Βόλο, Άγιος Απόστολος ο Νέος, Όσιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής ο και Σπηλαιώτης, Όσιος Γεράσιμος ο νέος ασκητής, που ασκήτευσε στη νήσο Κεφαλληνία, Όσιος Τιμόθεος επίσκοπος Ευρίπου κτίτορας της Ιεράς Μονής Πεντέλης, Όσιος Χαιρήμων, Άγιος Αλκιβιάδης, Άγιοι Τριακοντατρείς Μάρτυρες από την Παλαιστίνη, Η εν τω Ναώ της Ζωοδόχου Πηγής εξάντλησις του Αγιασμού και αύθις ανάδοσις, Μνήμη Σεισμού, Άγιος Νικόδημος ο Μοναχός, ο εκ Μετεώρων, Άγιος Μακάριος Αρχιεπίσκοπος, Όσιος Νείλος ο Ερικούσιος, Εύρεσις των τιμίων λειψάνων των Αγίων Σεραφείμ, Δωρόθεου, Ιάκωβου, Δημήτριου, Βασίλειου και Σαράντη, Όσιος Δανιήλ ο Μετεωρίτης, Άγιος Ακάκιος Επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης, Σύναξη των τριών Αγίων της Υπάτης και Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου του Θεοδώρου εν Ρωσία
Άγιος Διομήδης
Ἠθλησε καὶ ζῶν, καὶ θανὼν Διομήδης,
Προαιρέσει ζῶν, καὶ νεκρὸς τομῇ κάρας.
Ἕκτῃ καὶ δεκάτῃ νέκυς ἐτμήθη Διομήδους.
Ο Άγιος Διομήδης γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας και σπούδασε την ιατρική επιστήμη. Η επιστημονική του γνώση δεν τον έκανε υπερήφανο, αλλά διατήρησε την ευσέβεια, στην οποία τον ανέθρεψαν οι γονείς του. Και όπως ο Κύριος, ο Ιατρός των σωμάτων και των ψυχών των ανθρώπων, «ἐλάλει αὐτοῖς περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καὶ τοὺς χρείαν ἔχοντας θεραπείας ἰάσατο» (Λουκά, θ' 11), μιλούσε δηλαδή σ' αυτούς για τη βασιλεία του Θεού και γιάτρευε εκείνους που είχαν ανάγκη θεραπείας, έτσι και ο Διομήδης, μιμούμενος τον Κύριο του και Θεό του, εξασκούσε αφιλοκερδώς και φιλάνθρωπο το ιατρικό του επάγγελμα. Συγχρόνως, όμως, με τη θεραπεία των σωμάτων, ο Διομήδης κήρυττε με θέρμη στους ασθενείς και τη σωτηριώδη αλήθεια του Ευαγγελίου και βοήθησε πολλές ψυχές να οδηγηθούν στο Σωτήρα Χριστό. Ο θείος ζήλος έφερε το Διομήδη μέχρι τη Νίκαια της Βιθυνίας. Όπου και εκεί θεράπευε ασθενείς, και την πίστη δίδασκε και καλλιεργούσε. Όταν όμως άρχισε ο διωγμός του Διοκλητιανού κατά των χριστιανών, η θεοκίνητη δραστηριότητα του Διομήδη καταγγέλθηκε στον αυτοκράτορα. Τότε αυτός διέταξε να συλλάβουν το Διομήδη. Άλλα πριν συλληφθεί, ο Θεός τον κάλεσε κοντά Του και οι απεσταλμένοι στρατιώτες τον βρήκαν νεκρό. Και όμως, έτσι νεκρό τον αποκεφάλισαν!
Ανάμνηση της εισόδου της αχειροτεύκτου μορφής του Κυρίου εκ της Εδεσσηνών πόλεως εις την Βασιλίδα
Ἐν σινδόνι ζῶν ἐξεμάξω σὴν θέαν,
Ὁ νεκρὸς εἰσδὺς ἔσχατον τὴν σινδόνα.
Εἰς τὸ Κεράμιον.
Ἀχειρότευκτον χειρότευκτος σὸν τύπον.
Φέρει κέραμος παντοτεῦκτα Χριστέ μου.
Ο Σ. Ευστρατιάδης, για την περίπτωση αυτή, γράφει τα εξής στο Αγιολόγιό του: «Ἡ τῆς ἀχειροποίητου εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ ἀνακομιδὴ ἐκ τῆς Ἐδέσσης, ἔνθα ἐφυλάττετο μετὰ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Αὐγάρου, ἐγένετο ἐπὶ τῆς βασιλείας Ρωμανοῦ τοῦ Λεκαπηνοῦ τὸ 944 καὶ κατετέθη εἰς τὸν ἐν Βλαχέρναις ναὸν τῆς Θεοτόκου, ἐξ οὗ μετετέθη εἰς τὸν ἐν Φόρῳ ναὸν τῆς Θεοτόκου, κατὰ δὲ τὸ 967 Νικηφόρος ὁ Φωκᾶς μετεκόμισεν ἐξ Ἐδέσσης καὶ τὴν κέραμον, ἐφ᾿ ἣς ἀπετυπώθη ὡσαύτως ἡ εἰκὼν τοῦ Χριστοῦ, διὰ τὸ εἶναι ταύτην πλησίον τῆς ἀχειροποίητου εἰκόνος ἐν Ἐδέσσῃ ἐν τῷ αὔτῳ τόπω. Τὴν περὶ τῆς εἰκόνος παράδοσιν διέσωσεν ὁ Ἱστορικὸς Εὐσέβιος (Ἐκκλ. Ἱστ. βιβλ. Α´, κεφ. ιγ´). Ἡ εἴκων ἀπεστάλη ὑπὸ τοῦ Κυρίου πρὸς τὸν τοπάρχην Ἐδέσσης Αὔγαρον διὰ τοῦ ἀποστόλου Ἀνανίου μετ᾿ ἐπιστολῆς τοῦ Κυρίου πρὸς τὸν Αὔγαρον εἰς ἀπάντησιν προηγουμένης ἐπιστολῆς τοῦ τοπάρχου (ἴδ. ταύτας ἐν τοῖς Μηναίοις καὶ τοῖς Συναξαρισταῖς)».
Άγιος Σταμάτιος από τον Βόλο
O Σταμάτιος εύρε των κάτω στάσιν,
Αεικίνητον δ’ εύρε των άνω δρόμον.
Ο Άγιος νεομάρτυρας Σταμάτιος, καταγόταν από ένα χωριό του Βόλου, τον Άγιο Γεώργιο, της επαρχίας Δημητριάδος.
Συνέβη κάποτε να έρθει κάποιος αγάς στην περιοχή τους για να συγκεντρώσει τον φόρο του χαρατσιού. Ο αγάς αυτός ήταν πολύ καταπιεστικός στη συλλογή του φόρου, αυθαιρετούσε, καταδυνάστευε και αδικούσε τους Χριστιανούς. Απελπισμένοι οι κάτοικοι αποφάσισαν να στείλουν μια αντιπροσωπία στην Κωνσταντινούπολη, στην Υψηλή Πύλη, μήπως κι εύρουν το δίκιο τους.
