5 Ιουνίου - Άγιος Δωρόθεος Ιερομάρτυρας επίσκοπος Τύρου, Άγιος Μάρκος ο νεομάρτυρας o «ἐν Χίῳ», Άγιοι Δέκα Μάρτυρες εν Αιγύπτω, Άγιος Χριστόφορος από τη Ρώμη, Άγιος Κόνων από τη Ρώμη, Μνήμη της επενεχθείσης ημίν φοβεράς απειλής και ανάγκης, εν τη των βαρβάρων επιδρομή, Άγιος Νόννος, Άγιος Θεόδωρος Γιάροσλαβ ο Δούκας, Άγιος Boniface, Άγιος Πλούταρχος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου και Όσιος Θεόδωρος επίσκοπος Τύρου


Άγιος Δωρόθεος Ιερομάρτυρας επίσκοπος Τύρου
Ὁ Δωρόθεος, κἂν φραγγέλλωμαι λέγει,
Λείπουσι πολλὰ πρὸς τὰ Χριστοῦ μου πάθη.
Πέμπτῃ Δωροθέοιο δέμας πληγῇσι δαμάσθη.

Ο Άγιος Δωρόθεος ήταν ποιμένας που είχε «τὴν μόρφωσιν τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἀληθείας ἐν τῷ νόμῳ» (προς Ρωμαίους, β' 20). Δηλαδή, την ακριβή γνώση και αλήθεια, που βρίσκεται μέσα στο Νόμο, στην Παλαιά και Καινή Διαθήκη.

Όταν ξέσπασε ο φονικός διωγμός κατά της Εκκλησίας στα χρόνια του Διοκλητιανου, το ποίμνιό του, προκειμένου να χάσει τον πολύτιμο ποιμένα του, με θερμές παρακλήσεις κατάφερε και τον έπεισε να απομακρυνθεί από τον τόπο των διωγμών. Αποχώρησε στη Δυσσό, πόλη της Θράκης, και εκεί ασκήτευε μέχρι να περάσει ο άγριος αυτός διωγμός. Όταν πέρασε η μπόρα του διωγμού, επανήλθε στο ποίμνιό του και με όλη την πατρική στοργή που τον διέκρινε, στήριζε στην πίστη τους αδυνάτους και πρωτοστατούσε στη βοήθεια των χηρών, ορφανών, ασθενών, και γενικά, των θλιβομένων.

Έζησε πολλά χρόνια. Πρόλαβε μέχρι και τη βασιλεία του Ιουλιανού του Παραβάτη. Οι ειδωλολάτρες, όμως, που ήταν προστατευόμενοι αυτού του αυτοκράτορα, έπιασαν το Δωρόθεο και αφού τον βασάνισαν ανελέητα τον σκότωσαν το 362 μ.Χ. Έτσι κέρδισε το στεφάνι του μαρτυρίου. Τότε ο Δωρόθεος ήταν 107 χρονών.


Άγιος Μάρκος ο νεομάρτυρας o «ἐν Χίῳ»
Μᾶρκον ἔχεις καύχημα Χίος μέγα, ἠδέ τε σεπτόν·
Λαμπρὰν τεύξαντα, αἵματι Μαρτυρίου,
Οὔνεκα Κύριον αἴνει ὄλβια, ὅς τά σοι δῶκε.

Ο Άγιος Μάρκος γεννήθηκε στη Σμύρνη. Ο πατέρας του καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και ονομαζόταν Χατζή Κωνσταντής, ή δε μητέρα του από τη Σμύρνη και ονομαζόταν Μαρία. Ο ίδιος παντρεύτηκε το έτος 1788 μ.Χ. Μπλέχτηκε όμως στην Έφεσο με άλλη χριστιανή γυναίκα και κάποια ημέρα συνελήφθησασν επ' αυτοφώρω. Ο άγιος και η ερωμένη του αρνήθηκαν την πίστη τους ενώπιον του κριτή.