Μεταξύ των μελών της αντιπροσωπίας ήταν και ο Σταμάτιος. Παρουσιάστηκαν λοιπόν στον Βεζύρη και άρχισαν να του παραπονιούνται για τις αδικίες του αγά.
Ο Βεζύρης όμως , επειδή ήταν φίλος με τον φοροεισπράκτορα, διέταξε να τους πετάξουν έξω σπρώχνοντάς τους και χτυπώντας τους. Ορισμένοι από την αντιπροσωπία, μεταξύ αυτών και ο άγιος, διαμαρτύρονταν έντονα και φώναζαν για την αδικία που γινόταν.
Τότε κάποιοι παριστάμενοι Τούρκοι αξιωματούχοι, φίλοι του αγά, τον ξεχώρισαν και τον πήγαν στον Βεζύρη ψευδομαρτυρώντας και συκοφαντώντας τον άγιο ότι είχε γίνει τούρκος και τώρα εμφανίζεται ως χριστιανός. Ο άγιος φυσικά αρνήθηκε εντονώτατα μπροστά στον Βεζύρη την κατηγορία. Εκείνος όμως τον έστειλε στον αρμόδιο γι’ αυτές τις υποθέσεις κριτή, όπου ανακρινόμενος ο άγιος και πάλι αρνήθηκε την κατηγορία λέγοντας πως πρόκειται για συκοφαντία. Ο δικαστής τότε του λέει: «Κι αν δεν έγινες, γίνε τώρα». Ο άγιος μάρτυρας με μεγάλη φωνή του απάντησε: «μη γένοιτο να γίνω τόσο ανόητος και ν’ αρνηθώ τον Χριστό μου. Καλύτερα να πεθάνω και να είμαι με τον Χριστό μου, παρά να ζω σ’ αυτόν τον κόσμο με μύριες απολαύσεις και δόξες».
Ο δικαστής βλέποντας τη σταθερότητα του μάρτυρα τον έστειλε στον Βεζύρη, ο οποίος προσπάθησε με πολλούς τρόπους, κολακείες, υποσχέσεις, τιμές και αξιώματα να μεταπείσει τον μάρτυρα. Μέχρι και υπασπιστή του υποσχέθηκε να τον κάνει. Ο άγιος για δεύτερη φορά με δυνατή φωνή σταθερά ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό λέγοντας: «Εγώ πλούτο και δόξα και τιμή έχω τον Χριστό μου, ο οποίος μου έχει κατοικία στους ουρανούς, δόξα και ζωή αιώνια. Οι δικές σου τιμές και δόξες είναι φθαρτές και μάταιες και γρήγορα χάνονται μαζί με εκείνους που τις επιδιώκουν».
Ο Βεζύρης διέταξε να φυλακιστεί και να βασανιστεί. Μετά από κάποιες ημέρες διέταξε να τον φέρουν πάλι μπροστά του, όπου ξανά προσπάθησε με θέλγητρα και φόβητρα να τον μεταπείσει. Ο μάρτυς για τελευταία φορά του απάντησε: «Ακόμα και με μύριους θανάτους να με καταδικάσεις, εγώ τον Χριστό μου δεν τον αρνούμαι. Είμαι έτοιμος να βασανίζομαι για το όνομά Του σε όλη μου τη ζωή».
Τότε ο βεζύρης οργισμένος τον παρέδωσε στον έπαρχο να τον θανατώσει. Τον αποκεφάλισαν στις 16 Αυγούστου 1680 μ.Χ. ημέρα Δευτέρα, μπροστά στο βασιλικό παλάτι, στην Αγία Σοφία.
Μαρτύριο του Αγίου, που συνέγραψε ο μοναχός Ιάκωβος ο Αγιορείτης το 1680 μ.Χ., βρίσκεται στον υπ' αριθμ. 805 Κώδικα της Μονής Βατοπεδίου, φ. 12α-14.
Άγιος Απόστολος ο Νέος
Ο Άγιος Απόστολος ο Νέος, γεννήθηκε στον Άγιο Λαυρέντιο του Πηλίου το 1667 μ.Χ. Ο πατέρας του ονομαζόταν Κώστας Σταματίου και η μητέρα του Μέλω. Σε ηλικία 15 χρονών έμεινε ορφανός και το 1682 μ.Χ. πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργαζόταν σ' ένα καπηλιό.
Ενώ ο άγιος είχε ήδη τέσσερα χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, συνέβη το εξής γεγονός στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Οι κάτοικοι του Αγίου Λαυρεντίου και της περιοχής, επειδή καταπιέζονταν σκληρά από τη βαριά και άδικη φορολογία, αποφάσισαν να προσφύγουν στους επιτρόπους του Σουλτάνου, η οποία όριζε τα χωριά εκείνα. Πράγματι επέτυχαν κάποια μείωση της φορολογίας και επέστρεψαν. Ο Βοεβόδας όμως όχι μόνο δεν αναγνώρισε τα έγγραφα των επιτρόπων και τα απέρριψε ως πλαστά αλλά συνέλαβε και τρεις από την επιτροπή των κατοίκων, που είχαν πάει στην Κωνσταντινούπολη, τους έδεσε ως κακούργους, τους πήγε ο ίδιος στην Πόλη και ενήργησε να φυλακιστούν ως ένοχοι εσχάτης προδοσίας.
Όταν το έμαθαν αυτό οι συμπατριώτες τους στέλνουν αμέσως στην Πόλη μια επιτροπή σκοπεύοντας να απευθυνθούν στην ίδια την βασιλομήτορα για να ελευθερώσουν τους δεσμώτες. Καθώς δεν γνώριζαν πως και που θα έπρεπε να απευθυνθούν, προθυμοποιήθηκε ο Άγιος Απόστολος να τους βοηθήσει, αφού γνώριζε καλά και την τουρκική γλώσσα. Πήρε μάλιστα ο ίδιος την αναφορά και την έδωσε σε ανώτατο αξιωματούχο του Σουλτάνου. Εκείνος όμως είχε ήδη δεχθεί τις διαβολές του Βοεβόδα του Πηλίου. Διέταξε αμέσως εξαγριωμένος να συλληφθεί ο Άγιος και να παραδοθεί στον Βοεβόδα για να τιμωρηθεί για την αυθάδειά του. Ο Βοεβόδας διέταξε να τον δέσουν με αλυσίδες και του ζήτησε χαράτσι τεσσάρων ετών για όσο χρόνο έλειπε από το χωριό του. Ωστόσο, επειδή φοβόταν μήπως προσφύγουν οι υπόλοιποι της επιτροπής στην ίδια τη βασιλομήτορα, σκεφτόταν ν’ απολύσει τελικά τους τέσσερις κρατούμενους. Κάποιος όμως συμπατριώτης του Αγίου, ζηλότυπος γέρος, από φθόνο μήπως ένα ασήμαντο και φτωχό παιδί θεωρηθεί ευεργέτης του τόπου του, τον συκοφάντησε ότι αυτός υποκίνησε την όλη υπόθεση και ότι αν τον ελευθέρωνε σίγουρα θα καταμήνυε τον Βοεβόδα στην βασιλομήτορα. Έτσι ο Βοεβόδας διέταξε να τον βασανίσουν σκληρά μέχρι θανάτου.
Ενώ ο άγιος βασανιζόταν άσπλαχνα κάποια μέρα κατάφερε να ελευθερώσει το ένα του πόδι και προσπάθησε αργοπατώντας να δραπετεύσει. Τον αντιλήφθησαν όμως από τον θόρυβο των αλυσίδων και τον συνέλαβαν. Ο Βοεβόδας ήρθε τότε και άρχισε να τον χτυπά με ένα τσεκούρι. Ο άγιος του λέγει: «τι με χτυπάς με τόση σκληροκαρδία; Ή δεν γνωρίζεις ότι είμαι και από σένα και από τους υπηρέτες σου καλύτερος»; Αυτό θεωρήθηκε ομολογία πίστεως στο ισλάμ, ότι δήθεν ο Άγιος έλεγε πως είναι καλύτερος μωαμεθανός από αυτούς και αμέσως ο Βοεβόδας διέταξε να περιτμηθεί. Ο Άγιος αντιστεκόταν γενναία λέγοντας: «εγώ Χριστιανός είμαι και δεν αρνούμαι την αγία μου πίστη». Τον βασάνισαν τότε και τον έκλεισαν στη φυλακή των κακούργων. Κατόπιν τον οδήγησαν στον ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη των μουσουλμάνων και τους άλλους αξιωματούχους οι οποίοι άρχισαν με κολακείες και υποσχέσεις για αξιώματα, πλούτη, τιμές την προσπάθεια για εξισλαμισμό. Επειδή ο άγιος έμενε σταθερός στην πίστη του τον οδήγησαν στον βεζύρη, ο οποίος προσπάθησε και αυτός με τη σειρά του να εξισλαμίσει τον μάρτυρα με ακόμα μεγαλύτερες υποσχέσεις. Ο άγιος ούτε καν πρόσεχε τα λόγια τους αλλά τους έλεγε: «Μην αργοπορείτε και χάνετε τον καιρό σας, ό,τι είναι να κάνετε κάντε το γρήγορα. Οποιονδήποτε θάνατο και αν μου δώσετε θα τον δεχθώ προθυμότατα για χάρη του Χριστού μου. Μην αργοπορείτε λοιπόν. Θέλετε να με κάψετε; Να μαζέψω εγώ τα ξύλα και να ετοιμάσω την φωτιά. Θέλετε να με απαγχονίσετε; Να ετοιμάσω με τα ίδια μου τα χέρια τη θηλειά. Θέλετε να με αποκεφαλίσετε; Δώστε μου το ξίφος να το ακονίσω εγώ όσο χρειάζεται». Μη μπορώντας να τον ανεχθούν άλλο διέταξε ο βεζύρης τον αποκεφαλισμό του. Αφού όλη εκείνη τη νύχτα τον βασάνισαν, πριν ακόμη ξημερώσει τον οδήγησαν στον τόπο της εκτέλεσης. Κάποιους Χριστιανούς που συνάντησαν τους χαιρέτισε ταπεινά και ζήτησε να τον συγχωρήσουν. Εκείνοι κατάλαβαν τον λόγο, ακολούθησαν φοβισμένοι από μακριά και υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες του τέλους του. Στην πύλη του Γενή τζαμιού προς τον Κεράτιο ο Άγιος γονάτισε και περίμενε τον δήμιο. Οι άπιστοι προσπάθησαν και αυτή την τελευταία στιγμή να κάμψουν το φρόνημά του, μάταια όμως. Ο δήμιος για να κάνει οδυνηρότερη την εκτέλεση τον χτύπησε τρεις φορές στο λαιμό με το ξίφος και μετά αρπάζοντας με το αιμοβόρο του χέρι τα μαλλιά του αγίου τον αποκεφάλισε. Ήταν δεκαεννέα ετών.
Ενώ το εκτελεστικό απόσπασμα καθόταν λίγο πιο πέρα από το άγιο λείψανο, ένα αστέρι από τον ουρανό κατέβηκε, στάθηκε πάνω από το άγιο λείψανο και σχημάτιζε σταυρό. Συγχρόνως πλήθος ανθρώπων εμφανίστηκε και περικύκλωνε τον μάρτυρα. Νομίζοντας ότι το πλήθος εκείνο είναι Χριστιανοί που ήρθαν να κλέψουν το λείψανο όρμησαν κατά κει αλλά πλησιάζοντας δεν είδαν τίποτα πέρα από το ιερό σώμα του αγίου.
Επειδή ξημέρωνε και άρχισε η κίνηση, φοβήθηκαν οι εκτελεστές μήπως αντιληφθούν οι Χριστιανοί τι συνέβαινε και ζητήσουν να πάρουν τον άγιο να τον θάψουν και να τον τιμούν. Έριξαν αμέσως το σώμα στη θάλασσα, την δε κεφαλή πήγαν στον βεζύρη ως απόδειξη της εκτέλεσης. Το άγιο λείψανο αντί να βυθισθεί βγήκε πλέοντας από τον Κεράτιο αλλά μένει άγνωστο το που προσορμίστηκε. Την αγία κεφαλή ζήτησαν μέσω του Πατριαρχείου οι Χριστιανοί που είχε συναντήσει ο άγιος στο δρόμο, για να την θάψουν δήθεν. Την έβαλαν σε αργυρή θήκη και την κατέθεσαν στον ιερό ναό του Αγίου Δημητρίου στα Ταταύλα.
Αργότερα ο Δοσίθεος Σελευκείας, συμπατριώτης του μάρτυρος, την έστειλε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στο σπίτι του, που είχε ανοικοδομηθεί σε ναό, μετά από θαυμαστή προτροπή του ίδιου του Αγίου.
Όσιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής ο και Σπηλαιώτης
Ἡσυχίαν φιλῶν, Ἰωσήφ, καὶ νῆψιν
εὐχὴν εἰργάσω ἐν Ἄθωνι ἀόκνως.
Ο Όσιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής γεννήθηκε το έτος 1898 μ.Χ. (κατά άλλους στις 12 Φεβρουαρίου 1897 μ.Χ.) στο χωριό Λεύκες της Πάρου. Η Πάρος είναι ένα μικρό και ήρεμο νησί των Κυκλάδων. Οι γονείς του ήταν φτωχοί και αναγκάζονταν να εργάζονται πολύ για να συντηρήσουν την οικογένειά τους. Ο πατέρας του ονομαζόταν Γεώργιος και πέθανε πολύ νωρίς. Η μητέρα του Μαρία ανέλαβε την προστασία όλης της οικογενείας. Η μητέρα του ήταν ευλογημένη ψυχή και είχε απλότητα και ακεραιότητα χαρακτήρος και πήγαινε πολύ συχνά στην Εκκλησία για να λειτουργηθεί, αλλά και για να περιποιηθεί τον Ιερό ναό.