Ο Μάρκος, γρήγορα αισθάνθηκε τύψεις συνειδήσεως για την εξωμοσία του, πήγε με δάκρυα και εξομολογήθηκε σε κάποιο πνευματικό, ο όποιος τους διευκόλυνε να φύγουν στη Σμύρνη. Από εκεί, αφού επιβιβάστηκαν σε πλοίο που πήγαινε στην Τεργέστη, το 1792 μ.Χ., αποβιβάστηκαν στη Βενετία, όπου χρίστηκαν με Άγιο Μύρο, κοινώνησαν και παντρεύτηκαν. Αργότερα, ο Μάρκος, αφού περιπλανήθηκε σε διάφορους τόπους, αποφάσισε να μαρτυρήσει για τη χριστιανική πίστη και επέστρεψε στη Χίο και από εκεί στην Έφεσο.

Στην πόλη αυτή συνάντησε τον πνευματικό του και εξομολογήθηκε τον πόθο του, αλλά ο πνευματικός του τον απέτρεψε, λόγω ανοικοδομήσεως του νέου Ναού και του πρόσφατου τότε μαρτυρίου του Αγίου Νεομάρτυρα Γεωργίου, οι Τούρκοι ήταν πολύ εξαγριωμένοι και θα γκρέμιζαν τον Ναό αυτό. Όποτε ο μάρτυς αναγκάσθηκε να επιστρέψει στη Χίο.

Εκεί, αφού προσευχήθηκε και κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων, πήγε στο κριτήριο, όπου με θάρρος κήρυξε τη χριστιανική του πιστή. Παρά τις κολακείες του κριτή, ο μάρτυρας παρέμεινε αμετάπειστος. Τότε τον έκλεισαν στη φυλακή, όπου υπέστη σκληρά και ανελέητα βασανιστήρια. Όταν για δεύτερη φορά τον οδήγησαν στον κριτή, ο Μάρκος και πάλι ομολόγησε τον Χριστό. Οι Τούρκοι εξαγριωμένοι τον γκρέμισαν από τις σκάλες και τον έκλεισαν πάλι στη φυλακή, όπου αυτή τη φορά τον βασάνισαν ακόμα πιο φρικτά. Αλλά ο Μάρκος, αντί να γογγύζει, έψαλλε ευχαριστημένος.

Οι χριστιανοί της Χίου, όταν έμαθαν την υπομονή του μάρτυρα, άρχισαν να νηστεύουν και να προσεύχονται στον Θεό, για να τον ενισχύσει στον μαρτυρικό του αγώνα. Ο Μάρκος αφού κοινώνησε και πάλι των αχράντων μυστηρίων μέσα στη φυλακή, για τρίτη φορά ομολόγησε τον Χριστό μπροστά στον κριτή. Τελικά τον οδήγησαν στον τόπο της εκτέλεσης και τον αποκεφάλισαν στις 5 Ιουνίου 1801 μ.Χ., ημέρα Τετάρτη και ώρα 02.00 το πρωί στη Χίο. Τότε όλοι οι Χριστιανοί της Χίου, έψαλλαν ύμνους ευχαριστήριους στον Θεό για την λαμπρή μαρτυρία του Νεομάρτυρα Μάρκου.

Σήμερα σώζεται εκκλησιαστικό σύγγραμμά του, για τους 70 μαθητές του Ιησού Χριστού.

Άγιοι Δέκα Μάρτυρες εν Αιγύπτω
Πεινώσι και διψώσιν αθληταίς δέκα,
Tρυφάς Θεός δίδωσι μη πληρουμένας.

Όλοι μαζί αποτελούσαν μια ομάδα χριστιανών, που ήξεραν όχι μόνο να πιστεύουν, αλλά και να πάσχουν, πρόθυμα και ευχάριστα για το Χριστό. Καταγγέλθηκαν στον ειδωλολάτρη έπαρχο της Αλεξάνδρειας, και ομολόγησαν θαρραλέα την πίστη τους. Μάταια αυτός έλπιζε ότι θα μπορούσε να εκφοβίσει τουλάχιστον τις γυναίκες, και να τις πείσει να προσφέρουν θυσία στα είδωλα. Υποσχέσεις και απειλές, συντρίφτηκαν μπροστά στη σταθερότητα της πίστης των γυναικών και γρήγορα διδάχτηκε, ότι ο σταυρός μπορεί ν' αναδεικνύει και γυναίκες γενναιότερες από άνδρες. Τότε ο έπαρχος, διέταξε να θανατωθούν όλοι δια πείνας και δίψας. Μέρες ολόκληρες έμειναν νηστικοί και γυμνοί, εκτεθειμένοι στον ψυχρό χειμώνα. Προκλητικότατα οι στρατιώτες, έπιναν και έτρωγαν τα καλύτερα φαγητά μπροστά τους. Αυτοί όμως, με θερμή και αδιάλειπτη προσευχή και δέηση προς τον Χριστό, αντιμετώπιζαν τη φρικτή και υπεράνθρωπη δοκιμασία. Τελικά, άνδρες και γυναίκες, πέθαναν απαρασάλευτοι στην πίστη τους, ψάλλοντες το όνομα του Ιησού Χριστού

 

Άγιος Χριστόφορος από τη Ρώμη
Mη δωρεάν σοι τέμνομαι Xριστοφόρος;
Δώσεις ο Xριστός οίδα πολλά μοι στέφη.

Ο Άγιος Χριστόφορος από τη Ρώμη μαρτύρησε δια ξίφους. Δεν έχουμε άλλες λεπτομέρειες για τον βίο του Αγίου.

Άγιος Κόνων από τη Ρώμη
Eισδύς Kόνων θάλασσαν εύρε λιμένα,
Άριστα χερσίν οιακισθείς Kυρίου.

Ο Άγιος Κόνων μαρτύρησε δια πνιγμού μέσα στη θάλασσα. Δεν έχουμε άλλες λεπτομέρειες για τον βίο του Αγίου.

Μνήμη της επενεχθείσης ημίν φοβεράς απειλής και ανάγκης, εν τη των βαρβάρων επιδρομή
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει για το γεγονός αυτό: «Tη αυτή ημέρα μνήμη της μετά φιλανθρωπίας επενεχθείσης ημίν φοβεράς απειλής και ανάγκης, εν τη των βαρβάρων επιδρομή, ότε μέλλοντας πάντας ημάς υπ’ αυτών δικαίως αιχμαλωτίζεσθαι, και φόνω μαχαίρας παραδίδοσθαι, ο οικτίρμων και φιλάνθρωπος Θεός διά σπλάγχνα ελέους αυτού, παρ’ ελπίδα πάντας ημάς ελυτρώσατο».

Άγιος Νόννος
Η μνήμη του Αγίου Νόννου αναφέρεται στο Ιεροσολυμιτικό Κανονάριο σελ. 95. Γιορτάζεται από την Εκκλησία των Ιεροσολύμων στον ναό, που βρίσκεται στο ορός των Ελαίων.

Άγιος Θεόδωρος Γιάροσλαβ ο Δούκας
Ο Άγιος Θεόδωρος ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκι και γεννήθηκε το 1218 μ.Χ.

Άγιος Boniface
Ο Άγιος Boniface (Βονιφάτιος) γεννήθηκε στην Αγγλία, στο Κρέντιτον του Ντέβονσαϊρ το 672 μ.Χ. και το βαπτιστικό του όνομα ήταν Βινφρίδος. Σπούδασε στις μονές του Έξετερ και του Νάτσελ, όπου διακρίθηκε για την επίδοσή του στα εκκλησιαστικά γράμματα, την ποίηση, τη ρητορική και την ιστορία. Διέπρεψε ως καθηγητής μοναστηριακών σχολών και συνέταξε την πρώτη Λατινική Γραμματική στη Βρετανία. Στα τριάντα του χρόνια, μοναχός ήδη με το όνομα Βονιφάτιος, χειροτονήθηκε ιερέας. Από τότε επιδόθηκε με ζήλο και επιτυχία στο κήρυγμα του θείου λόγου.

Το 716 μ.Χ., με την ευλογία του ηγουμένου Βινβέρτου της μονής του Νάτσελ, πήγε στη Φρισλανδία για να κηρύξει το Χριστό, στους εκεί ειδωλολάτρες. Ο πόλεμος όμως που ξέσπασε ανάμεσα στον τοπικό βασιλιά Ράντμποντ και τον Κάρολο Μαρτέλο, τον ανάγκασε να επιστρέψει στην Αγγλία.