Όταν ο μικρός Φραγκίσκος - αυτό ήταν το κοσμικό όνομα του Οσίου Ιωσήφ - έφυγε για να γίνει μοναχός η μητέρα του είπε στους συγγενείς της:
«Το γνώριζα πως θα γίνει μοναχός από την γέννησή του. Όταν γέννησα τον Φραγκίσκο μου και ήμουνα ακόμη στο κρεββάτι με το μωρό δίπλα φασκιωμένο, είδα να ανοίγει η στέγη του σπιτιού και ένας φτερωτός και πολύ ωραίος νέος, που μόλις μπορούσα να τον αντικρύσω από την πολλή λάμψη του, κατέβηκε και στάθηκε πλάι στο μωρό μου και άρχισε να το ξεσκεπάζει με σκοπό να το πάρει. Όταν εγώ διαμαρτυρήθηκα λέγοντας, "Τί κάνεις καλέ; θα μου πάρεις το μωρό μου;" Εκείνος επέμενε ότι για τον σκοπό αυτό ήρθε και αυτή είναι η απόφαση. Και για να με βεβαίωση, μάλιστα μου έδειξε σε ένα σημειωματάριο γραμμένη μια εντολή, ότι πρέπει οπωσδήποτε να πάρει το μικρό. Όταν αντιστάθηκα, ο Άγγελος μου έδωσε ένα πολύτιμο κόσμημα σε σχήμα σταυρού και μου πήρε το μωρό. Από τότε πίστευα, έλεγε η μητέρα του Μαρία, ότι κάποτε ο Φραγκίσκος θα ακολουθούσε τον Χριστό».
Ο Όσιος ως την εφηβική του ηλικία παρέμεινε στο χωριό του και βοηθούσε την μητέρα του στις διάφορες εργασίες του σπιτιού. Μετά έφυγε για τον Πειραιά, όπου εργαζότανε ως μικροέμπορος. Στην ηλικία των εικοσιτριών ετών κέντρο της εργασίας του ήταν η Αθήνα. Ήταν πολύ δραστήριος, αλλά απέφευγε την πονηρία και την αδικία.
Τότε άρχισε να μελετά πατερικά βιβλία. Μεγάλο ενθουσιασμό προκαλούσαν σε αυτόν οι βίοι των μεγάλων ασκητών. Την απόφασίν του για τον μοναχισμό την πήρε ύστερα από το ακόλουθο όραμα:
«Ένα βράδυ είδα στον ύπνο μου ότι περνούσα έξω από τα ανάκτορα και αμέσως με πήραν δυο αξιωματικοί της ανακτορικής φρουράς και με ανέβασαν στο παλάτι. Δεν κατάλαβα τον λόγο και για τούτο διαμαρτυρήθηκα. Τότε μού αποκρίθηκαν με καλοσύνη να μη φοβούμαι, αλλά να ανέβω, γιατί είναι θέλημα του Βασιλέως. Ανεβήκαμε σε ένα πολύ υπέροχο ανάκτορο, ανώτερο από κάθε επίγειο, μου φόρεσαν μια ολόλευκη και πολύτιμη στολή και μού είπαν· "από εδώ και εμπρός θα υπηρετείς εδώ". Και μετά με πήγαν να προσκυνήσω τον Βασιλέα.
Ξύπνησα αμέσως και αυτά που είδα και άκουσα χαράχθηκαν τόσο πολύ μέσα μου, ώστε δεν μπορούσα να κάνω ή να σκεφθώ τίποτε άλλο. Σταμάτησα τις εργασίες μου και έμεινα σκεπτικός. Άκουγα ζωντανά μέσα μου να επαναλαμβάνεται διαρκώς εκείνη η εντολή “από τώρα και εμπρός θα υπηρετείς εδώ”. Όλη μου η κατάσταση εσωτερικά και εξωτερικά άλλαξε» (Γέροντος Ἰωσὴφ Βατοπαιδινοῦ, Ὁ Γέροντας Ἰωσὴφ ὁ Ἥσυχαστης, σελ. 39).
Έτσι πήρε την απόφαση και έφυγε για το Άγιον Όρος. Ο πρώτος σταθμός ήταν τα Κατουνάκια. Εκεί ζούσε τότε ο αείμνηστος Γέροντας Δανιήλ, ο ιδρυτής της αδελφότητος των Δανιηλαίων. Από τον Γέροντα Δανιήλ, ο οποίος ήταν ευλαβής και συνετός άνθρωπος, έλαβε μεγάλη βοήθεια. Δεν έμεινε όμως μαζί του, διότι αγαπούσε την αυστηρότερη ησυχαστική ζωή.
Σε μια πανηγύρι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην κορυφή του Άθωνα, γνώρισε τον Γέροντα Αρσένιο. Έκτοτε ο π. Αρσένιος έγινε ο μόνιμος συνασκητής του και δεν χώρισαν ποτέ πλέον.
Υποτάχθηκαν στον Γέροντα Εφραίμ που είχε την καλύβη του Ευαγγελισμού στα Κατουνάκια. Έπειτα μαζί με τον Γέροντά τους Εφραίμ έφυγαν για την Σκήτη του Αγίου Βασιλείου για περισσότερη άσκηση.
Μετά την κοίμηση του Γέροντος Εφραίμ άρχισαν τους μεγάλους ασκητικούς αγώνας. Η άσκηση τους ήταν η νηστεία, η αγρυπνία και η προσευχή. Κυριότερο όμως έργο αποτελούσε γι’ αυτούς η νήψη και ο εγκλεισμός του νοός στην καρδιά.
Το έτος 1938 μ.Χ. μαζί με τον π. Αρσένιο μετακόμισαν στις απόκρημνες σπηλιές της Μικράς Αγίας Άννης. Σε ένα από τα σπήλαια αυτά υπήρχε και Εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου. Διαμόρφωσαν εκεί τον χώρο, έκτισαν και μερικά κελλιά και παρέμειναν στο σπήλαιο αυτό έως και το έτος 1947 μ.Χ.
Σε αυτό το ταπεινό σπήλαιο του Τιμίου Προδρόμου ασκήθηκαν και ετοιμάσθηκαν τα πνευματικά του παιδιά και έγιναν έπειτα ηγούμενοι σε άλλα μοναστήρια. Στον Όσιο Ιωσήφ οφείλεται η πνευματική αναγέννηση και επάνδρωση έξι Ιερών Μονών του Αγίου Όρους και πολλών άλλων γυναικείων αδελφοτήτων στον Ελλαδικό χώρο.
Από το ταπεινό αυτό σπήλαιο ξεκίνησε και ο Γέροντας Εφραίμ και ίδρυσε στον Καναδά και την Αμερική ιερούς Παρθενώνες, πνευματικά φυτώρια απ’ όπου μεταφυτεύεται και εξαπλώνεται το Ορθόδοξο Πνεύμα, το φως του Χριστού στον απόδημο Ελληνισμό, αλλά και στα πέρατα του κόσμου.