Επιθυμώντας να αφοσιωθεί στην εξωτερική ιεραποστολή, αποποιήθηκε το ηγουμενικό αξίωμα, στο οποίο τον εξέλεξε η μοναστική αδελφότητα του Νάτσελ μετά την αποβίωση του Βινβέρτου. Έτσι, το 719 μ.Χ., αφού πήρε τη σχετική άδεια του πάπα Γρηγορίου Β' (715 - 731), ξεκίνησε για τη Γερμανία. Πέρασε τις Κάτω Άλπεις και τη Βαυαρία κι έφτασε στη Θουριγγία, απ' όπου άρχισε το αποστολικό του έργο. Όχι μόνο βάπτισε πολυάριθμοι ειδωλολάτρες, αλλά και τους χριστιανούς, που ζούσαν τότε στη Βαυαρία, τους βοήθησε ν' απαλλαγούν από διάφορες πλάνες και κακοδοξίες.

Το 720 μ.Χ., μαθαίνοντας πως ο Ράντμποντ είχε πεθάνει και ο Κάρολος Μαρτέλος είχε γίνει κύριος της Φρισλανδίας, πήγε εκεί και ενίσχυσε την ιεραποστολή του άγιου Βιλλιβρόρδου (βλέπε 7 Νοεμβρίου). Τρία χρόνια αργότερα ήρθε πάλι στα γερμανικά εδάφη. Βάπτισε πλήθη ειδωλολατρών, έχτισε εκκλησίες και συγκρότησε πολλές χριστιανικές κοινότητες στην Έσση και τη Σαξονία.

Το 723 μ.Χ., υπακούοντας σε κλήση του πάπα, πήγε στη Ρώμη, όπου ο ποντίφικας τον χειροτόνησε επίσκοπο. Επιστρέφοντας στη Γερμανία, εγκατέστησε την έδρα του στη Μαγεντία και συνέχισε πιο δραστήρια την ευαγγελική του διακονία.

Το 732 μ.Χ. ο νέος πάπας Γρηγόριος Γ' (731 - 741 μ.Χ.) τον προήγαγε σε αρχιεπίσκοπο και πριμάτο της Γερμανικής Εκκλησίας, με το δικαίωμα της εκλογής και καταστάσεως επισκόπων.

Το 738 μ.Χ. ο άγιος ξαναπήγε στη Ρώμη και ενημέρωσε για τις επιτυχίες και τα προβλήματά του τον πάπα, που τον ονόμασε τότε λεγάτο της αποστολικής έδρας.

Όταν επέστρεψε στη Γερμανία, ο δούκας Οντίλο τον κάλεσε στη Βαυαρία για να λύσει σοβαρά εκκλησιαστικά προβλήματα της περιοχής. Ίδρυσε εκεί τέσσερις επισκοπές για την καλύτερη διαποίμανση των χριστιανών, καθώς και άλλες τρεις στη Θουριγγία, την Έσση και τη Φραγκονία.

Η σαγηνευτική πνευματική προσωπικότητα του αγίου Βονιφατίου είχε τέτοια επίδραση στο γιο του Καρόλου Μαρτέλου Καρλομάνο, βασιλιά της Αυστρασίας, Αλαμανίας και Θουριγγίας (741 - 747 μ.Χ.), ώστε παραιτήθηκε από το θρόνο του, παραχώρησε το βασίλειό του στον νεότερο αδελφό του Πεπίνο τον Βραχύ, βασιλιά της Νευστρίας, Βουργουνδίας και Προβηγκίας και έγινε μοναχός. Την κούρα του τέλεσε στη Ρώμη ο πάπας Ζαχαρίας (741 - 752 μ.Χ.). Αρχικά εγκαταβίωσε στη μονή του Αγίου Σιλβέστρου, που ο ίδιος ίδρυσε στο όρος Σοράκτο της κεντρικής Ιταλίας. Επειδή όμως εκεί συνέρεαν πολλοί επισκέπτες και μάλιστα Ρωμαίοι ευγενείς, αποσύρθηκε, ύστερ' από σχετική υπόδειξη του πάπα, στη μονή του Μοντεκασσίνο, όπου έζησε με άκρα ταπείνωση, κάνοντας τα πιο ευτελή διακονήματα. Αποβίωσε το 755 μ.Χ. στη γαλλική πόλη Βιέν, όπου είχε σταλεί για υποθέσεις της μονής του.

Στο μεταξύ, ο αδελφός του Πεπίνος ο Βραχύς (+ 768 μ.Χ.) ανακηρύχθηκε πρώτος βασιλιάς του ενωμένου κράτους των Φράγκων. Η στέψη του έγινε το 751 μ.Χ. στη Σουασσόν από τον άγιο Βονιφάτιο, τον οποίο σεβόταν απεριόριστα. Για την ευρύτερη εξάπλωση της χριστιανικής πίστεως στα ημιάγρια και απολίτιστα γερμανικά φύλα, ο άγιος ιεράρχης κάλεσε από τη Βρετανία ευσεβείς άνδρες και γυναίκες, που ασχολήθηκαν εντατικά και συστηματικά με την ιεραποστολή. Ανάμεσα τους ήταν οι άγιοι Βιγκβέρτος, Βουρχάρδος, Βιλλιβάλδος, Λούλλος, Θέκλα, Μπερτιγκίτα, Κοντρούδη και Λαϊόβα.

Η οσία Λαϊόβα (βλέπε 28 Οκτωβρίου) ήταν ανιψιά του αγίου Βονιφατίου και ήρθε στη Γερμανία μαζί με τριάντα ακόμη Βρετανίδες μοναχές, σταλμένες από την πριγκίπισσα Τέλτα, ηγουμένη της μονής του Βίνμπουρν. Με τη βοήθεια όλων αυτών των ιερών προσωπικοτήτων, ο άγιος κατόρθωσε τόσο να εδραιώσει το χριστιανισμό, όσο και να οργανώσει διοικητικά την εκκλησιαστική επαρχία του. Εκτός από επισκοπές, ίδρυσε και πολλές μονές, όπως τα γνωστά αβαεία του Όρφορντ, της Φούλδης και άλλα. Με την υποστήριξη επίσης του βασιλιά Πεπίνου, πρωταγωνίστησε στην προσπάθεια ανορθώσεως και εξυγιάνσεως της Φραγκικής Εκκλησίας, που παρουσίαζε εικόνα ολοκληρωτικής καταπτώσεως και διαλύσεως.

Σώζονται πολλές επιστολές του αγίου Βονιφατίου με αξιόλογο περιεχόμενο. Γράφοντας στον ηγούμενο Αλδέριο, τον παρακαλεί να μνημονεύει στη θεία λειτουργία τους ιεραποστόλους που θυσιάστηκαν για τη δόξα του Χριστού. Σε άλλη επιστολή του προς μία μοναχή, αφού περιγράφει τις δυσκολίες και τους κινδύνους που αντιμετώπισε στην άσκηση της ιεραποστολής, βεβαιώνει ότι ποθούσε να θυσιάσει και τη ζωή του ακόμη για τον Κύριο. Σ' ένα γράμμα του στον τότε αρχιεπίσκοπο Καντουαρίας Κουθβέρτο, αφού κάνει λόγο για τα καθήκοντα των κληρικών, καταλήγει: «Ας αγωνιστούμε για τον Κύριο σε τούτες τις πικρές και οδυνηρές ημέρες. Ας πεθάνουμε για τις άγιες εντολές των πατέρων μας, αν αυτό είναι το θέλημα του Θεού, ώστε να κληρονομήσουμε, όπως εκείνοι, την αιώνια ζωή. Ας μην είμαστε σκυλιά άφωνα, φύλακες κοιμισμένοι, μισθωτοί που το βάζουν στα πόδια μόλις δουν το λύκο, αλλά ποιμένες άγρυπνοι και ευσυνείδητοι. Ας κηρύσσουμε το ευαγγέλιο σε μικρούς και μεγάλους, σε πλούσιους και φτωχούς, σε κάθε τόπο και σε κάθε περίσταση, ζώντας μέσα στον κόσμο άλλά χωρίς ν' ανήκουμε στον κόσμο».