Η αρετή έχει κόπο για να την απόκτηση κανείς. Αλλά όταν την απόκτηση και την ευωδία της δεν μπορεί να συγκρατήσει. Το Ορθόδοξο ασκητικό Πνεύμα μπορεί να αναμορφώσει τον κόσμο και να ανάπλαση τον άνθρωπο που σήμερα έχασε τον δρόμο του, τον προορισμό του και υποφέρει πολύ.
Το έτος 1951 μ.Χ. μεταφέρθηκε στην Νέα Σκήτη, στην καλύβα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, όπου παρέμεινε έως την κοίμησίν του που συνέβη την 15ην Αυγούστου του έτους 1959 μ.Χ., εορτή της κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Τα περί της κοιμήσεώς του τα περιγράφει πολύ γλαφυρά ο Γέροντάς Εφραίμ στο βιβλίο «Προθύμως Ἀνάβαινε», το οποίον είναι έκδοση της Ιεράς Μονής Φιλοθέου:
«Ἡ ἀγάπη του πρὸς τὴν Παναγίαν μας εἶναι ἀνωτέρα πάσης περιγραφῆς. Μόνον ποὺ ἀνέφερε τὸ ὄνομά της τὰ μάτια του ἔτρεχαν. Τὴν παρακαλοῦσε ἀπὸ καιρόν, νὰ τὸν πάρη, νὰ ξεκουρασθῆ. Καὶ τὸν εἰσήκουσεν ἡ Παντάνασσα. Τὸν ἐπληροφόρησε ἕνα μήνα πρὶν διὰ τὴν ἀναχώρησίν του. Μὲ ἐκάλεσε τότε ὁ Γέροντας καὶ μοῦ ὑπέδειξε τί νὰ ἑτοιμάσωμε. Ἐπεριμέναμε.
Τὴν παραμονὴν τῆς κοιμήσεώς του -14 Αὐγούστου 1959- ἐπέρασε νὰ τὸν ἴδη ὁ κ. Σχοινᾶς ἀπὸ τὸν Βόλον· ἦσαν γνώριμοι πολύ.
- Τί κάμετε, τοῦ λέγει, πῶς ἔχει ἡ ὑγεία σας;
- Αὔριον, Σωτήρη, ἀναχωρῶ διὰ τὴν αἰώνιαν πατρίδα. Ὅταν ἀκούσῃς τὶς καμπάνες, νὰ ἐνθυμηθῆς τὸν λόγον μου.
Τὸ βράδυ εἰς τὴν ἀγρυπνίαν τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας μας ὁ Γέροντας συνέψαλλε ὅσον ἠδύνατο μὲ τοὺς πατέρας. Εἰς τὴν Θείαν Λειτουργίαν τὴν ὥραν ποὺ ἐκοινώνησε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια εἶπε· «ἐφόδιον ζωῆς αἰωνίου».
Ξημέρωσε 15η Αὐγούστου. Ὁ Γέροντας κάθεται στὴν μαρτυρική του πολυθρόνα στὴν αὐλὴ τοῦ ἡσυχαστηρίου μας. Περιμένει τὴν ὥραν καὶ τὴν στιγμήν. Εἶναι σίγουρος διὰ τὴν πληροφορίαν ποὺ τοῦ εἶχε δώσει ἡ Παναγία μας, ἀλλὰ βλέποντας τὴν ὥραν νὰ περνᾶ καὶ τὸν ἥλιον νὰ ἀνεβαίνη τοῦ ἔρχεται κάτι ὡσὰν στενοχώρια, ὡσὰν ἀγωνία διὰ τὴν βραδύτητα.
Εἶναι ἡ τελευταία ἐπίσκεψις τοῦ πονηροῦ. Μὲ φωνάζει καὶ μοῦ λέγει: «Παιδί μου, γιατί ἀργεῖ ὁ Θεὸς νὰ μὲ πάρη; Ὁ ἥλιος ἀνεβαίνει καὶ ἐγὼ ἀκόμη εἶμαι ἐδῶ!». Βλέποντας ἐγὼ τὸν Γέροντά μου νὰ λυπῆται καὶ σχεδὸν νὰ ἀδημονῇ, τοῦ λέγω μὲ θάρρος: «Γέροντα μὴ στενοχωρῆστε, τώρα ἐμεῖς θὰ κάνωμε εὐχὴ» καὶ θὰ φύγετε».
Ἐσταμάτησαν τὰ δάκρυά του. Οἱ πατέρες, ὁ καθένας τὸ κομποσχοίνι του καὶ ἔντονον τὴν εὐχήν. Δὲν ἐπέρασε ἕνα τέταρτο καὶ μοῦ λέγει: «Κάλεσε τοὺς πατέρες νὰ βάλουν μετάνοιαν, διότι φεύγω». Ἐβάλαμε τὴν τελευταίαν μετάνοιαν. Ἔπειτα ἀπὸ λίγο ἐσήκωσε τὰ μάτια του ὑψηλὰ καὶ ἔβλεπε ἐπιμόνως ἐπὶ δυὸ λεπτὰ περίπου. Κατόπιν γυρίζει καὶ πλήρης νηφαλιότητος καὶ ἀνεκφράστου ψυχικοῦ θάμβους μᾶς λέγει:
«Ὅλα ἐτελείωσαν, φεύγω, ἀναχωρῶ, εὐλογεῖτε!» Καὶ μὲ τὶς τελευταῖες λέξεις ἔγειρε τὸ κεφάλι του δεξιά, ἀνοιγόκλεισε δυὸ τρεῖς φορὲς ἤρεμα τὸ στόμα καὶ τὰ μάτια, καὶ αὐτὸ ἦταν. Παρέδωκε τὴν ψυχήν του εἰς χεῖρας Ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐπόθησε καὶ ἐδούλευσεν ἐκ νεότητος.
Θάνατος ὄντως ὁσιακός. Εἰς ἡμᾶς ἐσκόρπισε ἀναστάσιμον αἴσθησιν. Ἐμπροστά μας εἴχαμε νεκρὸν καὶ ἥρμοζε πένθος, ὅμως μέσα μας ἐζούσαμε ἀνάστασιν. Καὶ τοῦτο τὸ αἴσθημα δὲν ἔλειψε πλέον· μὲ αὐτὸ συνοδεύεται ἔκτοτε ἡ ἐνθύμησις τοῦ ἀειμνήστου ἁγίου Γέροντος».
Ἡ διδασκαλία του περιέχεται εἰς ἑξηνταπέντε ἐπιστολάς, τὰς ὁποίας ἔχει ἐκδόσει ἡ Ἱερὰ Μονὴ Φιλοθέου. Εἰς αὐτὰς φαίνεται καθαρά, ὅτι εἶναι συνεχιστὴς καὶ ἐκφραστὴς ὅλης τῆς νηπτικῆς παραδόσεως.
Ὁ ἐμπειρικὸς τρόπος τῆς ζωῆς του ἔδειξε ἐφηρμοσμένην ὅλην τὴν διδασκαλίαν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Τὰ κύματα τῆς θείας χάριτος πλημμύριζαν τὴν ψυχήν του καὶ ὁ νοῦς του ἡρπάζετο εἰς θεωρίαν. Ἦτο κάτοχος τοῦ ἀκτίστου φωτὸς καὶ ἄριστος διδάσκαλος τῆς νοερᾶς προσευχῆς.
Ὅλος ὁ βίος του εἶναι ἕνα πνευματικὸν συναξάρι ποὺ θυμίζει τοὺς παλαιοὺς ἀσκητὰς τῆς ἐρήμου. Τοὺς ἀγώνας του μὲ τὰ δαιμόνια οὔτε νὰ τοὺς ἀκούσῃ κανεὶς δὲν τολμᾶ σήμερα. Ἦταν ἀνδρεῖος πολεμιστὴς ἐναντίον τῶν παθῶν καὶ ἐβίαζε τὸν ἑαυτόν του εἰς ἀφάνταστον βαθμόν. Ἀπέκτησε πολλὴν καθαρότητα καὶ ἁγνότητα ψυχῆς καὶ σώματος καὶ εἶχε ὡς παράδειγμα πάντα τὴν Παναγία μας. Ἔγραφε σὲ μία ἐπιστολή: «Δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς περιγράψω πόσον ἀρέσκει ἡ Παναγία μας τὴν σωφροσύνην καὶ τὴν καθαρότητα. Ἐπειδὴ Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἁγνὴ Παρθένος, δι᾿ αὐτὸ καὶ ὅλους τοιούτους θέλει καὶ ἀγαπᾶ».
Ὁ ἀείμνηστος Γέρων Ἰωσὴφ ἐπέρασε ὅλα τὰ στάδια τῆς πνευματικῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς τελειώσεως. Ἐγνώρισε ὅλα τὰ θεῖα χαρίσματα αὐτῶν τῶν καταστάσεων.
Ἔγινε ἔμπειρος πνευματικὸς ὁδηγός, διακριτικὸς καὶ ἀπλανὴς ὁδηγὸς τῆς πνευματικῆς ζωῆς· δι᾿ αὐτὸ ἔγραφε: «ἀναγκάζομαι νὰ ἀνοίγω τοὺς αὔλακας εἰς τὸν κόσμον· καθότι ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ δεχθοῦν τὸν λόγον ψυχαὶ καθαραὶ καὶ εἰς ἐμὲ νὰ γίνῃ ὠφέλεια ὁ μισθὸς τῆς ἀγάπης. Λοιπὸν ἀκούσατέ μου τοὺς λόγους, χαρίσατέ μου τὰς ἀκοάς...». Ἡ ζωή του καὶ ἡ διδασκαλία του εἶναι μιὰ ὀρθόδοξη ἐμπειρικὴ θεολογία.
Ἀπὸ πνευματικὴν ὑπακοὴν εἰς τὸν ἅγιον αὐτὸν Γέροντα, τὸν παπποῦν μας, ὀφείλομεν νὰ ἐκτελοῦμεν τὶς συμβουλές του, διὰ νὰ συνεχίζεται καὶ σήμερα ἡ νηπτικὴ καὶ ἡσυχαστικὴ παράδοσις εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ νὰ εὐαρεστῆται καὶ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, τῆς ὁποίας τὸ περιβόλι ὡς ἀνάξιοι κατοικοῦμεν.
Νὰ ἔχωμεν τὴν εὐχὴν τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Ἰωσήφ.
Όσιος Γεράσιμος ο νέος ασκητής, που ασκήτευσε στη νήσο Κεφαλληνία
Γέρα πρέπουσι Γερασίμῳ τῷ νέῳ,
Τῷ τοῖς γέρασι τῶν παλαιῶν στεφθέντι.
Ο Όσιος Γεράσιμος απεβίωσε την 15η Αυγούστου του έτους 1579 μ.Χ., αλλά επειδή την ήμερα αυτή πανηγυρίζετε η μνήμη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, τελείται η γιορτή του την 20ή Οκτωβρίου, τότε που έγινε η ανακομιδή του θαυματουργού λειψάνου του. Την ήμερα αυτή όμως, αναγράφηκε η μνήμη της κοιμήσεως του και γίνεται στην Κεφαλονιά μεγάλο πανηγύρι.
Όσιος Τιμόθεος επίσκοπος Ευρίπου κτίτορας της Ιεράς Μονής Πεντέλης
Ο Όσιος Τιμόθεος γεννήθηκε στο χωριό Κάλαμος Αττικής το έτος 1510. Ο πατέρας του ήταν ιερέας και του δίδαξε τα πρώτα χριστιανικά γράμματα. Από παιδί ο Τιμόθεος διακρινόταν για το αγνό ήθος του και την ευλάβεια του στα θεία. Σπούδασε τα Ιερά γράμματα στην Αθήνα με τη βοήθεια του τότε επισκόπου Ωρωπού. Μετά τις σπουδές του, επέστρεψε στον Ωρωπό, κοντά στον προστάτη του Επίσκοπο, ο όποιος τον χειροτόνησε διάκονο και κατόπιν ιερέα. Μετά τον θάνατο του επισκόπου αυτού, τη θέση του ανέλαβε ο Τιμόθεος. Τόσο όμως μεγάλο ήταν το πνευματικό έργο του Τιμοθέου στον λαό του Θεού, ώστε αργότερα εκλέχτηκε Αρχιεπίσκοπος Ευρίπου (Χαλκίδος). Οι δυσκολίες όμως της εποχής εκείνης, ανάγκασαν τον Τιμόθεο να καταφύγει το 1575 στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τον Κάλαμο Αττικής. Εκεί, αναχώρησε στο όρος της Πεντέλης, όπου το 1578 έκτισε την Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και αργότερα πήρε το όνομα του Οσίου αυτού Πατρός. Το 1590 πήγε στο νησί Κέα (Τζια), όπου στις 16 Αυγούστου παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του. Η αγία του κάρα σώζεται μέχρι ση μέρα στην Ιερά Μονή Πεντέλης.
Όσιος Χαιρήμων
Λήξει βίου σου χαῖρε, Χαιρήμων μάκαρ.
Ἀρχὴν γὰρ εἶδες τῆς ἀμοιβῆς τῶν πόνων.
Ο Όσιος Χαιρήμων ήταν ασκητής της ερήμου. Απεβίωσε ειρηνικά την ώρα που εργαζόταν.
Άγιος Αλκιβιάδης
Aλκιβιάδου σάρκα πυρ κατεσθίει,
Mωσής αν είπε θείος ωσεί καλάμην.
Ο Άγιος Αλκιβιάδης μαρτύρησε δια πυρός. Ίσως είναι ο ίδιος μ' αυτόν της 2ας Ιουνίου.
Άγιοι Τριακοντατρείς Μάρτυρες από την Παλαιστίνη
Στερρὸς στρατός τε καὶ συνασπισμὸς μέγας,
Ξίφει πεσών, στράτευμα δαιμόνων πρέπει.
Μαρτύρησαν όλοι δια ξίφους.
Η εν τω Ναώ της Ζωοδόχου Πηγής εξάντλησις του Αγιασμού και αύθις ανάδοσις
Πηγὴ κενοῦται θαυματουργῶν ὑδάτων,
Πληρουμένη δέ, θαυματουργεῖ καὶ πλέον.