Το 754 μ.Χ., με έγκριση του πάπα Στεφάνου Β' (752 - 757 μ.Χ.), χειροτόνησε και άφησε διάδοχό του στη Γερμανία, το συνεργάτη του, άγιο Λούλλο. Ο ίδιος, φλογερός εργάτης του φωτισμού των απίστων, πήρε μαζί του μιαν ομάδα ζηλωτών της ιεραποστολής και τράβηξε για την ανατολική Φρισλανδία, όπου μέσα σ' ένα χρόνο μετέστρεψε και βάπτισε αρκετές χιλιάδες ειδωλολατρών. Εκεί όμως έλαβε και το στεφάνι του μαρτυρίου, που τόσο ποθούσε. Στις 5 Ιουνίου του 755 μ.Χ., παραμονή της Πεντηκοστής, καθώς ετοιμαζόταν να τελέσει το μυστήριο του χρίσματος σε νέους χριστιανούς, στις όχθες ενός ποταμίσκου, εξαγριωμένοι ειδωλολάτρες με γυμνά σπαθιά επιτέθηκαν εναντίον του ιεραποστολικού καταυλισμού και έσφαξαν όλους τους εργάτες του ευαγγελίου, συνολικά πενήντα δύο ψυχές - τον άγιο Βονιφάτιο, τον επίσκοπο Εοβανό, τρεις ιερείς, τρεις διακόνους, τέσσερις μοναχούς και σαράντα λαϊκούς.

Άγιος Πλούταρχος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου
Στο Χρονικό του Λεοντίου Μαχαιρά (σελ. 67 έκδ. Σάθα) ο Πλούταρχος συγκαταλέγεται μεταξύ των Αγίων της Κύπρου. Γι' αυτόν όμως οι Συναξαριστές δεν αναφέρουν τίποτα. Στον πίνακα των επισκόπων Σαλαμίνας του Μαχαιρά ο Πλούταρχος φέρεται έκτος επίσκοπος Κύπρου, μαζί με τον απόστολο Βαρνάβα. Το όνομα του Πλούταρχου συναντάται σε επιγραφές του αγίου Σεργίου του 7ου αιώνα (βλ. Σακελλαρίου. Κυπριακά, σελ. 179-180).

Όσιος Θεόδωρος επίσκοπος Τύρου
Άγνωστος στους Συναξαριστές και τα Μηναία· αναφέρεται στον Πατμιακόν κωδ. 266.

Ο Σ. Ευστρατιάδης στο Αγιολόγιο του, αναφέρει για τον όσιο αυτό, τα έξης: «Τη αύτη ήμερα άθλησις του αγίου μάρτυρος Θεοδώρου. Ούτος επίσκοπος γεγονώς Τύρου, αρχαίος ανήρ και πνευματοφόρος εν τοις χρόνοις Λικινίου και Κωνσταντίνου γεγονώς. Ούτος επί διωγμού Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, καταλιπών την ιδίαν παροικίαν, απείη εν τη Οδυσσουπόλει κακεί διεσώθη και μετά την τελευτήν των τυράννων κατέλαβε την ιδίαν πόλιν Τύρον και ην ιθύνων την εκκλησίαν μέχρι Ιουλιανού του Παραβάτου· και πάλιν κατέλαβε την Οδυσσούπολιν και πολλούς κινδύνους υπομείνας ταις βασάνοις έναπέθανεν εν γήρει θαθυτάτω, ζήσας ρζ' (107) έτη. Ούτος και συγγράμματα καταλέλοιπε, γέγονε δε και πολύς το δια την ευφυΐαν και έπιμέλειαν, ρωμαϊκήν τε και έλληνικήν γλώσσαν επισταμένος».

Να σημειώσουμε εδώ ότι ο βίος του Οσίου Θεοδώρου μοιάζει αρκετά με τον βίο του Αγίου Δωροθέου επισκόπου Τύρου που εορτάζει και αυτός στις 5 Ιουνίου.

saint.gr

nissan_tsioris_qashqai.png


 

Πρωτοσέλιδα