Δεν έχουμε λεπτομέριες για το γεγονός.
Μνήμη Σεισμού
Στῆσον φόβῳ σῷ ἡμῶν τὰς διανοίας,
Τῇ σαλεύσει Δέσποτα, γῆς θεμελίων.
Tη αυτή ημέρα συνέφθασε και η μνήμη της μετά οικτιρμών επενεχθείσης ημίν εν τοις πάλαι χρόνοις, φοβεράς απειλής του σεισμού, ης παρ’ ελπίδα πάσαν ελυτρώσατο ημάς ο Πανοικτίρμων Θεός.
Άγιος Νικόδημος ο Μοναχός, ο εκ Μετεώρων
Tί δαί συ Nικόδημε; ειπέ σον πάθος.
Tεθανάτωμαι δι’ αγάπην Kυρίου.
Ο νέος Οσιομάρτυρας Νικόδημος, από τα Μετέωρα, μαρτύρησε για την ευσέβεια του στις 16 Αυγούστου 1551 μ.Χ.
Δεν έχουμε περισσότερες λεπτομέρειες για τον βίο του Οσιομάρτυρα.
Άγιος Μακάριος Αρχιεπίσκοπος
Η μνήμη του αναφέρεται στο Ιεροσολυμιτικό Κανονάριο (σελ. 103), χωρίς να δηλώνεται η αρχιεπισκοπή του. Ίσως να ήταν κάποιος από τους Αρχιεπισκόπους του Ιεροσολυμιτικού θρόνου.
Όσιος Νείλος ο Ερικούσιος
Ο Όσιος Νείλος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ήταν γιος του Ιωάννου Λασκάρεως, αδελφού του αυτοκράτορα Θεοδώρου Λασκάρεως, που βασίλευσε στη Νίκαια το 1204 μ.Χ.
Ο Όσιος Νείλος από τον διωγμό των Λατίνων, κατέφυγε στα παράλια του Πόντου στη Μονή Ακοίμητων, όπου ηγούμενος ήταν ο Όσιος Μάρκελος, ο οποίος τον χειροτόνησε Μοναχό με το όνομα Νείλος, από Νικόλαος, που ήταν το αρχικό του.
Μετά από χρόνια, το 1261 μ.Χ., ο Νείλος επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη, πήρε χρήματα από τη μητέρα του και έφυγε στα Ιεροσόλυμα, όπου έμεινε έξι χρόνια.
Κατόπιν επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη για να εξοριστεί από τον λατινόφρονα αυτοκράτορα Μιχαήλ Α' τον Παλαιολόγο στο Άγιον Όρος. Εκεί, στη Μονή Ιβήρων έμεινε 10 χρόνια.
Έπειτα, κλήθηκε από τον Ανδρόνικο Παλαιολόγο και αφού έλαβε χρήματα από την αδελφή του, ταξίδεψε σε πολλούς τόπους της Μεσογείου. Κατέληξε σ' ένα ερημονήσι, την Ερικούσα, απ' όπου πήρε και την επωνυμία Ερικούσιος. Το νησί αυτό ήταν κοντά στην Κέρκυρα και ασκήτευσε εκεί 10 χρόνια.
Κατόπιν πέρασε στην Ήπειρο, όπου στη Θεσπρωτία έκτισε τη Μονή Ιερομερίου. Εκεί, μετά από πολλούς ασκητικούς αγώνες, έφθασε σε βαθιά γεράματα και απεβίωσε ειρηνικά.
Περισσότερες λεπτομέρειες για τον βίο του Οσίου Νείλου βλέπε στις 2 Ιανουαρίου. Για ποιον λόγο επαναλαμβάνεται σήμερα η μνήμη του, δεν γνωρίζουμε.
Εύρεσις των τιμίων λειψάνων των Αγίων Σεραφείμ, Δωρόθεου, Ιάκωβου, Δημήτριου, Βασίλειου και Σαράντη
Γι' αυτούς δεν αναφέρουν τίποτα οι Συναξαριστές. Ακολουθία τους συνέταξε ο π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Υπάρχει όμως παλιό χειρόγραφο, που φυλάσσεται στον φερώνυμο Ναό των Αγίων στα Μέγαρα Αττικής, που μας πληροφορεί ότι η εύρεση των τιμίων λειψάνων τους έγινε το έτος 1798 μ.Χ. σε τοποθεσίες της πόλεως των Μεγάρων, μετά από εμφάνιση τους σε όνειρο ενός εννιάχρονου παιδιού, που ονομαζόταν Παΐσιος.
Όσιος Δανιήλ ο Μετεωρίτης
Ἐκ Τσιοτίου ἀπῆλθες θεοφόρε,
Καὶ ἐν τῷ βράχῳ ἀνῆλθες θεηγόρε,
ἔνθα θεοφιλῶς ἠσκήθης ἀπαύστως,
διὸ σὺ ἔλαβες στεφάνους ἐσχάτως.
Δεν γνωρίζουμε βιογραφικά ή κάποια άλλα στοιχεία του Οσίου Δανιήλ. Ίσως έζησε τον 16ο αιώνα μ.Χ. Γνωρίζουμε όμως με βεβαιότητα ότι πατρίδα του είναι το Τσιότι (Φαρκαδόνα) των Τρικάλων και ότι μόνασε στα Μετέωρα.
Στη Μονή του Μεγάλου Μετεώρου φυλάσσεται η τιμία κάρα του σε επίχρυση λειψανοθήκη με την επιγραφή:
+ ΔΑΝΙΗΛ ΜΕΤΕΟΡ ΤΟΥ
ΚΑΙ ΕΚ ΤΖΙΟΤΙΟ. 1786
Το Α΄ Σάββατο των Νηστειών η Αγία Κάρα του μεταφέρεται στην Φαρκαδόνα (Τσιότι) για προσκύνηση και λιτάνευση και παραμένει εκεί μέχρι την Κυριακή της Ορθοδοξίας.
Τοιχογραφία του οσίου ιστορήθηκε πρόσφατα στην Ιερά μονή του Αγίου Στεφάνου Μετεώρων, δια χειρός Βλασίου Τσοτσώνη (1995 μ.Χ.)
Ακολουθία και Παρακλητικό κανόνα προς τιμήν του οσίου Δανιήλ του Μετεωρίτου συνέθεσε ο Γεώργιος Μηλίτσης, συνταξιούχος διδάσκαλος (1995 μ.Χ.).
Άγιος Ακάκιος Επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης
Χορήγει τά κρείττονα, τοῖς εὐλαβῶς εὐφηµοῦσί σε,
ὡς ἔνθεον φίλον τοῦ Σωτῆρος, ἱερέ Ἀκάκιε
Ο Άγιος Ακάκιος έζησε στα τέλη του 15ου αιώνα μ.Χ. Χειροτονήθηκε επίσκοπος της ιστορικής επισκοπής Λητής και Ρεντίνης από τον τότε Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης και αργότερα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Άγιο Νήφωνα (βλέπε 11 Αυγούστου), με τον οποίο συνδεόταν πνευματικά. Όπως επίσης είχε στενή πνευματική σχέση με τον εκ Ζίχνης καταγόμενο Όσιο Θεόφιλο το Μυροβλύτη (βλέπε 8 Ιουλίου), τον οποίο και χειροτόνησε ιερέα. Ο Όσιος Θεόφιλος τον είχε Γέροντα, «διότι εὗρε τόν Ἀκάκιον εὐλαβῆ καί ἐνάρετον», όντως δοχείο ακακίας. Έτσι, διά του Ακακίου, ο Όσιος Θεόφιλος, συνδέθηκε με τον Άγιο Νήφωνα, αλλά και με όλη εκείνη την ιερή συντροφιά που αποτελούσε τον περίγυρο του Αγίου Νήφωνος, δηλαδή τους μετέπειτα οσιομάρτυρες Μακάριο (βλέπε 14 Σεπτεμβρίου) και Ιωάσαφ (βλέπε 26 Οκτωβρίου), τον γέροντα Ιάκωβο τον Διονυσιάτη και τον διάκονο Ιάκωβο, που μαρτύρησαν στην Αδριανούπολη (βλέπε 1 Νοεμβρίου), τον Άγιο Θεωνά (βλέπε 4 Απριλίου), τους αυταδέλφους Αψαράδες Θεοφάνη και Νεκτάριο (βλέπε 17 Μαΐου), αλλά και τον γνωστό Άγιο Μάξιμο τον Γραικό (βλέπε 21 Ιανουαρίου).
Όταν ο Άγιος Νήφων, ως Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, έμαθε για τα μεγάλα και θαυμαστά, που συνέβησαν στην Αίγυπτο, απέστειλε εκεί, το 1486 μ.Χ., ίσως τον μόνο άνθρωπο που εμπιστευόταν απόλυτα και που διεκρίνετο για την σοφία και την αρετή του, τον Επίσκοπο Λητής και Ρεντίνης Ακάκιο, που τον ευλαβείτο και εσέβετο πολύ, μαζί με τον υποτακτικό του, τον Άγιο Θεόφιλο, και μια ομάδα ακόμη κληρικών, για να μάθουν καταλεπτώς και να πληροφορηθούν καλύτερα, διά της ακοής και των οφθαλμών τα γενόμενα. Μετέφεραν δε γράμμα του Νήφωνος προς τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Άγιο Ιωακείμ τον Πάνυ (βλέπε 17 Σεπτεμβρίου), όπου ευχαριστούσε τον Κύριο, που επήκουσε τις προσευχές του Ιωακείμ και ενήργησε διά τρόπου θαυμαστού τα μεγάλα αυτά θαύματα.
Ο Πατριάρχης Ιωακείμ, δέχθηκε με πολύ αγάπη και χαρά τους φιλοξενουμένους του και τους κράτησε αρκετό καιρό στο Πατριαρχείο, όπου κατά τον συναξαριστή «τούς ἐπεριποιεῖτο καί τούς ἐφιλοφρόνει», δείχνοντας τον θαυμασμό για τις προσωπικότητες που του έστειλε ο Κωνσταντινουπόλεως.
Κατόπιν οι Όσιοι Ακάκιος και Θεόφιλος με τους λοιπούς της συνοδείας τους αναχώρησαν και πήγαν στο θεοβάδιστο όρος Σινά, και αφού προσκύνησαν ευλαβώς, πήγαν και στην έρημο, για να γνωρίσουν τους ασκητές της ερήμου και κατέληξαν στην αγία Πόλη, την Ιερουσαλήμ, και αφού προσκύνησαν κατά τον πόθο τους τον Ζωοδόχο Τάφο του Κυρίου, πήγαν στο όρος Θαβώρ, κατόπιν στη Δαμασκό, όπου συνάντησαν τον Πατριάρχη Αντιοχείας, ο οποίος τους έδωσε επιστολή για τον Κωνσταντινουπόλεως, και επέστρεψαν στα Ιεροσόλυμα. Εκεί ο Όσιος Ακάκιος αιφνιδίως ασθένησε και «ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ». Ετάφη από τον υποτακτικό του Θεόφιλο με πολύ ευλάβεια, ο οποίος τον έθαψε κατά τις μοναχικές και ασκητικές παραδόσεις της εποχής, επειδή δε ήταν άκρως εχθρός της κενοδοξίας και της ματαιότητας του κόσμου, πιθανώς να τον έθαψε κάπου ταπεινά, όπως θα το ήθελε ο Ακάκιος, ο οποίος υπέγραφε άλλωστε ως «ὁ ταπεινός ἐπίσκοπος Λητῆς καί Ρεντίνης», κρυμμένος πάντα από τη δόξα των ανθρώπων.
Σύναξη των τριών Αγίων της Υπάτης
Οι τρεις Άγιοι της Υπάτης είναι οι:
1) Άγιος Ηρωδίων ο Απόστολος, ιδρυτής της Εκκλησίας της Υπάτης, ο οποίος μαρτύρησε στην Υπάτη (βλέπε 28 Μαρτίου, 10 Νοεμβρίου)
2) Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος Νέων Πατρών ο Ιερομάρτυς σφαγιασθείς κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Υπάτης την παραμονή του Ακαθίστου Ύμνου του έτους 1711 μ.Χ. (βλέπε την Κυριακή μεταξύ 18 και 24 Μαρτίου)
3) Άγιος Αθανάσιος ο ιδρυτής του Μεγάλου Μετεώρου (βλέπε 20 Απριλίου)
Αρχικά, με απόφαση του μακαριστού Μητροπολίτη Φθιώτιδας Νικολάου σαν ημέρα εορτής των των τριών Αγίων είχε ορισθεί η πρώτη Κυριακή μετά την εορτή της Αποδόσεως της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου, ωστόσο ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φθιώτιδας κ. Σημεών όρισε σαν ημέρα της εορτής τους την 16η Αυγούστου. Την Ασματική Ακολουθία συνέθεσε ο εφημέριος του Αγίου Νικολάου Υπάτης, Αιδεσιμολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος π. Δημήτριος Καραγιάννης και εξέδωσε η Ιερά Μητρόπολη Φθιώτιδος με την έγκριση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου του Θεοδώρου εν Ρωσία
Η ιερά εικόνα της Θεοτόκου, ονομάζεται «του Θεοδώρου», επειδή κάποτε βρισκόταν στο ναό του Αγίου Θεοδώρου της πόλεως Γκοροντζά της περιοχής του Νιζέγκοροντ.
Κατά την επιδρομή των Μογγόλων στην περιοχή, οι κάτοικοι έφυγαν χωρίς να προλάβουν να πάρουν μαζί τους την εικόνα, η οποία βρέθηκε το έτος 1239 μ.Χ. μέσα σε ένα δάσος από τον πρίγκιπα της Κοστρόμα, Βασίλειο Τζεορτζίεβιτς.
Η εικόνα εορτάζει και στις 14 Μαρτίου.
saint.gr








































